Όλα ξεκινάνε από τον πάγκο

Ευρωμπάσκετ ήταν και πάει. Με τη Σλοβενία να κατακτά δίκαια το τρόπαιο και την επιβράβευση του τρίπτυχου προπονητής-ομάδα πάνω από τους παίκτες-οργάνωση να είναι αυτό που οδηγεί στην επιτυχία. Ο Γιάννης Ψαράκης αναλύει…

Πολλοί θα πουν ότι το μπάσκετ αλλάζει. Ή μάλλον ήδη άλλαξε. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω πλην όμως το μπάσκετ που κερδίζει τους τίτλους είναι αυτό που προσαρμόζεται στο υλικό της κάθε ομάδας, στην τεχνογνωσία αλλά και στη δύναμη της παρέας που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε. Όχι στην πίστη, το DNA και άλλα γραφικά αλλά στο να βάζουν και οι 12 παίκτες το εγώ τους κάτω από την ομάδα, να γίνονται μια γροθιά και να καλύπτουν ο ένας το κενό που αφήνει ο άλλος.

Το μπάσκετ λοιπόν όπως μας το «δίδαξε» η Σλοβενία του Ιγκόρ Κοκόσκοβ γίνεται πιο γρήγορο, με μεγαλύτερο αριθμό επιθέσεων και έμφαση μαζί με ελευθερία βούλησης στο ταλέντο κάποιων παικτών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι για να πάρει κάποια ομάδα του Ευρωμπάσκετ ή την Ευρωλίγκα πρέπει ντε και καλά να σκοράρει σχεδόν 100 πόντους. Ο καθείς και τα όπλα του και εξηγούμαι.

Όταν το 2003 η Λιθουανία έπαιρνε διά περιπάτου το Ευρωμπάσκετ στη Στοκχόλμη ως συνέχεια του «θαύματος της Ζαλγκίρις» από το 1999 μιλούσαμε και τότε για το μπάσκετ της νέας εποχής. Δύο χρόνια αργότερα η Ελλάδα έπαιρνε τον ίδιο τίτλο σκοράροντας λίγο παραπάνω από 24 πόντους μέσο όρο λιγότερους απ’ ότι η Λιθουανία! 90,6 οι Λιέτουβοι, 66,4 εμείς!

Ο καθείς και τα όπλα του λοιπόν. Η Ελλάδα του 2005 με το λεγόμενο «σκεπτόμενο μπάσκετ» πήρε τον τίτλο παίζοντας μπάσκετ… Λιμόζ του ’93. Άμυνα, παιχνίδι στο μισό γήπεδο, τακτική. 12 χρόνια αργότερα η Σλοβενία έχοντας διαφορετικά όπλα σκόραρε (ω, ναι) ακριβώς ίδιους πόντους σε μέσο όρο με τη Λιθουανία του 2003. 90,6 πόντους ανά αγώνα! Παίζοντας γρήγορο (αλλά όχι βιαστικό) μπάσκετ με έμφαση στο αμυντικό ριμπάουντ, τη γρήγορη πρώτη πάσα, έναν γκαρντ παγκόσμιου βεληνεκούς (Ντράγκιτς), ένα σούπερ-ταλέντο (Ντόντσιτς), δύο υπερπολύτιμα εργαλεία (Πρέπελιτς και Ράντολφ) και ένα μάτσο εργάτες με πρώτο και καλύτερο τον… μπετατζή για πολλούς Βιντμαρ ο οποίος όμως μπορεί και να είναι ο κρυφός MVP αυτής της ομάδας όντας το Α και το Ω στην άμυνά της.

Το ότι η Σλοβενία πήρε την κούπα με το μπάσκετ του Κοκόσκοβ που έβαλε μπόλικα πράγματα στο παιχνίδι της μεταφέροντάς τα από το ΝΒΑ δεν σημαίνει ότι όλοι έτσι είναι υποχρεωμένοι να πορευτούν γιατί πρώτα απ’ όλα χρειάζονται τα υλικά. Δηλαδή οι παίκτες. Η δική μας Εθνική για παράδειγμα. (Λέμε ότι) θα ήταν μία εντελώς διαφορετική ομάδα με τον unicorn Γιάννη Αντετοκούνμπο στο παρκέ. Η λογική λέει πως ναι, θα βλέπαμε ένα άλλο μπάσκετ που θα πλησίαζε σε αυτό της Σλοβενίας όλα αυτά όμως επί χάρτου. Δίχως τον Giannis είμαστε μία εντελώς διαφορετική ομάδα με άλλη ταυτότητα.

Πάρτε την Ιταλία του Μεσίνα. Με μόλις ένα γεννημένο σκόρερ (Μπελινέλι), 3-4 καλούς ρολίστες και την άλλη μισή ομάδα δίχως επιθετικό ταλέντο. Πήγε σε ένα μπάσκετ «κλεφτοπόλεμου», με παιχνίδι στο μισό γήπεδο, αργές επιθέσεις και έφτασε μέχρι την 8αδα όπου ήταν το ταβάνι της. Ανάλογη περίπτωση η Γερμανία ακόμη και η Ρωσία που έπιασε ταβάνι με την 4η θέση.

Υπάρχει βέβαια και η Σερβία. Με τους περισσότερους από τους υψηλού επιπέδου παίκτες της (με εξαίρεση τον Μπογκντάνοβιτς) εκτός διοργάνωσης έπαιξαν old school μπάσκετ και αν δεν ασχολιόταν ο Τζόρτζεβιτς τόσο πολύ με τη διαιτησία στο φινάλε και δεν ξεχνούσε τον Μαριάνοβιτς στον πάγκο ίσως να είχε διαφορετική τύχη. Οι «πλάβι» ήταν ο ορισμός της ομάδας όπου άπαντες έβαλαν το εγώ κάτω από το σύνολο και εμπνεύστηκαν, όπως το 2014 και το 2016 σε Παγκόσμιο και Ολυμπιακούς από την τεράστια προσωπικότητα του Σάλε.

Και εκεί βρίσκεται και το μυστικό για όλες τις ομάδες. Η παρουσία ενός προπονητή που θα εμπνεύσει, θα καθοδηγήσει τόσο εντός όσο κυρίως εκτός παρκέ αφού όταν μιλάμε για Εθνικές ομάδες μιλάμε για την ελίτ των παικτών που παίζουν στο υψηλότερο επίπεδο και δεν θα μάθουν στις 40 μέρες της προετοιμασίας το pick’n’roll ή το hedge out αλλά θα γίνου ένα δυναμικό σύνολο που θα παίζει ο ένας για τον άλλο.

AP Photo/Thanassis Stavrakis