Τζέιμς Γουόρθι: Ο πιο αδικημένος αστέρας του ΝΒΑ

Τζέιμς Γουόρθι ετών 55. Ο παίκτης που έπεσε και ξανασηκώθηκε, ο παίκτης των μεγάλων αγώνων, ο παίκτης που συμπλήρωνε ιδανικά τον Μάτζικ Τζόνσον στους καλύτερους Λέικερς όλων των εποχών. Το Contra.gr εστιάζει στη λαμπρή καριέρα του θρυλικού φόργουορντ. Του Γιάννη Ζωιτού.

Ο Τζέιμς Γουόρθι ήταν ο πλέον άτυχος (και αδικημένος μαζί) παίκτης της γενιάς του. Στοιχισμένος δίπλα στους δύο απόλυτους, τις "sui generis" φιγούρες του μπάσκετ που σαν αυτούς δεν ματάδαμε, στον Μάικλ Τζόρνταν και στον Έρβιν 'Μάτζικ' Τζόνσον, ο δυναμικός φόργουορντ δεν έτυχε της αναγνώρισης που το ίδιο το όνομά του υποδήλωνε. Ο επιβλητικός ίσκιος των συμπαικτών του σκέπαζε τα δικά του κατορθώματα και έξω από το στενό κύκλο του ΝΒΑ δεν κέρδισε τη φήμη που το ταλέντο, οι επιδόσεις και τα κατορθώματά του σε όλη τη διαδρομή του πρόσταζαν.

 

Κορώνα-γράμματα

Ο Τζέιμς ήταν... worthy από την αρχή έως το τέλος της (σχετικά) σύντομης διαδρομής του στο επαγγελματικό μπάσκετ. Μόλις 12 χρόνια και 1069 ματς άντεξαν τα πόδια του τις ταλαντώσεις και τα πάνω-κάτω. Άξιζε όμως την προσοχή και την περίσσια εκτίμηση του "δάσκαλου" Ντιν Σμιθ στο Νορθ Καρολάινα. Άξιζε να είναι το Νο1 στο ντραφτ του 1982, ως πρωταθλητής στο κολεγιακό, άξιζε να παίξει στους Λος Άντζελες Λέικερς, την πιο επιτυχημένη και θαυμαστή ομάδα των 80s, άξιζε τα όσα κατέκτησε στη διάρκεια της καριέρας του στο μοναδικό οργανισμό που υπηρέτησε.

 

"Ευτυχώς που δεν έγινα ένας Κλιπ", έλεγε με ανακούφιση σε μια από τις συνεντεύξεις του περιγράφοντας την τότε διαδικασία του ντραφτ που τον έστειλε με το στρίψιμο του νομίσματος (δεν υπήρχε λοταρία) και μιας πρότερης (από το 1979) ανταλλαγής των πρωταθλητών με τους Καβαλίερς.

Κακοί βαθμοί και τραυματισμοί

Ήταν ίσως η μόνη στιγμή που η τύχη του έκλεισε το μάτι, καθώς ουδέποτε η κάτοχος του τίτλου έχει πάρει το Νο1 του επόμενου ντραφτ. Γιατί πριν και μετά πολλά εμπόδια παρουσιάστηκαν στο δρόμο του έως ότου το Νο42 αποσυρθεί στην οροφή του "Staples Center", ψηφιστεί το 1996 στους 50 κορυφαίους της ιστορίας και το όνομά του περάσει στην αιωνιότητα ως μέλος του Hall of Fame το 2003.

Μέχρι και η μητέρα του είχε απαιτήσει και κατάφερε την αποβολή του από την ομάδα του σχολείου γιατί είχε δύο C και 3 D στον έλεγχό του. "Ήταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη ποτέ", δήλωσε κάποια στιγμή στο μέλλον συνειδητοποιημένος πια για το όφελος που είχε τοποθετώντας τα μαθήματα στην ίδια ζυγαριά με την καριέρα.

 

Αργότερα, στην πρώτη χρονιά του ως επαγγελματίας, τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι μετά από άσχημη πτώση χάνοντας το τελευταίο κομμάτι της σεζόν, υπήρξε μοιραίος σε τελικούς με τους Σέλτικς, φόρεσε προστατευτικά γυαλιά έχοντας αποκομίσει πρόβλημα στον κερατοειδή του ματιού του, ενώ η πορεία του έλαβε τέλος νωρίτερα του ηλικιακού ορίου, μόλις τα 33, αφού "επλήγη" από διάφορους τραυματισμούς (αστράγαλος, γόνατο) που του "αφαίρεσαν" τα κύρια στοιχεία του μπασκετικού χαρακτήρα του.

Όταν το Νοέμβριο του 2004, δίπλα στον Τζαμπάρ και στον Μάτζικ, ανακοίνωσε ότι αποσύρετε οριστικά, περνώντας τη σκυτάλη στον Έντι Τζόουνς και στον Νικ Βαν Έξελ, έκλεισε τον κύκλο μιας ολόκληρης εποχής, μια ολόκληρης αυτοκρατορίας.

Ο κρίκος στην αλυσίδα

Για εκείνους που δεν μπορούν ν' αντιληφθούν επ' ακριβώς το μέγεθος του ονόματός, ο Γουόρθι στη "γλώσσα" των Σέλτικς αντιστοιχούσε στον Κέβιν ΜακΧέιλ και στη "γλώσσα" των Μπουλς στον Σκότι Πίπεν. Δεν ανήκε απλώς στο supporting γκρουπ των "λιμνάνθρωπων", στηρίζοντας τους άλλους ηγέτες. Από την πρώτη κιόλας χρονιά του στο Λος Άντζελες είχε ξεκάθαρο και προϊόντος των ετών κομβικό ρόλο σε μια ομάδα που με τη συμμετοχή της σε έξι τελικούς σε 12 σεζόν και τρεις τίτλους στην ίδια χρονική περίοδο έφερε επανάσταση με το πώς αντιμετώπιζε το κάθε παιχνίδι. Τον τρόπο σκέψης, οργάνωσης και λειτουργίας σε όλα τα επίπεδα. Που είχε παίκτες-σταρ, αλλά όλοι τους παρέμεναν ενταγμένοι στο σύνολο, κάτω από την ομπρέλα του ισχυρού μπραντ.

Το "Showtime" δεν είχε μονάχα την αστερόσκονη και το ραβδί του Τζόνσον ή τη μεστή απλότητα του Τζαμπάρ. Είχε τη φρεσκάδα, τη μαχητικότητα και το τρέξιμο του Γουόρθι. Την κίνησή του χωρίς την μπάλα, το διάβασμα των φάσεων, την υπεροχή του στα μις ματς, την έξτρα προσπάθεια του στην άμυνα. Ήταν πάντα εκεί για να πάρει την ασίστ του Μάτζικ ή του Σκοτ, να τελειώσει τις φάσεις με λέι απ μετά από πιρουέτα ή με το "Statue of Liberty" κάρφωμά του.

Ο Γουόρθι ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ περιφέρειας και ρακέτας στο ασυναγώνιστο σύνολο που είχε φτιάξει ο Πατ Ράιλι, ένας εξ αυτών που έχουν αλλάξει την ιστορία του μπάσκετ. Αυτός που -περιπαιχτικά ο ήρωας μας περιέγραφε- ως εκείνος που "κοίταζε να έχει πίσω τα μαλλιά του και ν' αγοράζει ακριβά κοστούμια", αλλά "πάντα είχε χρόνο για όλους μας. Είτε για ένα λεπτό είτε για μια ώρα. Ήταν σκληρός και αφοσιωμένος, με νέες ιδέες, μας έδινε το κίνητρο".

 

Ο Γουόρθι ήταν η υποτείνουσα των δύο άλλων αστέρων της ομάδας του Λος Άντζελες προκειμένου το τρίγωνο να είναι... ορθογώνιο. Πολύ πριν ο Φιλ Τζάκσον χτίσει έναν ολόκληρο μύθο με την τριγωνική επίθεση στους Μπουλς και οι "τριάδες" κυριαρχήσουν (ξανά) στο ΝΒΑ με πρόσφατα παραδείγματα τους Σπερς και τους Σέλτικς, ο Ράιλι είχε πετύχει να διαχειρίζεται ιδανικά τρεις σούπερ-σταρ (και κάποιους ακόμη σπουδαίους παίκτες όπως ο Μπάιρον Σκοτ και ο Μάικλ Κούπερ) προκειμένου ο ένας να συμπληρώνει τον άλλο αρμονικά.

Νικούσε τον Τζόρνταν στα μονά

Ο ένας εξ αυτών των αστέρων ήταν και ο Τζέιμς Γουόρθι. Ο παίκτης που σε μονό είχε κερδίσει 2/3 φορές των Μάικλ Τζόρνταν "στις τρεις εβδομάδες που ήμουν καλύτερός του" και είναι ακόμα θυμωμένος μαζί του. Ο παίκτης που ήταν το παιδί της μαμάς, που το μπάσκετ ήταν διέξοδος για να πάρει υποτροφία και να μην του πληρώνουν οι γονείς του το κολέγιο. Ο παίκτης που στους Λέικερς ήταν τα πρώτα χρόνια "ένας μοναχικός λύκος που βιαζόμουν ν' αποδείξω πράγματα" και μια κουβέντα με τον απόλυτο ηγέτης Μάτζικ άλλαξε την κοσμοθεωρία του. Αυτή τη κουβέντα που οι δυο τους είχαν αρκούσε για να μην γίνει ανταλλαγή το 1986.

 

Ήταν ο παίκτης που στα πλέι οφ ήταν πάντα καλύτερος (21.1 πόντοι, 5.2 ριμπάουντ, 3.2 ασίστ) από την κανονική περίοδο (17.6 πόντοι, 5.1 ριμπάουντ, 3 ασίστ). Ο παίκτης που αναδείχθηκε MVP στους τελικούς του 1988. "Το καλύτερο τριάρι ever", όπως τον χαρακτήριζε ο Τζόνσον. Ο έκτος σκόρερ στην ιστορία των Λέικερς (16.320), έβδομος σε ευστοχία (52%) και τρίτος "κλέφτης". Ο παίκτης που θα είχε άνετα θέση στη 12άδα των ΗΠΑ, αν στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ (1988) συμμετείχαν επαγγελματίες. Ήταν ο Big Game James.

 

 

Πρώτη Σελίδα