Το Ελληνικό μπάσκετ φωνάζει "παρών" και στα βάθη της Ασίας

Οι Γιάννης Μπουρούσης, Λεωνίδας Κασελάκης και Θανάσης Μολυβδάς, περιγράφουν στο "ΕΘΝΟΣΠΟΡ" τις συνθήκες ζωής στις μακρινές επαγγελματικές πατρίδες τους.

Από την εξωτική Χουανγκζού, στην άκρη της Κίνας, δίπλα στη Σανγκάη, στη μέση της... στέπας και το Ευρασιατικό Καζακστάν, μέχρι τον παρεξηγημένο λόγω εχθροπραξιών Λίβανο και την Βηρυτό, το ελληνικό μπάσκετ δηλώνει «παρών».

Ο αρχηγός της Εθνικής Γιάννης Μπουρούσης, ο διεθνής και μάλιστα πρωταθλητής Ευρώπης με την Εθνική εφήβων παλιότερα, Λεωνίδας Κασελάκης και το μέλος του τωρινού τεχνικού επιτελείο της Εθνικής Ανδρών, Θανάσης Μολυβδάς, περιγράφουν στο «ΕΘΝΟΣΠΟΡ» τις συνθήκες ζωής, τα όμορφα αλλά και περίεργα στην... επαγγελματική πατρίδα τους.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΟ ΜΑΪΑΜΙ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Η Χουανγκζού είναι η πόλη στην οποία «μετανάστευσε» ο Γιάννης Μπουρούσης και… περνάει μια χαρά. «Είναι πλούσια πόλη, κοντά στη Σανγκάη, φαντάσου κάτι σαν το Μαϊάμι. Υπάρχει ένας πολύ όμορφος συνδυασμός του δυτικού πολιτισμού με το κινέζικο φολκλόρ.

Υπάρχουν εμπορικά κέντρα που θα τα ζήλευαν μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και εκεί μπορεί να βρεις όλες τις μεγάλες και ακριβές μάρκες. Τόσο αυθεντικά όσο και… κινέζικες απομιμήσεις, άριστης ποιότητας φυσικά.

 

Ο κόσμος διασκεδάζει πολύ και πίνει… περισσότερο, όλα τα είδη, τα γνωστά ποτά αλλά και τα παραδοσικά σαν σάκε. Μπορείς να βρεις τα πάντα σε είδη και φαγητά, τα συνηθισμένα για τους Δυτικούς, αλλά και πολλά ασιατικής κουζίνας, οπότε έχεις δικαίωμα επιλογής και κανενός είδους περιορισμό.

Το νόμισμά τους είναι το γουαν και στις τιμές δεν έχω παρατηρήσει κάτι που να προκαλεί αίσθηση. Συνολικά από το 2008 που είχε έρθει στην Κίνα για τους Ολυμπιακούς αγώνες παρατήρησα μια… στροφή προς το μοντέρνο και το Δυτικό αλλά αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι ο τρελός τρόπος οδήγησης. Μεγάλος κίνδυνος είτε οδηγάς είτε είσαι πεζός».

Η ΟΜΟΡΦΑ... ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΑΣΤΑΝΑ

Στην διαρκώς αναπτυσσόμενη πρωτεύουσα του Καζακστάν, την Αστανά, ο Λεωνίδας Κασελάκης... ρίζωσε. «Σε λίγους μήνες θα κλείσω τα δύο χρόνια μιας απολαυστικής εμπειρίας, έχω συναντήσει έναν τελείως διαφορετικό πολιτισμό. Ολα εδώ είναι υπέροχα στο μάτι, αλλά το κρύο τα κάνει ανυπόφορα. Από τον Δεκέμβριο μέχρι και τα μέσα Μαρτίου, θερμοκρασίες γύρω στους -30 κάνουν το κορμί σου να περνάει... τεστ αντοχών, έστω για τις λίγες στιγμές που αναγκάζεσαι να κυκλοφορήσεις.

Αναγκαστικά όλοι στρέφονται στο αυτοκίνητο με έντονο πρόβλημα κίνησης, σε μια πόλη με ανάπτυξη τρομακτικά γρήγορη, εμπορικά κέντρα και εστιατόρια που θα ζήλευαν σε όλον τον κόσμο, αν και σε γεύσεις και σέρβις απέχουν... αιώνες από την Ελλάδα.

Στα σούπερ μάρκετ βρίσκεις σε ελαφρά «τσιμπημένες» τιμές όλα τα εισαγόμενα είδη, αφού τα ντόπια είναι... απαίσια, πληρώνεις στο... τιμημένο Τένγκε, περίπου μια παλιά δική μας δραχμή δηλαδή 350 τέτοια για 1 ευρώ.

Αξίζει πάντως να εξερευνήσεις κάποιος τις ομορφιές της περιοχής, πάντα με... λεξικό στο χέρι αφού τα αγγλικά που ξέρουν είναι όσα... κινέζικα οι Ελληνες. Και όσο για διασκέδαση; Μια φορά να τους πάμε σε μπουζούκια, θα... αλλαξοπιστήσουν, όντες οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι. Οσο δε για το φαγητό, αν δοκιμάσουν τα δικά μας, τότε θα έρθουν για μόνιμη εγκατάσταση στη Ελλάδα»...

 

BREAKFAST ΜΕ... ΤΟΥΡΣΙ ΚΑΙ ΡΕΒΥΘΙΑ

Ο κόουτς Θανάσης Μολυβδάς είναι μέλος του επιτελείου της Εθνικής Ανδρών και βγάζει τα προς το ζην στο Λίβανο και την Αλ Ριάντι της Βηρυτού. «Μιας πανέμορφης πόλης, με απίστευτη κίνηση και τον κόσμο μάλλον να έχει γεννηθεί με… την κόρνα στο χέρι.

Η παραλιακή οδός είναι έκτασης πολλών χιλιομέτρων και εκπληκτικών εικόνων, με μαρίνες και μαγαζιά υψηλότατου επιπέδου, να πω κάτι σαν τον Φλοίσβο για να υπάρχει εικόνα. Εγώ ζω σε μια περιοχή κοντά στα δύο μεγάλα Αμερικάνικα Πανεπιστήμια και είναι έντονη η παρουσία φοιτητών από άνετες οικονομικά οικογένειες.

Εμπορικοί δρόμοι, όπως και άλλοι με καφέ και εστιατόρια, νόμισμα την Λιβανέζικη λίρα με κλειδωμένη ισοτιμία 1500 για 1 δολάριο, το οποίο δολάριο κινείται πολύ και το δέχονται όλοι.

Η καθημερινότητα είναι… αμερικανοποιημένη γενικά, με όλες τις μεγάλες αλυσίδες εστίασης αλλά και ντόπιες που μοιάζουν, και τιμές λίγο πιο ακριβές από την Ελλάδα. Τα εισαγόμενα πάντως είναι πολύ ψηλότερα και σε απλά πράγματα συμφέρει να ψωνίζεις ντόπια. Ο κόσμος διασκεδάζει, πολύ και συχνά και ειδικά τα βράδια Παρασκευής και Σαββάτου γίνεται... χαμός.

Οσο για τοπικό φαγητό, είναι νόστιμο και το δοκιμάζω αφού η ομάδα μας παρέχει τη δυνατότητα σίτισης από ένα τέτοιο εστιατόριο, αλλά θα μου μείνει αξέχαστο ένα πρωινό που έφαγα μετά από μια προπόνηση που με πήγε παίκτη μου. Καλωσόρισμα με τουρσί, ντομάτες, κρεμμύδι και φύλλα μέντας και μετά μια σούπα με λεπτή πίτα στον πάτο του πιάτου, ρεβίθια, σούπα, από πάνω γιαούρτι, σκορδόλαδο και ξηρούς καρπούς»!

 

Υπάρχουν όμως και άλλες περιπτώσεις. Πάμε να τις δούμε...

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ - ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΙ

Γεννήθηκε στην Αυστραλία, αγωνίστηκε σε περισσότερες από δέκα ελληνικές ομάδες, μεταξύ των οποίων ο Αρης και ο Ηρακλής, μέχρι που δέχτηκε πρόταση να παίξει στην Α’ κατηγορία της Ιαπωνίας. Δεν το σκέφτηκε καθόλου και εδώ και δύο περίπου μήνες προπονείται με τη Βεντφορέτ Κοφού και ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του. Ο Βασίλης Κωνσταντινίδης, ο «Μπίλι» για τους φίλους του και «Μπίρι» για τους Ιάπωνες, καθώς - όπως λέει - «δεν μπορούν να προφέρουν το λάμδα», μίλησε στο «ΕΘΝΟΣΠΟΡ» για τη ζωή τού… μετανάστη ποδοσφαιριστή στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.

«Το ποδόσφαιρο εδώ είναι τελείως διαφορετικό. Χρειάστηκα ένα μήνα για να μπω στον ρυθμό, γιατί τρέχουν πάνω κάτω με τρομερή ταχύτητα και χωρίς να κουράζονται! Ηταν ένα στοίχημα. Τώρα τα κατάφερα, μπήκα σε αποστολές και τρεις αγωνιστικές πριν από το τέλος, είμαι έτοιμος να βοηθήσω. Θέλω, όμως, να μείνω εδώ. Ανοιξε το μυαλό μου. Είναι όμορφη εμπειρία και χαίρομαι που το αποφάσισα να έλθω στην Ιαπωνία».

Ο «Μπίρι» πηγαίνει για προπόνηση στις 8.30 κάθε πρωί και μένει μέχρι τη μία το μεσημέρι. «Δυόμιση ώρες γήπεδο, μετά βίντεο, συνεντεύξεις και αυτόγραφα. Τρεις φορές την εβδομάδα πηγαίνουμε τα απογεύματα ανά γκρουπ σε γυμναστή, στο κέντρο της πόλης. Είναι, όμως, και άλλες οι συνθήκες εδώ. Τα χρήματα δεν συγκρίνονται με την Ελλάδα. Κάθε μήνα είναι στην τράπεζα. Ηταν και ένας σημαντικός λόγος που το αποφάσισα. Πληρώνουν για τα πάντα. Οταν έρχεται η ώρα να υπογράψεις αυτόγραφα, είτε στις ακαδημίες, είτε για τους μικρούς, βλέπεις έξτρα ποσά στον λογαριασμό σου!».

 

ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Υπάρχουν, όμως, και δυσκολίες στα πιο απλά πράγματα. «Η επικοινωνία είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Είμαστε μιάμιση ώρα από το Τόκιο και δεν βρίσκεις άνθρωπο να μιλάει Αγγλικά. Στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουμε, δείχνουμε… εικόνες. Στα εστιατόρια σπάνια θα βρεις πιρούνι. Μέχρι να μάθω να τρώω με ξυλάκια, έκανα 35 λεπτά για ένα πιάτο που ο Ιάπωνας το έτρωγε σε τέσσερα λεπτά! Είναι ωραίο το φαγητό, υγιεινό, μου αρέσει το σούσι, αλλά όλα είναι στεγνά. Ούτε σταγόνα λαδάκι. Και δεν χορταίνεις. Τις πρώτες μέρες έχασα κιλά».

Ο Βασίλης Κωνσταντινίδης απολαμβάνει τα καλά της τεχνολογίας. «Τα περισσότερα ταξίδια τα κάνουμε με το γρήγορο τρένο. Σε μία ώρα καλύπτουμε απόσταση, για την οποία ήθελες τρεις ώρες με το αυτοκίνητο. Και ο αγώνας είναι απόλαυση. Το γήπεδο είναι πάντα γεμάτο με 15.000 ανθρώπους, οικογένειες, τραγούδι και χειροκρότημα, είτε χάσεις, είτε κερδίσεις. Αξίζει το να ζει κάποιος σε μια χώρα με σεβασμό, ευγένεια και ασφάλεια».

Ο 31χρονος Κωνσταντινίδης αγωνίζεται ως επιθετικός και πριν μετακομίσει στην Ιαπωνία είχε αγωνιστεί σε Βέροια, Ναυπακτιακό, Λαμία, Νίκη Βόλου, Πιερικό, Πόντιους Κατερίνης, Ηρακλή, Εθνικό Γαζώρου, Πανσερραϊκό, Δόξα Δράμας, Αρη και Βέροια.

 

ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ - ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΤΟΧΑ

Το Κατάρ επενδύει στον αθλητισμό και επενδύει πολλά. Η ελληνική τεχνογνωσία του μπάσκετ έχει ζήτηση και ο Μάνος Μανουσέλης, πρώην συνεργάτης του Παναγιώτη Γιαννάκη στον Ολυμπιακό και επί χρόνια προπονητής των μικρών εθνικών ομάδων, έχει αναλάβει την καθοδήγηση της ομάδας Αλ Σαντ και με την επιτυχημένη του δουλειά σταδιακά... ριζώνει στην Ντόχα όπου συνεχίζει να συλλέγει εμπειρίες ενός κόσμου τελείως διαφορετικού. Το «γράμμα» του στο «ΕΘΝΟΣΠΟΡ» είναι ένα ταξίδι λέξεων και εικόνων.

«Ντόχα, η πρωτεύουσα του Κατάρ, η πόλη των αντιθέσεων. Η ζωή εδώ είναι γεμάτη εκπλήξεις για τον νεοφερμένο με τον καιρό να αποτελεί τον βασικό παράγοντα για το τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις. Από τον Ιούνιο ως τα μέσα Οκτωβρίου, όπου οι θερμοκρασίες μπορούν να φτάσουν μέχρι και 50 βαθμούς με υγρασία, όλες οι δραστηριότητες γίνονται σε εσωτερικούς χώρους. Από τον Νοέμβριο και μετά η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη και μπορείς να ζεις σαν …Ελληνας ( που λέει ο λόγος)

Το πρωί, ειδικά για όσους έχουν παιδιά ξεκινάει από πολύ …πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 5:30, ο ήλιος έχει ήδη κάνει την εμφάνιση του. Στις 6:15 πρέπει να έχεις φύγει από το σπίτι γιατί το σχολείο ξεκινάει στις 7 και οι δρόμοι είναι τόσο γεμάτοι, ώστε μοιάζουν με τεράστια πάρκινγκ.

Η οδήγηση στην Ντόχα σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Οι δρόμοι μοιάζουν με έκθεση ακριβών αυτοκινήτων. Τα πόρσε καγιέν (για να έχει κανείς ένα μέτρο σύγκρισης) είναι τόσο ανυπόληπτα όσο και τα λάντα στην Ελλάδα. Δίπλα σου βλέπεις ανά πάσα στιγμή οχήματα που κοστίζουν περισσότερο από 300.000 ευρώ με κυρίαρχο στοιχείο το μέγεθος. Μιλάμε για τεράστια τζιπ 5.000 κυβικών και άνω που πηγαίνουν όπου νάναι στην κυριολεξία.

Κι όμως, οι κάτοικοι του Κατάρ είναι καλοί άνθρωποι. Αν για παράδειγμα μείνεις με το αυτοκίνητο δεν υπάρχει περίπτωση να μην προσφερθεί κάποιος να βοηθήσει. Να σε πάει πιο κάτω, ακόμη και να σου αλλάξει το λάστιχο.

Γύρω σου νιώθεις μια πρωτόγνωρη αίσθηση ασφάλειας καθώς δεν υπάρχει δελτίο εγκληματικών ενεργειών και η αστυνομία πολύ σπάνια ασχολείται με κάτι διαφορετικό από τροχαία ατυχήματα. Αν αφήσεις το κινητό σου σε κάποιο από τα δεκάδες μολ πάνω σε ένα τραπέζι και γυρίσεις μετά από μια ώρα να το πάρεις αποκλείεται να το έχει ακουμπήσει κανείς.

 

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΑΝΤΑΣ

Από την άλλη το καλοκαίρι με την ζέστη στα όρια του αδιανόητου και ατέλειωτες ώρες μέσα στο αυτοκίνητο με το φανάρι να κάνει μέχρι και πέντε λεπτά για να ανάψει πράσινο, πολλές φορές φτάνεις στην απελπισία. Θέλεις μόνο να κρυφτείς κάπου που έχει δυνατό ερ – κοντίσιον. Είναι η εποχή που το στην Ντόχα καταλαβαίνεις ότι τρία πράγματα δεν μπορείς να συναντήσεις όσο προσπαθείς να κάνεις την δουλειά σου μαζί με τους ντόπιους: There is no sense of time

Μετάφραση: Αν έχεις ραντεβού στις 7, μπορεί και να γίνει στις οκτώ. Ο χρόνος είναι κάτι σχετικό και Inshallah (αν θέλει ο Θεός) θα γίνει αυτό που έχεις σχεδιάσει.

There is no sense of importance

Μετάφραση: Εσύ μπορεί να καίγεσαι για να γίνει το ένα και το άλλο, ο απέναντι σου όμως δεν θεωρεί τίποτα από όλα αυτά σοβαρό. Και τι έγινε δηλαδή αν δεν το κάνουμε; Θα πεθάνει κανείς;

There is no sense of urgency

Μετάφραση: Τίποτα δεν είναι επείγον. Ο ρυθμός της ζωής είναι χαλαρός και ότι μπορεί να γίνει σήμερα, μπορεί να γίνει αύριο.

Το βέβαιο είναι ότι στην Ντόχα δεν επιβιώνεις αν δεν έχεις λεφτά και αυτοκίνητο. Η ζωή είναι ακριβή και οι τιμές στα σούπερ μάρκετ είναι 20% (τουλάχιστον) πιο ακριβές από όσο στην Ελλάδα. Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι εισαγωγής και η ποιότητα τους … Παναγία βοήθα. Και όποιος δεν έχει αμάξι απλά δεν μπορεί να πάει πουθενά γιατί οι αποστάσεις είναι τέτοιες που δεν καλύπτονται με τα πόδια. Καλά που οι τιμές των αυτοκινήτων είναι μισές από ότι στα μέρη μας, ενώ το καύσιμο είναι …τέσσερις φορές φθηνότερο…

Η Ντόχα είναι η πόλη των mall. Βασικά εκεί ζει ο κόσμος. Μιλάμε για δεκάδες εμπορικά κέντρα όπου βρίσκεις τα πάντα. Από σούπερ μάρκετ, ως παιδότοπους, από εμπορικά και εστιατόρια, ως γήπεδα και σινεμά. Οι ημέρες που δεν δουλεύει ο κόσμος είναι η Παρασκευή και το Σάββατο. Τότε στα mall γίνεται αληθινή διαδήλωση με χιλιάδες ανθρώπους από κάθε σημείο του πλανήτη να βρίσκονται εκεί…

Εκεί μπορείς να φας τουρκικό ή, ιταλικό φαγητό (και ελληνικό έχει αλλά δεν μοιάζει και πολύ) αμερικάνικο, ή, κινέζικο, να φας παγωτό ή, γλυκό, να πιεις παγωμένη λεμονάδα. Να πιείς δεν γίνεται. Το αλκοόλ απαγορεύεται. Αν πας βέβαια σε κάποιο από τα μεγάλα ξενοδοχεία βρίσκεις και από αυτό…

Μιλώντας για αντιθέσεις, η Ντόχα είναι μια μοναδική περίπτωση πόλης όπου μπορείς να βρεις ανθρώπους με μισθούς 30.000 ριάλια τον μήνα και αντίστοιχα 3.000 ριάλια τον μήνα που να είναι και οι δύο ευχαριστημένοι. Αυτός που έρχεται από το Μπαγκλαντές η, την Ινδία, για να ζήσει στο Κατάρ θα πάρει μέχρι και πέντε φορές περισσότερα από όσα έβγαζε στην πατρίδα του, θα είναι αρκετά για να τρώει και να κοιμάται, αλλά και να στέλνει στους δικούς του. Το ίδιο κάνουν και οι Ευρωπαίοι, με δεκαπλάσιους όμως μισθούς.

Το σίγουρο είναι ότι δύσκολα μπορείς να μείνεις στην Ντόχα για πολλά χρόνια. Σε μια πόλη όπου το 80% του συνολικού πληθυσμού (περίπου τρία εκατομμύρια) είναι αλλοδαποί και η αναλογία  ανδρών-γυναικών είναι μία γυναίκα για τέσσερις άνδρες πόσο μπορεί να ζήσει κανείς; Οι εργαζόμενοι στο Κατάρ είναι κυρίως άνδρες και πολλοί που έχουν έρθει χωρίς τις οικογένειές τους (ιδίως όσοι δουλεύουν εργάτες στις οικοδομές, στους οποίους παρέχεται ομαδική δωρεάν φιλοξενία σε ειδικά διαμορφωμένους ξενώνες) και μετράνε τις ημέρες για να φύγουν.

 

ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ

Οσο κυκλοφορείς στους δρόμους έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα απέραντο εργοτάξιο με στόχο το να είναι τα πάντα έτοιμα ως το 2022 που θα γίνει το παγκόσμιο κύπελλο του ποδοσφαίρου. Το τι θα γίνει μετά δεν το ξέρει κανένας, αλλά είπαμε, έχει ο Θεός…

Ετσι και αλλιώς η οικονομία της χώρας με τα τεράστια ενεργειακά αποθέματα ήταν σε ανοδική πορεία, σε αντίθεση με το γενικό κλίμα παγκοσμίως, αλλά το εμπάργκο των γειτόνων (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Μπαχρέϊν με ολίγο από Αίγυπτο που δεν έχει καταλάβει κανένας γιατί …ανακατεύτηκε) έχει βάλει ένα σχετικό φρένο.

Κατά τα άλλα η ζωή στην Ντόχα θα συνεχίσει να είναι μια έκπληξη. Ποτέ δεν ξέρεις τι βρίσκεται πίσω από τα γκιλπάπ και τις μπούρκες (τα παραδοσιακά σεντόνια) που φορούν οι Άραβες… Σε μια χώρα όπου ο μέσος πολίτης προσεύχεται πέντε φορές το εικοσιτετράωρο και η μοιρολατρία με την αναβλητικότητα παντρεύονται με ιδανικό τρόπο, τίποτα δεν είναι μη αναμενόμενο, οπότε Inshallah, όλα είναι μια χαρά διότι υπάρχουν και χειρότερα…»