Ας μιλήσουμε για τον Βασίλη…

Ένας παίκτης γεννημένος νικητής με προσωπικότητα και επίδραση που ελάχιστοι παίκτες στην ιστορία του ελληνικού και όχι μόνο μπάσκετ είχαν να επιδείξουν. Ταλέντα πέρασαν πολλά και από τα μέρη μας. Παικταράδες επίσης. Σπανούληδες λίγοι. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Γράφει ο Γιάννης Ψαράκης.

Αν και την πορεία του την παρακολουθώ από τότε που αμούστακος έφηβος πήγε από τη Λάρισα στην πρωτεύουσα για να ξεδιπλώσει το πλούσιο ταλέντο του, μέχρι τώρα στα… μπασκετικά «γεράματα» για πολλούς (για μένα, τη 2η μπασκετική του νιότη) είμαι από τους τελευταίους που μπορεί να μιλήσει για τον άνθρωπο Βασίλη. Δεν είχα άλλωστε και δεν έχω τίποτα περισσότερο από ένα τυπικό «γεια» όποτε βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο που αλλού, στα γήπεδα.

Μπορώ όμως να μιλήσω για αυτό που βλέπω κάθε φορά που τον βλέπω από κοντά στο παρκέ και δίπλα σε αυτό. Και για αυτό θα σας μιλήσω σήμερα.

Φυσικά και δεν χρειάζεται τα δικά μου κοσμητικά επίθετα, και τον θαυμασμό μου για να… καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου. Όταν για πάρτη του μιλάνε με θαυμασμό παλιοί αλλά και νέοι σταρ του χώρου σαν τον Λούκα Ντόντσιτς που τον έχουν είδωλο όπως εγώ κάποτε κολλούσα τις αφίσες του DrJ και του Παναγιώτη Γιαννάκη στο δωμάτιό μου, δεν «χρειάζεται» την αβάντα κανενός. Αλλωστε μιλάνε οι τίτλοι, οι προσωπικές διακρίσεις και κυρίως η διάρκεια μέσα στον χρόνο.

Δράττομαι, δε, της ευκαιρίας να γράψω κάτι που εδώ και χρόνια ήθελα, μετά από ένα ματς από αυτά που χαρακτηρίζονται «της σειράς». Ούτε τελικός ήταν το ματς με τη Μπάμπεργκ στο ΣΕΦ, ούτε έκρινε τίποτα, ούτε θα το θυμόμαστε για περισσότερες από λίγες ώρες. Σε τέτοια ματς μπορεί κανείς να διακρίνει αν αυτή η περιβόητη «σπίθα» στο βλέμμα, το πνεύμα του νικητή ακόμη και στο… μονό με τους γιούς του είναι πραγματικό και πόσο.

Έβλεπα λοιπόν τον Σπανούλη και τον χάζευα. Όχι να κάνει τις γνωστές εφορμήσεις του προς το αντίπαλο καλάθι. Ούτε να ξεκλειδώνει με ασίστ που μόνο εκείνος μπορούσε να εμπνευστεί και να εκτελέσει δίνοντας έτοιμο καλάθι στον Μιλουτίνοβ. Πόσους… Μιλουτίνοβ άλλωστε έχει «ταϊσει» και ο Σπανούλης, και ο Διαμαντίδης, και ο Παπαλουκάς και ο Ζήσης την προηγούμενη 15ετία και βάλε. Αλλά ας μην ξεφεύγω από το θέμα μου.

Έβλεπα τον Σπανούλη στον πάγκο. Να πετάγεται σαν ελατήριο όταν ένας συμπαίκτης του έβαζε καλάθι. Πρώτος να σηκωθεί και να τον χειροκροτήσει. Να πετάγεται πρώτος από τον πάγκο για να δώσει μία ιδιαίτερη συμβουλή. Για να παρηγορήσει τον «μικρό» που πήρε τη σωστή προσπάθεια αλλά αστόχησε. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που τον έβλεπα να αντιδρά έτσι. Το πνεύμα του νικητή, το πνεύμα του πρωταθλητή ή το έχεις ή δεν το έχεις. Και ο Σπανούλης είχε πέσει μέσα στο καζάνι με τον σχετικό ζωμό όταν ήταν μικρός…

Ήρθαν μετά οι δηλώσεις του Μπράιαν Ρόμπερτς να επιβεβαιώσουν αυτό που είχα δει για πολλοστή φορά. Και να μου δώσουν το έναυσμα αυτού του σχολίου. «Ο Σπανούλης έχει τον τρόπο να κάνει την ομάδα νικήτρια. Με τις τις ικανότητές του να ανεβάζει το επίπεδο της ομάδας. Δίχως αμφιβολία μας κάνει όλους καλύτερους. Το επίπεδο επίδρασης προς όλους μας είναι κάτι τρομακτικό τόσο όταν έχει καλό ρυθμό όπως τον αγώνα με τη Μπάμπεργκ όσο και όταν δεν είναι στην καλή βραδιά του» είπε ο Αμερικανός και δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι επιπλέον.

Αυτός είναι ο δικός μου Σπανούλης. Ένας παίκτης γεννημένος νικητής με προσωπικότητα και επίδραση που ελάχιστοι παίκτες στην ιστορία του ελληνικού και όχι μόνο μπάσκετ είχαν να επιδείξουν. Ταλέντα πέρασαν πολλά και από τα μέρη μας. Παικταράδες επίσης. Σπανούληδες λίγοι. Ελάχιστοι. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού…