Επιτέλους, ας μάθουμε να δημιουργούμε!

Ο Νίκος Νταμπίζας έθεσε τα πράγματα στη σωστή διάστασή τους μετά την ήττα από το Βέλγιο με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Το ελληνικό ποδόσφαιρο χρειάζεται περισσότερους ποδοσφαιριστές που θα μπορούν να δημιουργούν όχι μόνο να καταστρέφουν. Ο Νίκος Γιαννόπουλος γράφει για το μοντέλο που πρέπει σιγά-σιγά να αλλάξει.

Μετά την ήττα της Εθνικής ομάδας από το Βέλγιο, η οποία ήρθε παρά την εξαίσια εμφάνιση των διεθνών, το συνδρομητικό κανάλι που μετέδωσε το ματς έδωσε το λόγο στον Νίκο Νταμπίζα. Ο άλλοτε τεχνικός διευθυντής του Παναθηναϊκού, αφού ανέλυσε το ματς, προχώρησε σε μία διαπίστωση που θα ήταν άκρως ωφέλιμο να προβληματίσει άπαντες στο χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Είπε ο Μακεδόνας πρώην στόπερ ότι θα πρέπει να δουλέψουμε συνολικά έτσι ώστε το ποδόσφαιρό μας να βελτιώσει τη συνολική του λειτουργία στο μεσοεπιθετικό κομμάτι, δηλαδή στη δημιουργία και στο σκοράρισμα.

Έχει απόλυτο δίκιο ο Νταμπίζας. Το ποδόσφαιρο αλλάζει προς το.... και το πιο δημιουργικό, ο βαθμός τεχνογνωσίας, αλλά και της εισόδου της επιστήμης σ' αυτό ολοένα και ανεβαίνει, οι ομάδες ανά τον κόσμο στο υψηλό επίπεδο γίνονται αρτιότερες τεχνικά μέσα από τη στοχοπροσωλημένη προπόνηση και την εξειδίκευση.

ΤΟ ΑΜΥΝΤΙΚΟ ΔΟΓΜΑ... ΕΞΑΝΤΛΗΘΗΚΕ

Το ελληνικό μοντέλο, όπως αυτό τουλάχιστον εκφράστηκε μέσω της Εθνικής ομάδας, τα τελευταία χρόνια έδωσε την απόλυτη προτεραιότητα στην αμυντική λειτουργία, στην αναχαίτιση και την καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Το εν λόγω μοντέλο, εφαρμοσμένο στην εντέλεια από τον τεράστιο Ρεχάγκελ και την εξαιρετική φουρνιά των ποδοσφαιριστών του 2004, παρήγαγε το έπος της Πορτογαλίας πάνω στο οποίο η Εθνική (και μόνο αυτή) πάτησε για να έρθουν οι επιτυχίες και των επόμενων ετών.

Λέγεται ότι το αμυντικό δόγμα μάς ταιριάζει διαχρονικά. Κάτι τέτοιο άλλωστε ισχυρίστηκε on camera την Κυριακή ο Ανδρέας Σάμαρης, ένας από τους πιο οξυδερκείς Έλληνες παίκτες. Δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε αλλά το ερώτημα που τίθεται είναι μέχρι που μπορεί να μας κουβαλήσει το συγκεκριμένο μοντέλο τη στιγμή που ο ανταγωνισμός αυξάνεται και το άθλημα προοδεύει...

Κατά την ταπεινή μας άποψη, και όπως σωστά το επεσήμανε ο Νίκος Νταμπίζας, έχει φτάσει η ώρα που το ελληνικό ποδόσφαιρο, ως οργανισμός, θα πρέπει να δουλέψει στην κατεύθυνση της παραγωγής παικτών που θα διακρίνονται και στο δημιουργικό κομμάτι. Αυτό είναι το μέλλον, εκεί χρειαζόμαστε βελτίωση, εκεί οφείλουμε να εστιάσουμε.

Η ΕΠΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΙ

Το μεγάλο βάρος πέφτει, όπως είναι λογικό, στην ομοσπονδία και το αναπτυξιακό της πρόγραμμα. Μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία θα εντοπιστούν, θα πλαστούν και θα δοθούν προς... χρήση οι ποδοσφαιριστές των επόμενων χρόνων, αυτοί που θα διακριθούν όχι μόνο για τα ανασταλτικά τους καθήκοντα αλλά θα ξέρουν τι θα κάνουν όταν θα έχουν την μπάλα στα πόδια.

Επιβάλλεται, παράλληλα, μία συνολική αλλαγή νοοτροπίας στον τρόπο που δουλεύουν οι σύλλογοι, μεγάλοι και μικροί, στις μικρές ηλικίες. Το κύριο μέλημα ακόμα και στα 12χρονα είναι η κατάκτηση της νίκης. Μέγα λάθος. Η προτεραιότητα πλέον δεν μπορεί να μην δίνεται στη βελτίωση των δεξιοτήτων, στην τέλεια εκμάθηση των βασικών του αθλήματος και στην ολοένα πιο εξειδικευμένη προπόνηση που θα βοηθά τους νεαρούς Έλληνες ποδοσφαιριστές να βελτιώνονται και να αποκτούν εφόδια για να επιβιώνουν στο σύγχρονο ανταγωνισμό που η παγκοσμιοποίηση του αθλήματος έχει επιβάλλει.

Προφανώς δεν πρόκειται να αποκτήσουμε ποτέ τα τεχνικά χαρακτηριστικά των Βραζιλιάνων ούτε την αρτιότητα των Ισπανών. Ούτε φυσικά χρειάζεται να καταστρέψουμε ότι έχουμε δημιουργήσει μέχρι στιγμής στο όνομα μίας αμφιβόλου αποτελέσματος αλλαγής που θα γίνει χωρίς πρόγραμμα και στόχο. Είναι όμως απαραίτητο να στρίψουμε λίγο το τιμόνι για να παράξουμε ποδοσφαιριστές πιο ώριμους και περισσότερο δημιουργικούς.

ΕΝΑΣ ΜΗΤΡΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΔΩΝΗΣ... ΜΟΝΟΙ

Ο κορυφαίος σύγχρονος σκόρερ του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο Κώστας Μήτρογλου, δεν αποτελεί ελληνικό ποδοσφαιρικό προϊόν. Στη Γερμανία έμαθε τα μυστικά του αθλήματος ο ομογενής στράικερ και σ' αυτήν οφείλει, σε πρώτο βαθμό, την εξέλιξή του. Ο Τάσος Δώνης, που δείχνει ικανός να παίξει σπουδαίο ρόλο τα επόμενα χρόνια, εγκατέλειψε την Ελλάδα πριν σχεδόν κλείσει τα 16 για να ενταχθεί στο κορυφαίο προπονητικό πρόγραμμα της Γιουβέντους. Επί της ουσίας ούτε ο ίδιος θεωρείται ελληνικό ποδοσφαιρικό προϊόν.

Για κάθε έναν Δώνη ή Φορτούνη που βγάζουμε, υπάρχουν κοντολογίς 3 ή 4 Παπασταθόπουλοι η Τζιόληδες γιατί ακριβώς δεν έχουμε μάθει ως ποδόσφαιρο να δουλεύουμε στη δημιουργία και το χτίσιμο.

Υπάρχει άλλωστε και το μάλλον θλιβερό παράδειγμα του ελληνικού πρωταθλήματος. Οι 10 από τις 16 ομάδες παίζουν κυρίως για να καταστρέψουν το παιχνίδι του αντιπάλου τους και τις περισσότερες φορές βρίσκονται πίσω από την μπάλα. Ακόμα όμως και οι μεγάλοι σύλλογοι, που εκ των πραγμάτων είναι αναγκασμένοι να παίζουν ποδόσφαιρο κυριαρχίας, στις θέσεις από το 8 και μπροστά εμπιστεύονται σχεδόν μόνο ξένους ποδοσφαιριστές. Τα παραδείγματα του Φορτούνη, του Μάνταλου και του Χριστοδουλόπουλου υπάρχουν απλά ως εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Πολλά οφείλονται επίσης, και το υπογράμμισε και ο Νταμπίζας, στην έκδηλη ανασφάλεια των προπονητών στους συλλόγους. Φοβούμενοι την απόλυση (την οποία τελικά αργά ή γρήγορα δεν γλιτώνουν) κυνηγούν με... θρησκευτικό φανατισμό το αποτέλεσμα και μόνο. Όπως έλεγε και ο μύστης της μπασκετικής άμυνας, Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, “ήταν για μένα πιο εύκολο να διδάξω στους παίκτες μου πως να μην δέχονται καλάθι, παρά το πως θα βάλουν”. Έτσι θριάμβευσε η δική του Λιμόζ. Αλλά θριάμβευσε μόνο μία φορά!

Τυχόν διατήρηση του υφιστάμενου μοντέλου, αναλλοίωτου, χωρίς έστω κάποιες πινελιές δημιουργίας, θ' αφήσει το ελληνικό ποδόσφαιρο πολύ πίσω στον ανταγωνισμό με συνέπεια να μείνουμε όλοι στις δάφνες του ένδοξου παρελθόντος χωρίς όμως σοβαρές πιθανότητες για...λάμψη στο μέλλον.

Μπορούμε να αλλάξουμε τη μοίρα μας αν εκπονηθεί ένα σοβαρό σχέδιο αναδόμησης, κυρίως των Εθνικών ομάδων, αλλά και του ποδοσφαιρικού οικοδόμηματος εν γένει. Και σ' αυτό κάποια από τα παιδιά του 2004 μπορούν-και οφείλουν- να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο.