Κούπα να 'ναι, ακόμα και με 11 ξένους

Η συντριπτική πλειοψηφία ξένων παικτών στις ενδεκάδες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού ξένισε μερίδα φιλάθλων. Είναι όμως πράγματι έτσι ή ο Έλληνας οπαδός ενδιαφέρεται απλώς για τη νίκη και αδιαφορεί για τα υπόλοιπα; Ο Νίκος Γιαννόπουλος προσεγγίζει το φαινόμενο του αφελληνισμού του πρωταθλήματος.

Η συζήτηση που γίνεται εσχάτως στα φόρα, στα social media και στα κατά τόπους ποδοσφαιρικά στέκια της χώρας για την ξενομανία, κυρίως των μεγάλων ομάδων, δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία ούτε ένα καθαρά συγκυριακό φαινόμενο.

Συζητείται εδώ και χρόνια, απλώς εφέτος που κυρίως οι δύο αιώνιοι ...εξόρισαν.

τους Ελληνες παίκτες από την ενδεκάδα τους, το πρόβλημα άρχισε να γίνεται ορατό και στις πλατιές μάζες, αυτές που παρακολουθούν έναν αγώνα κάθε Κυριακή στο καφανείο που έχειNova και δεν ακούν ούτε ένα ελληνικό όνομα στη σύνθεση της αγαπημένης τους ομάδα.

Η λέξη πρόβλημα δεν χρησιμοποιείται τυχαία ούτε για να δοθεί έμφαση. Συνιστά πρόβλημα η κατάσταση πράγματι. Στην Ελλάδα της κρίσης και στο ελληνικό πρωτάθλημα της απαξίωσης το 42.4% των ποδοσφαιριστών είναι ξένοι. Στις μεγάλες ομάδες, και ιδιαίτερα στον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό ,το ποσοστό αυτό ανεβαίνει δραματικά.

ΔΗΜΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ

Η σύνδεση του κόσμου του ποδοσφαίρου με το στοιχείο της εντοπιότητας, για να το θέσουμε έτσι, είναι κρίσιμο μέγεθος στο ποδόσφαιρο. Το άθλημα απέκτησε τεράστια δημοφιλία σχεδόν σε όλο τον κόσμο γιατί οι φίλαθλοι έβλεπαν στο γήπεδο την προέκταση του εαυτού τους, τα παιδιά της διπλανής πόρτας να τους εκπροσωπούν, επάξια ή όχι δεν έχει σημασία.

Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 50 και του 60, όταν το ποδόσφαιρο έγινε πράγματι ένα λαοφιλέστατο άθλημα ξένοι ποδοσφαιριστές δεν υπήρχαν. Οι Ολυμπιακοί ταυτίζονταν με τον Σιδέρη και τον Υφαντή, οι Παναθηναϊκοί με τον Δομάζο και τον Αντωνιάδη, οι ΑΕΚτζηδες με τον Νεστορίδη και τον Παπαϊωάννου και πάει λέγοντας.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Το να μην υπάρχει στην ενδεκάδα του Παναθηναϊκού, για παράδειγμα, Ελληνας παίκτης όπως και να το κάνουμε αποξενώνει μία μερίδα κόσμου, από το άθλημα. Προσοχή, η προσέγγιση δεν είναι εθνικιστική, του στιλ “πρέπει να παίζουν οι Ελληνες για να μην παίζουν οι ξένοι”, κτλ κτλ κτλ. Το πρόβλημα έχει να κάνει περισσότερο με την κοινωνική-ψυχολογική διάστασή του. Ο κόσμος δεν βλέπει πια τα δικά του παιδιά στο χορτάρι, μπορεί να νιώθει ότι δεν μπορεί πια να επικοινωνήσει με τους παίκτες με την πασίγνωστη, στα γήπεδα, γλώσσα των συνθημάτων.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

Το παγκοσμιοποιημένο ποδόσφαιρο όμως είναι κάπως έτσι, τουλάχιστον στην προηγμένη Ευρώπη που προσελκύει την αφρόκρεμα του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού ταλέντου. Στην Αγγλία, όπου το χρήμα ρέει άφθονο ακόμα και στους μικρούς συλλόγους, οι ξένοι πάνε και έρχονται. Μπορεί να μην το πιστέψετε αλλά τα επίσημα στοιχεία είναι αμείλικτα. Το 66,7% των ποδοσφαιριστών που αγωνίζονται στο αγγλικό πρωτάθλημα είναι μη Αγγλοι.

Μην νομίζετε ότι και στην Αγγλία δεν ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας για το φαινόμενο. Είναι όμως τόσο αδύναμες και τόσο μειοψηφικές που ουσιαστικά ουδείς τις λαμβάνει υπόψιν. Η χώρα παράγει ένα πολύ πλούσιο ποδοσφαιρικό προϊόν, η ποιότητα είναι κάτι παραπάνω από υψηλή, τα γήπεδα θαυμάσια, δεν έχει πολλούς λόγους να παραπονιέται κανείς,πέρα ίσως από τα ακριβά εισιτήρια. Η ποδοσφαιρική Αγγλία, μ' άλλα λόγια, μπορεί να σηκώσει ένα τέτοιο βάρος και να δικαιολογηθεί στο κοινό της, ότι “κύριοι κοιτάξτε, εμείς σας φέρνουμε τους καλύτερους”.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΕΒΛΗ ΑΓΟΡΑ

Στην Ελλάδα, χώρα στην οποία θα έπρεπε να παράγεται, και ως ένα βαθμό παράγεται ντόπιο ελληνικό ταλέντο, τέτοια πολυτέλεια δεν υπάρχει. Οι ξένοι ποδοσφαιριστές δεν είναι, στο σύνολό τους τουλάχιστον, καλύτεροι από τους Ελληνες, πολλοί από αυτούς δεν μπορούν να κάνουν τη διαφορά, συμπληρώνουν απλώς τα ρόστερ.

Οι ομάδες, μικρότερου βεληνεκούς συνήθως, που εμπιστεύτηκαν στα χρόνια της κρίσης τους Ελληνες ας μην κρυβόμαστε, τον έκαναν αναγκαστικά. Ο Πανιώνιος, που επί ημερών Τσακίρη έφερε στη Νέα Σμύρνη τον Εστογιανόφ και τον Ρεκόμπα, έδωσε φανέλα βασικού σε Ελληνες μικρής ηλικίας γιατί η μη αδειοδότηση του έβαζε περιορισμό στις μεταγραφές. Αλλες ομάδες το έκαναν απλώς και μόνο για να μειώσουν τα μπάτζετ.

Ο Ολυμπιακός, η μακράν πιο πλούσια ελληνική ομάδα, κυριαρχούσε και στο ελληνικό μεταγραφικό παζάρι, περισσότερο όμως σε μία προσπάθεια να αποδυναμώσει τους ανταγωνιστές του, παρά για να βάλει με αξιώσεις στο ρόστερ του τα Ελληνόπουλα. Για το παράδειγμα του κάθε Φορτούνη, υπάρχει πάντα ένας Τάτος που πήγε, είδε και απήλθε χωρίς ουσιαστικά να πάρει ευκαιρίες ενώ πιθανότατα σε μία άλλη ομάδα θα είχε πολλές περισσότερες.

Η στρεβλή αγορά αλλά και το γεγονός ότι οι πραγματικά ταλαντούχοι Ελληνες παίκτες προτιμούν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, να δοκιμάζουν την τύχη τους στο εξωτερικό, εκεί που οι συνθήκες είναι καλύτερες και οι αμοιβές πιο υψηλές, αφαίρεσαν εν πολλοίς το ελληνικό στοιχείο από το πρωτάθλημα.

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ

Θα αντιδράσει με κάποιον τρόπο ο κόσμος σ' αυτό; Τα πάντα θα εξαρτηθούν, ως συνήθως, από το αποτέλεσμα. Αν, για παράδειγμα, ο Παναθηναϊκός των πολλών ξένων πάρει εφέτος το πρωτάθλημα, ουδείς θα θυμάται ότι στην ενδεκάδα πολλές φορές δεν υπήρχε Ελληνας ούτε για δείγμα.

Αν, πάλι, το πράγμα στραβώσει, όλοι θα μιλήσουν για τον Πύργο της Βαβέλ που κατασκεύασε ο Στραματσόνι. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον Ολυμπιακό. Η οπαδική ψυχολογία δεν αλλάζει θεαματικά από ομάδα σε ομάδα.

Ειδικά οι πιο νέοι, που το αίμα τους βράζει και διψούν για νίκες για να πηγαίνουν την επόμενη ημέρα με περηφάνια στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο ή στη δουλειά, δεν δίνουν δεκάρα στην πραγματικότητα για την εθνικότητα των παικτών αλλά και για το ελληνικό ποδόσφαιρο ως οργανισμό. Θέλουν να νικά η ομάδα τους, τελεία. Αν αυτό μπορεί να γίνει με Ελληνες ή ξένους τους είναι αδιάφορο.

Σε βάθος χρόνου όμως είναι πιθανό να υπάρξει μερίδα οπαδών που θα αποστασιοποιηθεί αν το φαινόμενο συνεχιστεί. Οι ομάδες, προσώρας, σφυρίζουν αδιάφορα. Αν όμως δουν τη συνολική οπαδική τους βάση να συρρικνώνεται τα επόμενα χρόνια, θα αναζητήσουν λύσεις. Λύσεις βέβαια που και τώρα είναι γνωστές. Οργάνωση των ακαδημιών και σκάουτινγκ μέχρι τελικής πτώσεως από τον Εβρο έως τη Γαύδο. Αλλά και αυτά χρειάζονται χρήματα και προγραμματισμό, τίποτα δεν χτίζεται με αέρα και άμμο.

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα