Το ποδόσφαιρο της... όπερας χάνει την ψυχή του

Ο Ραχίμ Στέρλινγκ αποβλήθηκε με δεύτερη κίτρινη επειδή πανηγύρισε μαζί με τον κόσμο. Αλήθεια που ακριβώς οδεύει ως θέαμα το ποδόσφαιρο; Ο Νίκος Γιαννόπουλος αναπολεί το χαμένο ενθουσιασμό και το πάθος στα ποδοσφαιρικά γήπεδα ανά τον κόσμο.

H απορία του Πεπ Γκουαρδιόλα για την κόκκινη κάρτα που δέχθηκε το Σάββατο ο Ραχίμ Στέρλινγκ αν μην τι άλλο εύλογη: "Αν δεν μπορούμε να πανηγυρίσουμε με τον κόσμο, τότε ποιο το νόημα;"

Ο σκόρερ του χρυσού γκολ της Σίτι που χάρισε τη νίκη στην ομάδα του στο 7ο λεπτό των καθυστερήσεων κόντρα στην Μπόρνμουθ, τρελαμένος με την επιτυχία του, έσπευσε στο πέταλο που κάθονταν οι οπαδοί των “Πολιτών” και έγινε ένα κουβάρι μαζί τους. Μία ωραία σκηνή, σαν και αυτές που μόνο ο αθλητισμός μπορεί να προσφέρει. Η κατάληξη; Αποβολή του Άγγλου στράικερ με δεύτερη κίτρινη κάρτα από έναν διαιτητή που εξάντλησε σε...αηδιαστικό βαθμό την αυστηρότητά του!

Είναι κάποια χρόνια τώρα που το ποδόσφαιρο, ειδικά στην Αγγλία, έχει μία έντονη μυρωδιά political correct πράγματος μέσα σε μία ατμόσφαιρα που αρχίζει να θυμίζει όπερα παρά ποδοσφαιρικό γήπεδο. Ο Σερ Αλεξ Φέργκιουσον εγκατέλειψε τους πάγκους έχοντας τον καημό ότι το “Ολντ Τράφορντ” είχε μετατραπεί σε...θέατρο, σε μία έδρα δηλαδή που ο κόσμος απλώς χειροκροτούσε ή και αποδοκίμαζε χλιαρά λες και παρακολουθούσε τένις και όχι ποδόσφαιρο.

Τυχαίο; Μάλλον όχι. Ειδικά στην Αγγλία το παιχνίδι απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τις ρίζες του, τουλάχιστον στην ατμόσφαιρα των γηπέδων. Με τα εισιτήρια να είναι (στην πλειοψηφία τους) πολύ ακριβά για την εργατική τάξη, τους φτωχούς, τους ανέργους, συρρέουν στις εξέδρες άνθρωποι που δεν πολυπαθιάζονται γι' αυτό που βλέπουν. Ανθρωποι που νομίζουν ότι η παρουσία τους σ' ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο είναι ακόμη μία κοσμική έξοδος και τίποτα παραπάνω.

Οι κανόνες του παιχνιδιού επίσης έχουν γίνει υπερβολικά soft. Κίτρινη για τον παίκτη που πανηγυρίζει βγάζοντας τη φανέλα του, κίτρινη για τον παίκτη που πανηγυρίζει μαζί με τον κόσμο, τιμωρίες για τις ομάδες των οποίων οι οπαδοί σηκώνουν πανό με πολιτικό μήνυμα, dress code για τους παίκτες οι οποίοι δεν μπορούν να έχουν τη φανέλα έξω από σορτσάκι και την κάλτσα κατεβασμένη. Ολα πλέον μοιάζουν να κινούνται στον αστερισμό του χρήματος και της...κανονικότητας.

Ολα γίνονται για τον πελάτη που απλώς... καταναλώνει το προϊόν. Κάθεται σχετικά ήσυχος στην εξέδρα, πίνει το ποτό του, τρώει το σάντουιτς, πιο πριν έχει περάσει και από την μπουτίκ να αγοράσει τη φανέλα της νέας μεταγραφής και αυτό ήταν όλο. Λείπει το πάθος, η έξαψη, αυτό που γουστάρει να βλέπει κανείς σ' ένα γήπεδο. Ο ενθουσιασμός!

Και όμως, το ποδόσφαιρο έγινε μία απίστευτα επικερδής βιομηχανία θεάματος ακριβώς γιατί απευθύνεται σε πλατιές μάζες σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου, μάζες οι οποίες το λάτρεψαν και το κατέστησαν Νο 1 παιχνίδι παγκοσμίως. Είναι εκ φύσεως λαϊκό άθλημα και ως τέτοιο μόνο μπορεί να ζήσει στο πέρασμα των αιώνων.

Οι χορηγοί έσπευσαν σ' αυτό γιατί ξέρουν ότι το μήνυμά τους μπορεί να φτάσει μέχρι και το τελευταίο σπίτι, στην τελευταία φαβέλα, στο τελευταίο γιαπί, παντού πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη. Και όμως, ο λαϊκός παράγοντας δείχνει να εξοβελίζεται, συχνά με βίαιο τρόπο από τα γήπεδα, στο όνομα της καταπολέμησης της βίας και της ασφάλειας.

Δεν ισχυριζόμαστε φυσικά ότι δεν υπήρχαν κρούσματα βίας στο ποδόσφαιρο. Προφανώς και υπήρχαν. Στην Αγγλία ειδικά ο κόμπος έφτασε στο χτένι και χρειάστηκαν να παρθούν δραστικά μέτρα. Η Θάτσερ όμως, η οποία έτσι και αλλιώς δεν πίστευε σε τίποτα το κοινωνικό και μαζικό, το μόνο πράγμα που έκανε ήταν να δώσει ένα διαφορετικό ταξικό πρόσημο στον κόσμο που πηγαίνει στο γήπεδο.

Θεωρήθηκε ότι τη βία την προξενούσαν οι φτωχοί, οι “αλήτες” που γύριζαν στα γήπεδα και έψαχναν αφορμή απλώς για να πλακωθούν με άλλους “συναδέλφους” τους των οποίων όλων μαζί η μοίρα ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη στη θατσερική Αγγλία. Θα ήταν μία ζωή ή άνεργοι ή κακώς αμειβόμενοι.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημερινό, ολίγον...κλινικό ποδόσφαιρο. Θα αναρωτηθεί κανείς “καλά, νοστάλγησες τη βία και το ωμό ξύλο μέσα στα γήπεδα;” Σε καμία περίπτωση. Από την πλευρά μας όμως μπορούμε να διατυπώσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: Επρεπε να φτάσουμε στον άλλο άκρο; Να μετατρέψουμε τα γήπεδα σε σαλόνια για τους κυρίους και τις κυρίες της υψηλής κοινωνίας που απολαμβάνουν το θέαμα πίνοντας το κοκτέιλ τους και τσιμπολογώντας το χαβιάρι τους; Επρεπε να φτάσουμε στο σημείο στο οποίο πληρώνουμε ακόμα και να παρακολουθήσουμε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;

Το άθλημα χάνει σιγά-σιγά την ψυχή του. Παραμένει εξαιρετικά δημοφιλές γιατί λατρεύεται ακόμα από την...”πλέμπα”. Αν όμως πάρει οριστικό διαζύγιο από τις ρίζες του και τις κοινωνικές του καταβολές, στο μέλλον δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. Καλύτερο ή χειρότερο θα το διαπιστώσουμε σε λίγα χρόνια.