Η νίκη που έκανε κακό σε εμάς και καλό στις ΗΠΑ

Ο Τάσος Μαγουλάς αναλύει το τελειότερο παιχνίδι που έγινε ποτέ κόντρα στις ΗΠΑ και το τι ακολούθησε στο ελληνικό μπάσκετ.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να καταλάβουμε πως όλα αυτά τα επετειακά, όπως πορεύεται το ελληνικό μπάσκετ τα τελευταία χρόνια είναι περισσότερο μελαγχολικά κείμενα παρά μία επετειακή υπενθύμιση. Μάλλον για να το θέσουμε πιο σωστά, όσο υπάρχει ανάγκη για τέτοιες υπενθυμίσεις, τότε μάλλον τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά.

Πολλοί ίσως υποστηρίξουν πως η 1η Σεπτέμβρη στην Σαϊτάμα ήταν η ημέρα που άλλαξε το μπάσκετ και θα έχουν δίκιο. Μόνο που άλλαξε το μπάσκετ προς το καλό για τους Αμερικανούς και προς το κακό για εμάς.

Ναι αν είναι να θυμόμαστε εκείνο το μεσημέρι είναι καιρός, 10 χρόνια μετά, να το δούμε για όσα ακολούθησαν όχι για εκείνα που μας πρόσφερε για έναν χρόνο. Αυτά θα μείνουν ανεξίτηλα όπως και το τελειότερο παιχνίδι στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ, πιθανώς δε το τελειότερο που έχει κάνει ποτέ ομάδα εκτός ΗΠΑ.

Οπότε θα κάνουμε μία συμφωνία: σήμερα ο θρίαμβος, αύριο η...πτώση. Κάτι σαν το ταξίδι του Δαιδάλου και του Ικάρου.

Η ΠΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΙΔΑΛΟΥ

Διότι αυτή ήταν μία πραγματικότητα για την ομάδα όπως την δημιούργησε ο Γιαννάκης από το 2004. Ένα σύνολο που για να το πούμε σε πιο σύγχρονους όρους, πετούσε κάτω από το ραντάρ. Έπαιζε ένα μπάσκετ άλλης δεκαετίας, έμπαινε στο πετσί του αντιπάλου και το διέλυε.

Ήταν η πιο ταλαντούχα συνολικά ομάδα στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ (μιλάμε σε βάθος 12αδας) στην οποία άπαντες ήταν έτοιμοι να τα δώσουν όλα στην άμυνα για όσα χρειαστεί. Δεν μίλησε-γκρίνιαξε ποτέ κανένας. Ήταν ΟΜΑΔΑ.

Το παγκόσμιο ξεκίνησε με ένα άθλιο δεκάλεπτο κόντρα στο Κατάρ (πώς τα φέρνει η ζωή) όπου η εθνική βρέθηκε στο 11.30 να χάνει 25-9.  Όπως θυμήθηκε πριν από κάποιες ημέρες ο πρώτος σκόρερ τον Καταριανών στον γράφοντα, ο Αλί Τούρκι, «μετά σαν να έπεσε μαύρο. Ιδιαίτερα στο δεύτερο ημίχρονο άπλωσαν μία πίεση με αυτούς τους τεράστιους γκαρντ και δεν περνάγαμε το δικό μας τρίποντο. Δεν θυμάμαι να πρόλαβα να σουτάρω ξανά για 20 λεπτά».

Αυτή ήταν η ομάδα μας από το Ευρωμπάσκετ αλλά έχοντας βάλει μηδενικά πράγματα στο παιχνίδι στηριζόταν είτε στον φόβο που έσπερναν οι γκαρντ είτε στην απειρία αντιπάλων και την τεράστια καρδιά. Ο Ζήσης το είχε πει εύγλωττα μετά την Αυστραλία και ας ήταν η εθνική νικήτρια σε ένα ακόμα έπος: «δεν παίζουμε μπάσκετ».

«ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΟ»

Η Ελλάδα έπαιξε μπάσκετ με την Κίνα, συνέχισε με ένα εξαιρετικό παιχνίδι κόντρα στην Γαλλία και...

Και μετά ήρθαν οι Αμερικανοί. Μία νεανική αλλά τρομερά σοβαρή ομάδα. Μία ιπτάμενη ομάδα η οποία έσπειρε τον τρόμο όπου κι αν έπαιζε. Στο contra.gr προτείναμε να το απολαύσουν οι διεθνείς μας διότι δεν υπήρχε κάτι άλλο.

Το σκεπτικό μπασκετικά ήταν πως για να τους νικήσεις πρέπει να πας στο παιχνίδι τους και πώς θα πήγαινε η Ελλάδα τον 65-70 πόντων (χωρίς Ζήση) να βάλει 100; Άλλωστε, αυτή ήταν η συλλογιστική του Γιαννάκη. Έπρεπε όλους να τους κρατήσουμε κάτω από τους 65.

ΔΕΝ ΦΟΒΗΘΗΚΑΝ ΚΑΝΕΝΑ

Υπήρχε όμως μία παράμετρος που δεν υπολογίζαμε. Αυτή η 12αδα δεν φοβόταν τίποτε και κανέναν. Δεν την ενδιέφερε ποιον είχε απέναντί της. Θα μπορούσε να ζοριστεί από το Κατάρ αλλά να διασύρει την Κίνα. Η Αυστραλία μπορούσε να την νικήσει όμως την Γαλλία (χωρίς Πάρκερ) την διαλύσαμε. Σε κάθε παιχνίδι έμπαινε για να τα δώσει όλα. Όχι ακριβώς να παίξει με το ταλέντο της αλλά με την καρδιά της.

Πολύτιμο για ένα παιχνίδι με τους Αμερικανούς το οποίο έμοιαζε να τελειώνει στις αρχές του β' δεκαλέπτου με το τρίποντο από την γωνία του Τζο Τζόνσον. Ο Γιαννάκης πήγαινε πάντα σε απλά πράγματα. Δεν ήταν ο προπονητής της...υπερβολής και της μεγάλης ανάλυσης. Έστησε ένα απλοϊκό πικ εν ρολ με την ελπίδα να καλύψει την διαφορά και να πάρει κάτι από τον Σοφοκλή.

Από εκεί ξεκίνησε ένα πάρτι, μία μπασκετική σκυταλοδρομία. Ο Παπαλουκάς, ο Σόφο, η τάπα του Διαμαντίδη και μετά στο β' μέρος τα καλάθια του Σπανούλη, του Κακιούζη του Ντικούδη, του Φώτση, όλων. Το ένα σουτ, μετά το άλλο, ένα καλάθι μετά το άλλο. Έβαζαν οι Αμερικανοί, βάζαμε εμείς. Νικήσαμε.

ΤΟ ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Για μία και μοναδική φορά αυτή η εθνική έπαιζε με το ταλέντο της  και πάνω από αυτό. Έβαλε όλα τα σουτ και ξεπέρασε τους 100 πόντους. Ο μοναδικός τρόπος για να νικήσεις αυτή την έκδοση της εθνικής των ΗΠΑ.

Ήταν το τελειότερο παιχνίδι στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Η δεύτερη μεγαλύτερη νίκη μετά το τελικό του 1987, αλλά πραγματικά δεν υπήρξε ούτε και λογικά θα υπάρξει πιο τέλεια εμφάνιση. Το σημαντικότερο;

Πρόκειται για την τελειότερη εμφάνιση εθνικής κόντρα στις ΗΠΑ κάτι που έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε στην καλύτερη περίπτωση κάποιοι απλά τον έριξαν με τα...πόδια. Η πλειοψηφία περνά από κάτω. Με...πρώτους εμάς.

Όσοι πίστευαν με πρώτο τον Γιαννάκη πως για να κερδίσεις τους Αμερικανούς πρέπει να τους κρατήσεις κάπου στους 70-75 πόντους διαψεύστηκαν. Ο Γιαννάκης  μας έχει διδάξει πως όλα είναι δυνατά και απλά πρέπει να βρεις τον τρόπο να τα πετύχεις. Αυτή η δύναμη βρίσκεται μέσα μας. Βρέθηκε εκείνο το μεσημέρι. Το οποίο δεν πρέπει να το ξεχάσουμε.

Όχι όμως ως κάτι πανηγυρτζίδικο, αλλά τιμώντας αυτό που έγινε. Δεν νικήσαμε κατά τύχη, δεν είμαστε το μέγεθος που θα ανάβει κεριά για μία τεράστια επιτυχία. Γινόμαστε όμως και αυτό πρέπει να προσέξουμε. Δεν είμαστε το μαχητικό Κατάρ που ακόμα θυμάται τα πρώτα 11 λεπτά απέναντι στην μεγάλη Ελλάδα ως μία κορυφαία στιγμή προσπάθειας.

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης κι αυτή η εθνική δίδαξαν πώς για το ελληνικό μπάσκετ δεν υπάρχει κορυφή απάτητη αρκεί να ξεκινάνε όλα από την καρδιά και την πίστη.

10 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΙ ΜΕΝΕΙ;

Δεν έχουμε τίποτε να πανηγυρίσουμε 10 χρόνια μετά την πρώτη και τελευταία ήττα των Αμερικανών. Το γεγονός πως τους υποχρεώσαμε να σοβαρευτούν και άλλο ενώ εμείς διαλυθήκαμε στα εξ ων συνετέθημεν, θα έπρεπε να είναι η βασική ενασχόληση.

Δεν έμειναν οι Αργεντινοί στο γεγονός πως έγιναν η πρώτη ομάδα που νίκησε το 2002 την νέα ντριμ τιμ. Ούτε καν το Πουέρτο Ρίκο δεν θυμάται πώς διέσυρε τους Αμερικανούς το 2004. Οι Σέρβοι, δεύτεροι ξανά στον κόσμο, δεν μαζεύονται να καταθέσουν...λουλούδια σε «τάφους» παρελθόντων επιτυχιών.

Για τους πιο νέους, την δεκαετία του 90, το έπος του ’87 δεν μνημονευόταν με επετειακά αφιερώματα, νταούλια και βιολιά. Τότε το μπάσκετ μας έπαιρνε την ανιούσα και δεν κοιτούσε πίσω.

Σε εκείνον τον ανεπανάληπτο θρίαμβο στην Σαϊτάμα, για όλους, παίκτες, προπονητές, παράγοντες, δημοσιογράφους, κόλλησε το ρολόι.  Ακριβώς την ώρα που ο Παπαλουκάς κλωτσούσε την μπάλα στις εξέδρες, μαζί πέταξαν όλα εκείνα που έκαναν τεράστια αυτή την ομάδα, όλα όσα έφερε εκείνη εποχή.

Συνεχίζεται...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Όταν οι Έλληνες υπέταξαν τις ΗΠΑ

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα