Ο δικός μας Ζάρκο

Το ανορθόδοξο μπασκετικό στιλ, το "δεν θα πάρεις κύπελλο ποτέ", το «έχουμε τον Έντι το πιστόλι, στα αρχ...α μας τον γράφουμε το Ζάρκο τον κ...όλη» και τα "τσιγάρα, οι πίτσες και τα ξενύχτια" που τον έδιωξαν μεν από το ΝΒΑ, αλλά τον έκαναν να λατρέψει την Ελλάδα. Ο Zastro γράφει για τον δικό μας Πάσπαλιε που δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ.

Ο δικός μας Ζάρκο

Υπάρχουν κάποιοι αθλητές που παρόλο που γεννήθηκαν αλλού, θαρρείς και είναι «δικοί» μας. Άνθρωποι που αγάπησαν την Ελλάδα που τους αγκάλιασε, έμαθαν τη γλώσσα μας, τις συνήθειές μας, λάτρεψαν κυρίως τα ελαττώματά μας και νιώθουμε ότι δεν έφυγαν ποτέ. Σε αυτήν την πολύ ειδική και σπάνια κατηγορία αθλητών, ανήκει ο Ζάρκο Πάσπαλιε (διότι ως Πάσπαλιε τον πρωτομάθαμε και αργότερα έγινε Πάσπαλι) ο 49χρονος πια Μαυροβούνιος που έγραψε τη δική του ιστορία στο ελληνικό μπάσκετ με το πέρασμά του κυρίως από τον Ολυμπιακό, αλλά και από τον Παναθηναϊκό, τον Πανιώνιο και τον Άρη.

Το ανορθόδοξο στιλ και η Buducnost

Γεννήθηκε την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου το 1966 στην Pljevlja, μια μικρή πόλη στο βόρειο τμήμα του Montenegro, στα όρια των συνόρων με τη Σερβία. Τότε η Γιουγκοσλαβία ήταν ακόμη ενωμένη, δεν υπήρχε μίσος, διένυε την πιο παραγωγική περίοδό της και οικονομικά και σε πολιτικό επίπεδο, αφού ο Γίοζιπ Μπροζ «Τίτο» είχε μετατρέψει το βαλκανικό κράτος σε βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης. Μαζί με τα άκρως ανταγωνιστικά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο προϊόντα της γείτονος χώρας, αναπτύχθηκε και μια άλλου τύπου βιομηχανία, εκείνη της παραγωγής αθλητών. Περίπου τότε, γεννήθηκε και η μεγάλη των πλάβι σχολή, η σχολή στην οποία «φοίτησε» ο Ζάρκο Πάσπαλι.

Ήταν περίπου δέκα χρονών όταν οι γονείς του, Jovan και Mileva μετακόμισαν στην Podgorica (τότε Τitograd) στο νότιο τμήμα του Μαυροβουνίου. Ο Ζάρκο ολοένα και ψήλωνε, έδειχνε ότι θα ξεπεράσει σίγουρα τα δύο μέτρα. Εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής της Buducnost, ξεκίνησε να μαθαίνει τα βασικά πλάι στις όχθες του ποταμιού Moraca, στο νεότευκτο ομώνυμο κλειστό που ήταν το καμάρι της πόλης από το 1978. Όλοι οι προπονητές στα τμήματα υποδομής της Buducnost επέμεναν ότι πρέπει να «εξορθολογίσει» το στυλ του, να πάψει να σουτάρει με το χέρι «σπασμένο», να μην γέρνει το κορμί του μπροστά. Εκείνος που τον απελευθέρωσε και τον εκτόξευσε ήταν ο Μπόγκνταν Τάνιεβιτς, συγχωριανός του από την Pljevlja και φίλος του πατέρα του, Jovan.

Ο Ζάρκο περίμενε τη σειρά του, αμούστακο παιδί ακόμα και με το νούμερο 5 στη φανέλα κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα πριν κλείσει τα 16, δίπλα σε παίκτες όπως οι αδελφοί Ivanovic, o Antic, Knezevic, o Rakocevic, οι αδελφοί Bojanic, o Garic, o Milatovic. O κόουτς Cedomir Djuraskovic πίστευε το μικρό τόσο πολύ που κάποτε τον «έκρυψε» από την Cibona για να μην τον χάσει πριν ενηλικιωθεί. Η πρώτη επιτυχία ήρθε αναπάντεχα, μετά από μια χρονιά αποψίλωσης που η Buducnost είχε χάσει όλα της αστέρια, συμπεριλαμβανομένου και του γνωστού μας Vlade Djurovic. Ο Radulovic κατέληξε στη Bosna, Pavicevic και Radunovic έφυγαν στην Αμερική, η ομάδα έμεινε με τα πιτσιρίκια και την ανέλαβε ο τοπικός θρύλος Milutin Petrovic, αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «στρατιώτης» της Buducnost, ένας ρομαντικός μπασκετάνθρωπος που αδιαφορούσε για τα χρήματα όταν έβλεπε μπροστά του να παρελαύνει τόσο ταλέντο.

 

Στα 19 του ο Ζάρκο γίνεται το πρώτο βιολί, η Buducnost κάνει το θαύμα της, τερματίζει τρίτη στην τρομερά ταλαντούχο και τακτική γιουγκοσλαβική Λίγκα, αποκλείεται στα ημιτελικά των play offs από τη μεγάλη Zadar. Όλη η Γιουγκοσλαβία μιλάει για τον Paspalj, η Buducnost είναι πλέον αδύνατον να κρατήσει το νεαρό με το ανορθόδοξο στυλ που μόλις έχει κλείσει τα 20, πλειοδοτεί η μεγάλη Παρτίζαν μετά από μια επιχείρηση στα όρια της κινηματογραφικής απαγωγής από τους έτερους μνηστήρες. Ο Ζάρκο μετακομίζει στο Βελιγράδι σε ένα καλοκαίρι που ο νεαρός Dule Vujosevic έχει κάνει το colpo grosso, φέρνοντας στη Χάλα Πίονιρ την αφρόκρεμα των νεαρών του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, αθλητές που θα γράψουν ιστορία τα επόμενα χρόνια.

Ο "οδοστρωτήρας" της Παρτιζάν

 

Paspalj, Divac, Ivo Nakic, Pecarski, Oliver Popovic, Sasa Djordjevic, οι λίγο μεγαλύτεροι Zelimir Obradovic, Goran Grbovic, Milenko Savovic, όλοι τους πάνω κάτω γνωστοί μας, συνδεδεμένοι αργότερα και με το ελληνικό μπάσκετ. Η Partizan σαρώνει τα πάντα στο διάβα της, κερδίζει τον τίτλο στον τελικό με τον αιώνιο αντίπαλο Ερυθρό Αστέρα, μια νέα ευρωπαϊκή δύναμη γεννιέται. Ο Ζάρκο μαγεύει τα πλήθη με το μαγικό αριστερό του, είναι αθλητικός, μια μηχανή παραγωγής καλαθιών, είναι τόσο καλός που θα κληθεί και σε εκείνη την τρομακτική Γιουγκοσλαβία του αγαπημένου Ευρωμπάσκετ του 1987 στην Αθήνα, όπου οι Γιουγκοσλάβοι θα κατακτήσουν το χάλκινο μετάλλιο.

 

Η φήμη του αρχίζει να ξεπερνά τα στενά Ευρωπαϊκά όρια, οι Αμερικανοί τον πρωτοπροσέχουν το 1988 όταν η Γιουγκοσλαβία έφτασε μέχρι τον τελικό στους Ολυμπιακούς Αγώνες και αποφασίζουν να ασχοληθούν πολύ σοβαρά μαζί του μετά το McDonalds Open της Μαδρίτης, τον Οκτώβριο του 1988 στη Μαδρίτη. Η Γιουγκοσλαβία θα χάσει από τους Celtics του Larry Bird, πλην όμως οι Αμερικανοί έχουν διακρίνει όλα τα σπουδαία “projects” στη θαυματουργή δεκάδα των Πλάβι. Δεν θα επιλεγεί στο draft του 1988, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να ανήκει στην ελίτ των Ευρωπαίων που πέρασαν τον Ατλαντικό έναν χρόνο αργότερα.

Το ΝΒΑ ο Πόποβιτς και το κάπνισμα

Πέντε αθλητές έγιναν ΝΒΑers δίχως να έχουν περάσει από τη διαδικασία της κολεγιακής προετοιμασίας και «προπαρασκευής»: Μαρτσουλιόνις, Ντίβατς, Ντράζεν, Βολκόφ ήταν οι 4 στους 5. Ο πέμπτος ήταν ο Ζάρκο. Τον επέλεξε ο Γκρεγκ Πόποβιτς, εκείνη την εποχή assistant στους Spurs, ο οποίος δεν χρειάστηκε καν να περιμένει τα τελικά του Ευρωμπάσκετ του 1989. Ήδη από την μίνι προετοιμασία των Γιουγκοσλάβων στο Ντόρτμουντ ήταν σαφές ότι ο Πάσπαλι ήταν ένα άκρως ενδιαφέρον prospect, ένας 23χρονος που μπορούσε να προσφέρει άμεσα στους Spurs που είχε στο μυαλό του ήδη από τότε ο Πόποβιτς. Οι Spurs όμως έχουν επιλέξει καθ’ υπόδειξη του τότε head coach Larry Brown, το αστέρι των Arizona Wildcats, Sean Elliott, γύρω από τον οποίο και το David Robinson είχαν σκοπό να χτίσουν την ομάδα.

Ο Elliott έπαιζε ακριβώς στη θέση του Ζάρκο, ήταν το αμερικάνικο προϊόν που εξ ορισμού θα ήταν ο starter, το νούμερο τρία στο draft pick που θα έπαιζε ούτως ή άλλως. Παρόλο που ο Πόποβιτς έχει αναλάβει σχεδόν πατρικά τον Πάσπαλι, φτάνοντας στο σημείο να τον φιλοξενήσει ακόμη και στο σπίτι του στο Τέξας, ο Ζάρκο καταλήγει να αλλάζει τον Elliott στο garbage time των αγώνων των Spurs, εξοργίζει το Brown όταν στα αποδυτήρια τακτοποιεί τα αγαπημένα του Marlboro στο φοριαμό του, για τους Αμρικανούς είναι αδιανόητο να καπνίζει ΝΒΑer. Η απροθυμία του να παίξει (και) άμυνα μετατρέπουν τη δυσμένεια σε άρνηση και ο Brown τον βυθίζει στην άκρη του πάγκου, τον θεωρεί μια χαμένη υπόθεση.

 

Ο Πόποβιτς πιστεύει πολύ τον παίκτη, πείθει το Brown για μια «δεύτερη ευκαιρία», ο Larry απαντάει ότι θα τον δεχτεί μόνον εάν κόψει το κάπνισμα. Τον στέλνουν μέχρι και σε κλινική αποτοξίνωσης από τη νικοτίνη, επιστρατεύεται μέχρι κι ειδικός υπνωτιστής για να του κόψει το κάπνισμα. Ο Ζάρκο δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την εμμονή των Αμερικανών, τέλη Ιανουαρίου βγάζει 13 πόντους σε 14 λεπτά συμμετοχής, αλλά και πάλι είναι εκτός πλάνων, οι Αμερικάνοι του φέρονται παράξενα, τον αντιμετωπίζουν σαν μια cult φιγούρα Ευρωπαίου από πρώην κομμουνιστική χώρα, σχολιάζουν τη βαριά προφορά του, το κυρτό του κορμί, την αδυναμία του στις μη αθλητικές συνήθειες όπως το τσιγάρο και η πίτσα.

Μοιραία η παρένθεση ΝΒΑ κλείνει ανώνυμα. Μόλις 6 λεπτά συμμετοχής σε 28 όλα κι όλα παιχνίδια, ανύπαρκτα στατιστικά που συνοψίζονται σε 2,6 πόντους και 0,8 ριμπάουντ. Η Αμερική δεν του ταιριάζει, παρόλο που σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο ο ίδιος τη σέβεται απεριόριστα, εκτιμά την πειθαρχία των Αμερικανών, αναγνωρίζει τη δομή του κράτους. Πλουσιότερος κατά 360 χιλιάδες δολάρια (όσο και η αποζημίωσή του για τη μονοετή περιπέτεια στο Τέξας) επιστρέφει στην Partizan. Εκεί εκτός από τον παλιόφιλο Αλεξάντερ Τζόρτζεβιτς (και σημερινό προπονητή του Παναθηναϊκού) θα βρει και το νεαρό shooting guard Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς. Μαζί τους συνθέτει μια τρομακτική τριάδα περιφερειακών, που φορτώνει ακατάπαυστα τα αντίπαλα καλάθια, αλλά το πρωτάθλημα καταλήγει στη "στρατοσφαιρική" Jugoplastika.

Η τελευταία παράσταση της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας

 

To κλίμα στην αγαπημένη του Γιουγκοσλαβία δεν είναι όπως το άφησε. Η υφέρπουσα πολεμική διάθεση αυτονομιστών και φανατικών, έχει οδηγήσει τη χώρα στα πρόθυρα του εθνικού μαρασμού, ο εμφύλιος είναι ante portas ήδη από τον Ιούνιο του ’91 που η Σλοβενία ανεξαρτητοποιείται και ξεσπάει ο «Πόλεμος των 10 Ημερών». Ο εθνικισμός έχει χτυπήσει κόκκινα στην πρώην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, είναι φανερό και από τις κινήσεις του Τούτζμαν ότι και η Κροατία θα ακολουθήσει το δρόμο της Σλοβενίας, το όραμα του Τίτο ξεθωριάζει, η ενωμένη Γιουγκοσλαβία είναι θέμα χρόνου να αποτελέσει παρελθόν και δυστυχώς είναι παραπάνω από βέβαιο ότι δεν θα αποφευχθεί η αιματοχυσία.

Η τελευταία παράσταση της ενωμένης μπασκετικά Γιουγκοσλαβίας (σχεδόν αφού οι Σλοβένοι αποχώρησαν) έρχεται στο Ευρωμπάσκετ της Ρώμης, εκεί λαμβάνει χώρα το τελευταίο μπιζάρισμα μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες στην ιστορία του μπάσκετ, εκεί που δυστυχώς φίλοι από μικρά παιδιά, μεγαλωμένοι στις ίδιες γειτονιές και στα ίδια κλειστά, αναγκάζονται να μην ανταλλάσσουν ματιά εξ αιτίας της πολιτικής. Είναι πολύ δύσκολο να μπει κανείς στο μυαλό του Ζάρκο, ακόμη και σήμερα αποφεύγει να μιλάει για τον πόλεμο, είναι δεδομένα δυσάρεστο για όλους εμάς τους εξωτερικούς παρατηρητές, για τους άμεσα εμπλεκόμενους αποτελεί ένα υποκειμενικό δράμα. Η Γιουγκοσλαβία αποτελεί παρελθόν, τουλάχιστον όπως τη γνωρίσαμε από το 1941 κι έπειτα.

Το κύκνειο άσμα των Γιουγκοσλάβων έρχεται στο Palalottomatica σε εκείνον το βουβό τελικό με τη διοργανώτρια Ιταλία. Σέρβοι, Κροάτες, Μαυροβούνιοι, Βόσνιοι κατακτούν το χρυσό μετάλλιο, το τελευταίο. Ο Πάσπαλι δέχεται βροχή τις προτάσεις από τις πλούσιες τότε ιταλικές ομάδες, τις αρνείται όλες, ακόμη και την πιο δελεαστική από τη μεγάλη Virtus Bologna, τη γνωστή μας Kinder. Δεν έχει αποφασίσει τι θα κάνει με την καριέρα του, έχει γίνει πολύ κυνικός, τοποθετεί σαν κορωνίδα των προτεραιοτήτων του το χρήμα, έχει φθάσει ήδη 25 και τα μόνα χρήματα που έχει βγάλει είναι εκείνα τα 360 χιλιάδες δολάρια από το San Antonio. Ο “Palja” όπως είναι το παρατσούκλι του, είναι πια ένας ολοκληρωμένος μπασκετμπολίστας, παίζει με άνεση σε όλες τις θέσεις των φόργουoρντ, θα ταίριαζε σε οποιαδήποτε ομάδα.

Ο Ολυμπιακός και το ελληνικό "διαιτολόγιο"

Εκεί μπαίνει στη ζωή του ο Ολυμπιακός, ο πρώτος και σημαντικότερος σταθμός της καριέρας του στην Ελλάδα. Στον Πειραιά ο ανυπόληπτος Ολυμπιακός του Παπαστράτειου και των χαμηλών θέσεων στη βαθμολογία, ετοιμάζει τη μεγάλη του αντεπίθεση. Ο Σωκράτης Κόκκαλης επικεφαλής, ο Γιώργος Σαλονίκης πατέρας του project και ο Γιάννης Ιωαννίδης πιονιέρος της αναγέννησης. Μαζί τους, ο Γιάννης Γιαννάκης, με μια τρελή απόφαση (που αργότερα αποδείχτηκε η πιο εύστοχη απ’ όλες) χρησιμοποίησης του ΣΕΦ ως έδρα της ομάδας. Το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας γεμίζει στην πρώτη παράσταση του «νέου Ολυμπιακού» απέναντι στον άλλοτε κραταιό Άρη του Φίσερ. Ο Ολυμπιακός δεν έχει πολύ ταλέντο, έχει όμως τον «έναν».

 

Εκείνος ο «ένας» είναι ο Ζάρκο Πάσπαλι, ο άνθρωπος που εντός παρκέ αναγέννησε τον Ολυμπιακό, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στην κορυφή του ελληνικού μπάσκετ. Το feeling είχε φανεί από την υποδοχή στο «Ελληνικό» όταν μαζί με τη σύζυγό του Μίλκα είχαν αντικρίσει τους οπαδούς του Ολυμπιακού να τους αποθεώνουν σε κατάσταση παροξυσμού και άρπαξε την τρομπέτα του αείμνηστου «Αττίλιο», οι οιωνοί ήταν εκεί όταν στην πρώτη συνάντηση με τον Κόκκαλη τα χνώτα ταίριαξαν, όταν στην πρώτη προπόνηση ο Ιωαννίδης τον παρουσίασε σαν τον απόλυτο ηγέτη του Ολυμπιακού. Ο Ζάρκο για πρώτη φορά στην καριέρα του ήταν το πρώτο βιολί, για πρώτη φορά αμειβόταν με πολλά χρήματα, για πρώτη φορά βρισκόταν σε μια χώρα που το τσιγάρο του δεν ενοχλούσε κανέναν, ο καφές ήταν (και είναι) ιεροτελεστία, οι πίτσες και οι κόλες είναι στο καθημερινό διαιτολόγιο. Παράδεισος!

Οι 33.7 πόντοι ανά παιχνίδι

Είναι ότι χρειαζόταν εκείνη την εποχή που κρυφά βοηθούσε τους συμπατριώτες του στη χειμαζόμενη (πρώην) Γιουγκοσλαβία, το ιδανικό περιβάλλον, οι ιδανικές συνθήκες, το απαραίτητο αγχολυτικό, η λύτρωση της ψυχής του μετά από πολλά χρόνια. Κάνει απίθανα πράγματα στον Πειραιά, σκοράρει, πασάρει, κατεβάζει ριμπάουντ, το λαμπρό του άστρο οδηγεί τον Ολυμπιακό από την ανυποληψία στην πλήρη καταξίωση. Γύρω του ρολίστες στην υπηρεσία του, ο Ιωαννίδης είχε ξεκινήσει το χτίσιμο μιας ομάδας αποτελούμενης από σκυλιά του πολέμου που διέκριναν την τελευταία ευκαιρία στην καριέρα τους να κάνουν κάτι καλό. Ο Ολυμπιακός τερματίζει δεύτερος, ο Ζάρκο τελειώνει με το εξωπραγματικό στατιστικό των 33.7 πόντων ανά παιχνίδι, σκοράρει σχεδόν το μισό των πόντων του Ολυμπιακού, αναδεικνύεται στο νέο super star του ελληνικού πρωταθλήματος.

Ο Ολυμπιακός χάνει μεν το πρωτάθλημα από το μεγάλο ΠΑΟΚ του Πρέλεβιτς (φίλου, συνομήλικου και γνώριμου του Ζάρκο από τα μικρά εθνικά κλιμάκια) αλλά προκρίνεται στην τότε Ευρωλίγκα και είναι η ανερχόμενη δύναμη του ελληνικού μπάσκετ. Το καλοκαίρι του ’92 είναι ευτυχισμένος στην Ελλάδα, λατρεύεται σαν Θεός στην Αθήνα και τον Πειραιά, είναι κομμάτι της χρυσής εποχής του ελληνικού μπάσκετ. Ο Ολυμπιακός αναδομείται και με τα εκατομμύρια του Κόκκαλη, τη μεθοδικότητα του Ιωαννίδη και το άστρο του Ζάρκο να τον οδηγεί, ολοκληρώνει τη σημαντικότερη σεζόν της ιστορίας του κατακτώντας ένα ιστορικό πρωτάθλημα, ανατρέποντας το μέχρι τότε «άβατο» του πλεονεκτήματος έδρας.

Η καταραμένη γραμμή του Μομπλάν

Φτάνει μια ανάσα από το final 4 του Πειραιά, με το Ζάρκο τραγική φιγούρα στο Μομπλάν και εκείνη την «καταραμένη» γραμμή που άλλαξε την ιστορία κόντρα στη Λιμόζ. Ο εξαγνισμός έρχεται στα play offs, εκθρονίζεται ο λαβωμένος από την αποτυχία στον ημιτελικό με τη Benetton ΠΑΟΚ με μειονέκτημα έδρας και στους τελικούς που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ κόντρα στον Παναθηναϊκό, κατακτάται το πρωτάθλημα σε εκείνο το αλήστου μνήμης εσωτερικό διπλό με τα μπαλέτα του Diogenis Palace στο αλαλάζον ΣΕΦ. Αδιαμφισβήτητος ηγέτης και πρωτομάστορας εντός παρκέ εκείνης της ασύλληπτης επιτυχίας, ο μοιραίος του Μομπλάν: ο Ζάρκο Πάσπαλι. Μαζί με τα «μωρά του Ιωαννίδη», εγκαθιδρύουν την αυτοκρατορία του Ολυμπιακού που έκτοτε και με ένα μικρό διάλειμμα (στον Κορυδαλλό...) δεν θα ξανακοιτάξει πίσω και θα παγιωθεί ως τεράστια δύναμη του Ευρωπαϊκού μπάσκετ.

 

Η επόμενη σεζόν είναι ίσως η εμβληματικότερη στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού μπάσκετ, η σεζόν που χάραξε το θυμικό μιας ολόκληρης γενιάς που γαλουχήθηκε με την πορτοκαλί μπάλα. Ο Ολυμπιακός φτάνει στο νταμπλ, εκείνο όμως που απασχολούσε σύσσωμο το οικοδόμημα, ήταν το μεγάλο Κύπελλο, εκείνο που τρεις φορές απέτυχε να κατακτήσει ο Άρης και μια φορά ο ΠΑΟΚ στα final 4. Το Τελ Αβίβ και το final 4 του 1994 θα σημάνει τη διαρραγή των σχέσεων του Ζάρκο με τον Ολυμπιακό, η αιτία του συνθήματος «δε θα πάρεις Κύπελλο ποτέ» που του τραγουδούσαν οι εκάστοτε αντίπαλοι fans για να πληγώσουν τον εγωισμό του.

Ο τελικός του Τελ-Αβίβ

Ο Ολυμπιακός σε έναν ομηρικό ημιτελικό, κερδίζει τον Παναθηναϊκό του Γκάλη και βρίσκει απέναντί του στον τελικό τη cinderella Juventud Badalona. Έχουν γραφτεί πολλά για εκείνον τον τελικό, για τις σχέσεις του Ιωαννίδη με τους παίκτες, το άγχος που μετέδιδε, το επεισόδιο του μακαρίτη Roy με το Μπάμπη Παπαδάκη, τις μπύρες, το μεθύσι. Ο τελικός ήταν του Ζάρκο. Σε εκείνον κατέληγαν όλες οι μπάλες που ζύγιζαν τόνους, εκείνος ανέλαβε το χρέος να οδηγήσει τον Ολυμπιακό στο ευρωπαϊκό Έβερεστ. Λύγισε, οι βολές δεν μπήκαν, το σουτ σταμάτησε στο σίδερο, ο Ολυμπιακός έχασε εκείνον τον τίτλο από το αναπάντεχο σουτ του Κόρνι Τόμπσον που ακόμη και σήμερα πληγώνει τους οπαδούς του.

 

Σε εκείνες τις βολές, σε εκείνο το underachieve στο Γιάντ Ελιάου, ήρθε το τέλος. Οι Αλκυονίδες είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, ο Ιωαννίδης απεκδυόμενος τις ευθύνες ρίχνει βορά το «8» στον κόσμο του Ολυμπιακού που θολωμένος και πικραμένος από την απώλεια του τίτλου ξεχνά. Όχι όλοι ευτυχώς και γι’ αυτό το κάρμα επέστρεψε στον Ολυμπιακό στην Κωνσταντινούπολη εκείνα που του στέρησε τη μαύρη βραδιά του τελικού στο Τελ Αβίβ. Οι 3/10 βολές του Ζάρκο ήταν ανεπίτρεπτο στατιστικό για έναν μπασκετμπολίστα με τα ποσοστά του. Το γυαλί είχε ραγίσει τη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν το συμβόλαιο εξέπνεε και ένας απροστάτευτος Πάσπαλι αναζητούσε τη γαλήνη του, χτυπημένος και από ενδοοικογενιακά προβλήματα που δεν είναι πρέπον να αναλυθούν.

Ο Ζάρκο με τα "πράσινα"

Τον πλησιάζει ο Παύλος Γιαννακόπουλος, του προσφέρει γη και ύδωρ για να τον ντύσει στα πράσινα, θέλει να δοκιμάσει κι εκείνος την άκρως επιτυχημένη συνταγή. Ο Ζάρκο θα βρεθεί συμπαίκτης με το Γκάλη, αλλά δεν είναι ο ίδιος. Η σεζόν στον Παναθηναϊκό ξεκινά με εκείνη την ιστορική μάχη της "στρούγκας", το ιστορικό 42-40 στο Κύπελλο. Το Φεβρουάριο του ’95 περνάει τη φυσούνα του ΣΕΦ φορώντας πράσινα, ο κόσμος ενώ αρχικά αισθανόταν αμήχανα, ακολουθεί το τραγούδι των οργανωμένων: «έχουμε τον Έντι το πιστόλι, στα αρχ...α μας τον γράφουμε το Ζάρκο τον κ...όλη». Ο Παναθηναϊκός κατακτά μια ιστορική νίκη με 72-74, το τελευταίο σουτ είναι δικό του, μετά το παιχνίδι θα πει ότι έτσι είναι το μπάσκετ, περίμενε τον Ολυμπιακό μέχρι το τέλος, αλλά πρόταση δεν έφτασε ποτέ.

 

Είναι βέβαιο ότι στον Παναθηναϊκό δεν αγαπήθηκε όπως στον Πειραιά, άλλωστε ήταν αδύνατον για τους οπαδούς των "πρασίνων" να λατρέψουν έναν παίκτη που μισούσαν για τρία ολόκληρα χρόνια, έναν παίκτη που χλεύαζαν μετά το Τελ Αβίβ και λίγους μήνες αργότερα είδαν ντυμένο στα πράσινα. Ίσως εάν γινόταν ο ήρωας στη Σαραγόσα, ο Ζάρκο να έσβηνε το ερυθρόλευκο παρελθόν. Ο Ολυμπιακός του fast Eddie, κερδίζει κι εκείνον τον ημιτελικό, «δεν θα πάρεις Κύπελλο ποτέ – Πασπαλιέ, Πασπαλιέ». Χάνεται και το πρωτάθλημα στη συγκλονιστική σειρά των τελικών, ο Ζάρκο δεν κόλλησε ποτέ με το τριφύλλι και αποχωρεί, έχοντας όμως τιμήσει το συμβόλαιό του. Δεν είναι ο ίδιος, οι βολές είναι η νέμεσή του, αναζητεί ένα περιβάλλον που θα τον αγκαλιάσει, μια «παρέα».

Η ηρεμία της Νέας Σμύρνης

Θα τη βρει στη Νέα Σμύρνη, με την ομπρέλα του Ντούντα να καλύπτει τις αδυναμίες του, την αμφισβήτηση ότι «τελείωσε» πριν καν κλείσει τα τριάντα. Η αντιπάθεια των Ελλήνων φίλων του αθλήματος τον έχει πλήρως απομυθοποιήσει, στο Ευρωμπάσκετ του ΟΑΚΑ το καλοκαίρι του ’95, αντιμετωπίζεται όχι μόνο με χλεύη, αλλά και μίσος από το ελληνικό κοινό που στον τελικό με τη Λιθουανία κραυγάζει «Λιέτουβα» και οι παραδοσιακοί σύμμαχοι Σέρβοι καθυβρίζονται συστηματικά. Η Σερβία καθοδηγούμενη από Ίβκοβιτς και Ομπράντοβιτς δεν πτοείται, κερδίζει τους Λιθουανούς, κατακτά το χρυσό μετάλλιο, κάνει περήφανο έναν λαό που δοκιμάζεται από τον πόλεμο. Στην απονομή υψώνουν τα τρία δάκτυλα της ορθοδοξίας, ο Ζάρκο χαμογελάει ξανά μετά από πολύ καιρό, ξαναβρίσκει τη γαλήνη του.

Η πλατεία τον βοηθά να συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο. Η σεζόν στο κλειστό της Αρτάκης είναι σπουδαία, ο Πανιώνιος του Ίβκοβιτς θυμίζει κολλεγιακή ομάδα. Θέαμα, τρίτη θέση κόντρα σε όλα τα προγνωστικά στο πρωτάθλημα, ιστορική πρόκριση στην Ευρωλίγκα κόντρα στον παρακμάζοντα ΠΑΟΚ. Η Νέα Σμύρνη τον αναγέννησε, μετά από μια τετραετία παθών στους αιώνιους σε μια εποχή που το μπάσκετ ήταν πρώτο θέμα ακόμη και στις πολιτικές εφημερίδες, ο Πάσπαλι ξαναχαίρεται το παιχνίδι, περνά δεύτερη νιότη, θυμίζει το Ζάρκο της Γιουγκοσλαβίας. Είναι τόσο καλά που μετά από ένα συγκλονιστικό τουρνουά στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα το καλοκαίρι, η Ατλάντα τον προσκαλεί μετά τιμών να (ξανα)δοκιμάσει στο ΝΒΑ.

Δεύτερη φορά στο ΝΒΑ

Θα πάει. Γιατί πάνω απ’ όλα είναι εγωιστής και δε θέλει να αφήνει ανολοκλήρωτα όνειρα πίσω του. Καταλαβαίνει όμως πολύ γρήγορα ότι θα ξαναείναι «βοηθητικός» και απορρίπτει τη συνεργασία με τους Hawks. Στην Ελλάδα δεν θέλει και δεν μπορεί να ξαναγυρίσει. Ήταν πια θέμα στις «κίτρινες» τηλεοπτικές εκπομπές, κρεμασμένος στα περίπτερα για τους λάθος λόγους, πολύ μακριά από το μπάσκετ. Θα επιλέξει το Παρίσι, θα υπογράψει στη Ρασίνγκ Παρί συμμετέχοντας σε ένα ακόμη project αναγέννησης. Θα πάρει κι εκεί τον τίτλο μετά από 43 (!) χρόνια ξηρασίας για την Παρί, εμπλουτίζοντας το παλμαρέ του, θα σκοράρει με 80% από τη γραμμή αφήνοντας για πάντα πίσω του την «κατάρα» του Γιαντ Ελιάου.

Το κύπελλο με τον Άρη

 

Πλέον έχει «θεραπευθεί» αλλά το τσιγάρο και η διατροφή, έχουν μειώσει τα αθλητικά προσόντα του. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα (όχι στην Αθήνα...) το 1997, στον άλλοτε μεγάλο Άρη, γιατί νιώθει την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα. Όπως θα δηλώσει άλλωστε, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μόνιμος κάτοικος της χώρας μας, αν δεν αγαπούσε τόσο πολύ την πατρίδα του. Κατανοητό και πλήρως αναμενόμενο για έναν άνθρωπο που έζησε το «πριν και το μετά» μιας Γιουγκοσλαβίας που έγινε χίλια κομμάτια και ενός πολέμου που κατέστρεψε οικογένειες, φιλίες, ζωές. Πρόλαβε και αγάπησε και τον Άρη, σε μια σεζόν που η ομάδα της Θεσσαλονίκης έφτασε στα πρόθυρα της διάλυσης.

Όταν οι συμπαίκτες του αποχωρούσαν απλήρωτοι και ο Άρης είχε μείνει μόνος στα ανοιχτά του ωκεανού, παρέα με το Μάριο Μπόνι, συνέβαλλαν τα μέγιστα ώστε να κατακτήσει ο Άρη ένα Κύπελλο Ελλάδος που ακόμη και σήμερα αποτελεί μνημείο για το dna του «Αυτοκράτορα» του ελληνικού μπάσκετ. Έπαιξε τραυματίας, απλήρωτος, έκανε τον καπετάνιο σε ένα καράβι που βυθιζόταν με όλα τα ποντίκια να έχουν πηδήξει έξω. Η Θεσσαλονίκη τον αναγνώρισε, ο λόγος του το καλοκαίρι της αποχώρησής του χαράχθηκε βαθιά στο θυμικό των οπαδών του Άρη, ο Ζάρκο ήταν ποταμός και με απίστευτα νεύρα μίλησε για τη διαπόμπευση της ομάδας που έμαθε στο ελληνικό κοινό το άθλημα.

Το σύντομο πέρασμα από την Μπολόνια

Έχει πατήσει τα 32 πια, η φυσική του κατάσταση δεν τον βοηθά ούτε κατ’ ελάχιστον, παρόλα αυτά θέλει να κλείσει έναν ακόμη «λογαριασμό» που κάποτε μπορεί να άλλαζε και τη ζωή του. Συμφωνεί με καθυστέρηση 9 ετών με τη Virtus Bologna, για να βρεθεί στο πλευρό του Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς, του φίλου από τα χρόνια «εκείνης» της Partizan. Δεν θα αντέξει όλη τη σεζόν, προδομένος από το κάπνισμα κυρίως, θα διακόψει τη συνεργασία του με τους Ιταλούς λίγο πριν μπει το νέο έτος. Αντιλαμβάνεται ότι θέτει σε κίνδυνο την υγεία του εάν συνεχίσει σε επαγγελματικό επίπεδο, είναι παρά κάτι 33 και αποφασίζει να αποσυρθεί από το μπάσκετ. Είναι πολύ νωρίς, τρομακτικά νωρίς, αλλά οι γιατροί είχαν δίκιο.

Η αντιπολεμική δράση

Συμμετέχει σε όλες τις εκδηλώσεις στο Βελιγράδι για το τέλος των βομβαρδισμών, τη λήξη ενός πολέμου που συνεχιζόταν έχοντας οδηγήσει τη χώρα του στην εξαθλίωση. Θα υποδεχθεί Έλληνες πολιτικούς που επισκέπτονται το Βελιγράδι, θα μιλήσει για τη μεγάλη καρδιά των Ελλήνων που δεν εγκατέλειψαν όπως όλοι οι υπόλοιποι τους Σέρβους. Η δική του καρδιά θα στείλει το πρώτο χτύπημα εκείνον το Μάρτη του 2001 στην Αθήνα. Καρδιακή προσβολή στα 35. Δεύτερο χτύπημα το καλοκαίρι, θα παραμείνει κλινήρης και υπό στενή παρακολούθηση για πολύ καιρό. Εκ των πραγμάτων θα αλλάξει τον τρόπο ζωής του, πλέον ακούει και τη Μίλκα και τις κόρες του, αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ανίκητος όπως στα νεανικά του χρόνια.

 

Από το 2004 είναι ήδη αναπόσπαστο μέλος της εθνικής ομάδας της Σερβίας, συνδετικός κρίκος μεταξύ αθλητών και προπονητικού επιτελείου, ο άνθρωπος που αποτελεί τον πρεσβευτή της παλιάς φρουράς, των veritable Γιουγκοσλάβων που έζησαν και την εποχή που αν δεν υπήρχε ο πόλεμος, εκείνη η παρέα μπορεί και να κοίταζε στα μάτια τη Dream Team στη Βαρκελώνη. Δεν το μάθαμε ποτέ. Εκείνο που μάθαμε και ξέρουμε πολύ καλά, είναι ότι ο Ζάρκο είναι ένας δικός μας άνθρωπος, μια μορφή που ξυπνάει θύμησες της νιότης, μια φιγούρα τόσο γνώριμη που τον θεωρούμε φίλο, μακρινό συγγενή. Δεν υπάρχει Έλληνας να μην τον θεωρεί μεγάλο παίκτη, ανεξαρτήτως των τίτλων που κατέκτησε (11 σε εθνικό και συλλογικό επίπεδο), δεν υπάρχει άνθρωπος που αγαπάει το μπάσκετ να μην τον λατρεύει, να μην χαμογελάει βλέποντας σήμερα το χαμογελαστό Ζάρκο με τα άσπρα μαλλιά. Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ – Πασπαλιέ, Πασπαλιέ.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Ο Πάσπαλι, ο Βολκόφ, ο Γκάλης και ο Πολίτης

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα