Πρέπει να επιστρέψουν για τον Παναθηναϊκό

Ο Zastro αναπολεί τον Panathinaikos και καταγράφει τα γεγονότα που τον αποδόμησαν για να γίνει απλώς... Παναθηναϊκός.

Είναι δύσκολο και σκληρό να το παραδεχτεί κανείς, αλλά ας ξεκινήσουμε από την κοινή διαπίστωση: ο Παναθηναϊκός δεν είναι πλέον Panathinaikos. Για την ακρίβεια έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι ο σύλλογος που άλλοι ανομολόγητα και άλλοι δίχως συμπλέγματα παραδέχονταν ότι κάθονται να παρακολουθήσουν στην τηλεόραση τις ευρωπαϊκές βραδιές που το τριφύλι καθήλωνε τη φίλαθλη Ελλάδα. Ήταν οι βραδιές που η ορθή προσέγγιση των αγώνων και τα θετικά αποτελέσματα είχαν βαπτιστεί – για να μην χρησιμοποιηθεί πιο αγοραία έκφραση – «τύχη» και ο Παναθηναϊκός ικανοποιούσε τον κόσμο του, υποκαθιστώντας την αδυναμία να επιβληθεί στο εσωτερικό, με εκείνες τις στιγμές που ακόμη και σήμερα είναι βαθιά χαργμένες στη μνήμη όσων τις έζησαν και δεν προσποιούνται ότι δεν υπήρξαν ποτέ. Διότι υπήρξαν και μάλιστα ήταν το κύριο συστατικό του dna του συλλόγου.

Δεν είναι ντροπή να αποτυπωθεί ότι το στοιχείο αυτό αλλοιώθηκε, δεν είναι νοσταλγός του παρελθόντος όποιος διαπιστώνει τα αυταπόδεικτα και σε καμία περίπτωση δεν εκδικείται κανέναν. Ο σκοπός δεν είναι να αποδομηθεί η προσπάθεια που κάνει ο Γιάννης Αλαφούζος στον Παναθηναϊκό, φέτος άλλωστε προσπάθησε να προσδώσει στην ομάδα λίγη από τη χαμένη λάμψη της με την υπογραφή του Εσιέν και την αύξηση του προϋπολογισμού της ομάδας κατά 3 εκατομμύρια ευρώ.

 

Εδώ όμως διάβολε, πρόκειται για μια ομάδα που μεγαλούργησε στο Champions League με τους «γκουμομπασινάδες», κέρδισε το Αμβούργο εκτός έδρας με το Νασιόπουλο, χτυποκάρδισε ολόκληρο Camp Nou στα προημιτελικά με βασικό το Ντάνιελ Σάριτς, έδωσε το δικαίωμα στο ελληνικό ποδόσφαιρο να εκπροσωπηθεί κάποτε με τρεις εκπροσώπους στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση.

 

Και η ομάδα αυτή σήμερα δεν μπορεί να αποκλείσει την τρίτη ομάδα του Αζερμπαϊτζάν, τους συμπαθείς Αζέρους που είναι η χειρότερη ομάδα στο εφετινό Europa League. Δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί οιοσδήποτε ότι το ζήτημα είναι οικονομικό, διαφοράς ποιότητας, πολύ απλά διότι ο αντίπαλος ήταν και είναι χειρότερος ακόμη και από αυτόν τον Παναθηναϊκό του Γιάννη Αναστασίου που μοιάζει φτιαγμένος αποκλειστικά για το ελληνικό πρωτάθλημα. Διότι εκεί εστιάζεται ο πυρήνας του προβλήματος και από εκεί ξεκίνησαν όλα: ο Παναθηναϊκός ανέκαθεν πήγαινε καλά στην Ευρώπη (χωρίς να απουσιάζουν οι αποκλεισμοί-σοκ, ήταν όμως εξαιρέσεις) αλλά έχανε το πρωτάθλημα από τον Ολυμπιακό. Δεν ήταν δυνατόν για τους οπαδούς (κυρίως) να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, όταν από την αντιπέρα όχθη άκουγαν μονίμως «να δούμε το Μάιο ποιος θα γελάει».

Έπασχε από τη νόσο του Ολυμπιακού

Ακόμη και όταν η διαφορά από τον Ολυμπιακό ήταν χαώδης ποδοσφαιρικά και το momentum μετά τον αποκλεισμό επί της Ρόμα επέτασσε στο τριφύλλι να παλέψει για την ευρωπαϊκή του υπόσταση, προτιμήθηκε «το ελληνικό πρωτάθλημα». Ακριβώς όπως είχε προτιμηθεί και επί Φιλιππίδη «το κρίσιμο ματς στο Αιγάλεω» από την πρόκριση στον ημιτελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Ο Παναθηναϊκός έπασχε από τη νόσο του Ολυμπιακού και κατ’ αντιστοιχία ο αιώνιος αντίπαλος επειδή εμφανιζόταν ελλιποβαρής στα ευρωπαϊκά του ραντεβού, έπασχε από τη νόσο του Παναθηναϊκού. Διότι ο οπαδός έχει μάθει – πολύ κακώς – να τα θέλει όλα. Δεν του φτάνει το Πρωτάθλημα, θέλει το νταμπλ. Μετά δεν του φτάνει το νταμπλ, θέλει και πορεία στην Ευρώπη, μετά ζητά το αήττητο πρωτάθλημα, μετά θέλει ευρωπαϊκό τελικό, η λίστα δεν έχει τελειωμό.

 

Κάπως έτσι διαλύονται τα φιλόδοξα ποδοσφαιρικά projects, κάπως έτσι οι διοικήσεις για να πωλήσουν εισιτήρια διαρκείας στην αρχή της σεζόν δεν μαρτυρούν τους πραγματικούς στόχους της ομάδας, κάπως έτσι επιλέγονται ποδοσφαιριστές «αεροδρομίου» από ποδοσφαιριστές που μπορούν να βοηθήσουν άμεσα και ουσιαστικά την ομάδα. Διότι το ποδόσφαιρο είναι ένα θέαμα και το κοινό τα θέλει όλα: και τον αρτίστα που έπαιζε στη Ρεάλ και τον Πρόεδρο «που προστατεύει την ομάδα» και την ατιμωρησία στο πέταλο και το against modern football και το marketing και όλα. Κάπου εκεί έχασε το δρόμο ο Παναθηναϊκός, κάπου εκεί παρεξηγήθηκαν πράγματα και καταστάσεις, κάπου εκεί το «εμάς δεν μας ενδιαφέρουν οι ισολογισμοί, θέλουμε την ομάδα πρώτη παντού» μετετράπη σε «πρέπει να περάσουμε για να πάρουμε εμείς τα λεφτά και να τα κόψουμε από τον απέναντι».

 

Ο Παναθηναϊκός για τέταρτη σεζόν κάνει μια προσπάθεια να διατηρηθεί σε ανεκτά επίπεδα για την ιστορία του ποντάροντας σε ορισμένες σταθερές. Φέτος τρόπον τινά επιχειρήθηκε η υπέρβαση στον οικονομικό τομέα με στόχο όχι τη δημιουργία μιας ομάδας που θα αποδίδει τα μέγιστα στο χόρτο, αλλά τα «λεφτά». Και έρχονται οι Αζέροι και ο Ντοντό και με μιας παίρνουν μακριά ακόμη και τα προϋπολογισμένα 4 εκατομμύρια του Europa League, το minimum της στοχοθεσίας των ιθυνόντων στην αρχή της χρονιάς, που κανονικά όμως θα έπρεπε να είναι το maximum για τον Παναθηναϊκό που εμφανίστηκε το βράδυ της Πέμπτης στη Λεωφόρο. Διότι ο Παναθηναϊκός της Πέμπτης δεν είχε στη σύνθεσή του ούτε τον Εσιέν, ούτε τον Αμπέιντ, ούτε έναν δεξιό μπακ που αναζητεί και τον έχει στοιχειώσει εδώ και μια τριετία.

 

Συνεπώς, οι ευθύνες είναι σαφείς και συγκεκριμένες και άπτονται του γενικότερου προγραμματισμού και σχεδίου, βαραίνοντας τόσο το Γιάννη Αλαφούζο που έχει τεθεί επικεφαλής, όσο και τους Φύσσα-Βόκολο-Αναστασίου που είναι οι υπεύθυνοι του αγωνιστικού τμήματος. Ο Γιάννης Αναστασίου είναι ένας νέος προπονητής, ένας άνθρωπος που έχει ανδρωθεί ποδοσφαιρικά στην Ελλάδα και έζησε πολλά χρόνια στο αποστειρωμένο ολλανδικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον με ότι αυτό συνεπάγεται. Έγινε το ορθό και το αυτονόητο, αφού η αποπομπή του από τον πάγκο του Παναθηναϊκού τη δεδομένη χρονική στιγμή θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για το υπόλοιπο της σεζόν, αφού επί της ουσίας θα κατέστρεφε εν μία νυκτί μια συγκεκριμένη πολιτική που έχει χαράξει η διοίκηση, η οποία συνοψίζεται στο εξής: παίρνουμε το πρωτάθλημα, παίρνουμε τα λεφτά και ανεβαίνουμε επίπεδο. Αυτό είναι το ζητούμενο και δεν αποκαλείται πλάνο διότι μόνο τέτοιο δεν είναι.

Περίπου κατ΄ αυτόν τον τρόπο λειτουργούν και οι περισσότεροι μεγάλοι σύλλογοι στην Ελλάδα, περίπου έτσι σκέπτονται και οι οπαδοί που εξακολουθούν να βγάζουν τα σώψυχά τους στην κερκίδα ψάχνοντας στο ποδόσφαιρο και το περιβάλλον του, το αποκούμπι της ζοφερής καθημερινότητας. Μόνο που τούτη τη φορά το πράγμα ξεφεύγει από τα όρια του «πάμε παρακάτω» και άπαντες οφείλουν πρωτίστως μια αυτοκριτική και ένα τετ α τετ με τον καθρέπτη τους. Ο Παναθηναϊκός πήρε πολλά ρίσκα στο πλαίσιο της καλοκαιρινής του ενίσχυσης και όπως έγραφα και τότε η εμβληματικού χαρακτήρα απόκτηση του Εσιέν, καθώς και η επιλογή του Σάντσες, ελαχιστοποίησαν τις οικονομικές δυνατότητες για ανάλογη ποιοτική ενίσχυση και στις υπόλοιπες θέσεις, με αποτέλεσμα να αποκτηθούν ποδοσφαιριστές όπως ο Βέμερ στη λογική "αποκλείεται να είναι χειρότερος από τους προηγούμενους".

 

Κι όμως, με τους Αζέρους βασικός δεξιός μπακ του Παναθηναϊκού ήταν ο Μπούρμπος, αμυντικός χαφ βαπτίστηκε ο Γιώργος Κουτρουμπής και αριστερά στο ρόμβο έπαιξε ο Πράνιτς. Η ομάδα επί της ουσίας παρατάχθηκε χωρίς χαφ, με φωτεινή εξαίρεση τον αεικίνητο Ζέκα και το Νίνη κορυφή σε ρόλο τρεκουαρτίστα. Μόνο και μόνο από αυτήν την τετράδα στα χαφ, ο προγραμματισμός είναι αποτυχημένος, αν αποδεχθούμε ότι ο Βέμερ ήταν αδύνατο να αγωνιστεί και ο Χρήστος Μπούρμπος ξεκίνησε «αναγκαστικά». Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν χρειάζονται όλα τα όπλα στη φαρέτρα για να αποκλείσεις νικώντας με οποιοδήποτε σκορ κάποια Γκαμπάλα και θα είχε δίκαιο εάν όπως ήδη αναλύθηκε, μιλούσαμε για τον Panathinaikos άλλων χρόνων και όχι για τον Παναθηναϊκό που χάνει στη Λεωφόρο από την Εστορίλ και καταρρέει στο Βέλγιο δεχόμενος τρία γκολ από την Μπριζ.

Το ποδόσφαιρο πλέον έχει αλλάξει, οι διαφορές ειδικά στην αρχή της σεζόν και με δεδομένη την τακτική παιδεία που έχουν αποκτήσει πολλές χώρες που κάποτε αγνοούσαν βασικά στοιχεία του παιχνιδιού, δεν είναι εκείνες του παρελθόντος και όλα δύνανται να κριθούν από τις στιγμές: δοκάρι ο Νίνης στο 3’, χάνει ο Πράνιτς το Ντοντό στο 6’, 0-1, παντελής ανατροπή δεδομένων στο ματς. Είναι γνωστό από τότε που ανέλαβε τον Παναθηναϊκό ο Αναστασίου, ότι για να αποδώσει το ποδόσφαιρο που πρεσβεύει ο προπονητής του, θέλει χώρους. Σε σετ παιχνίδι και με 10 αντιπάλους στο ένα τέταρτο του γηπέδου, ο Παναθηναϊκός δεν έχει ούτε το σχέδιο ούτε την ποιότητα να ανταπεξέλθει και το έχει αποδείξει πολλάκις και στο ελληνικό πρωτάθλημα, στο οποίο δυσκολεύεται περισσότερο στα κλειστά παιχνίδια της Λεωφόρου, παρά στα υπόλοιπα. Κυρίως όμως λείπει από το τριφύλλι η στόφα, εκείνο το παλιό dna που λέγαμε, το οποίο επέτρεπε στον κόσμο και την ομάδα να πιστεύει ότι όλα τα ματς «γυρνάνε» και όταν ο Παναθηναϊκός είναι καλύτερος, θα κερδίσει.

 

Δεν είναι πρόβλημα του Αναστασίου αυτό, ούτε επωμίζεται το βάρος αυτής της αλλοίωσης που υπέστη ο σύλλογος. Δεν φταίει ο Αναστασίου για το underachiving του συλλόγου στην Ευρώπη τα χρόνια της πολυμετοχικότητας και στα απόνερα αυτής, ούτε για τις στρατηγικές επιλογές της διοίκησης σε κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα όπως η στελέχωση του έμψυχου δυναμικού και η αξιολόγηση των προτεραιοτήτων της εταιρίας. Κατά μια έννοια δεν είναι εξ ολοκλήρου και ευθύνη της παρούσας διοίκησης η προσπάθεια διατήρησης του συλλόγου σε κάποια οικεία επίπεδα τα σκληρά χρόνια του πράσινου μνημονίου με μέσα και μεθόδους που απέχουν παρασάγγας από τις συνήθειες του οργανισμού. Άλλωστε δεδομένα θα είναι καλύτερος στη συνέχεια ο Παναθηναϊκός αφ ης στιγμής δεν διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη μετά τον οδυνηρό αποκλεισμό από τος Αζέρους.

Έχουν μάθει αλλιώς

Θυμός υπάρχει και δικαίως η σιωπηλή πλειοψηφία διαμαρτύρεται για τον εξευτελισμό από την Γκαμπάλα. Υπάρχουν άνθρωποι στον Παναθηναϊκό, άλλης γενιάς και άλλης κουλτούρας από τη νέα γενιά που πηγαίνει στο γήπεδο, οι οποίοι «είχαν μάθει αλλιώς». Υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να σπαταλήσουν τις οικονομίες τους για να παρακολουθήσουν αυτό που προσφέρει ο σημερινός Παναθηναϊκός, όσο κι αν πέσει η τιμή του εισιτηρίου. Όχι διότι δεν αγαπούν ή δεν παθιάζονται με την ομάδα, απλώς όλα είναι ξένα και παράταιρα, δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, δεν υφίσταται εκείνη η αίσθηση ανωτερότητας και υπεροχής που υπήρχε παλαιότερα. Και αυτό η συγκεκριμένη – και καλομαθημένη – μερίδα φιλάθλων του Παναθηναϊκού δεν μπορεί να το ανεχθεί, με συνέπεια να απέχει.

 

Κατ’ αντιστοιχία υπάρχει και ένα σεβαστό ποσοστό ανθρώπων που τον Παναθηναϊκό δεν αντέχει να τον βλέπει να διασύρεται στην Ευρώπη και δεδομένων και των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στη χώρα, αρνείται να προσθέσει μια ακόμη στενάχωρη κατάσταση στην καθημερινότητά της. Κανείς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται επιθετικά, όποια κι αν είναι η στάση του, κανείς δεν είναι περισσότερο Παναθηναϊκός από τον άλλον και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει από κανέναν το δικαίωμα μέσω της αυτοκριτικής, να συμπεραίνει ότι η οικογένεια Βαρδινογιάννη δεν έπρεπε να απομακρυνθεί εντελώς από τα κοινά του Παναθηναϊκού. Είναι ίσως αντιεμπορική αυτή η διαπίστωση, επαναλαμβάνω όμως ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα που είναι ευδιάκριτη σε πολλές εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής του καθενός και αρκετές φορές αποτελεί και αιτία έντονων αντεγκλήσεων.

 

Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι που εξακολουθούν να ασχολούνται ενεργά με την ομάδα, όχι μόνο εκείνοι που εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο για να διαμαρτυρηθούν στους ποδοσφαιριστές, αλλά και λιγότερο ενεργός κόσμος που δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί και κρίνει ότι η ομάδα χρειάζεται τον κόσμο της περισσότερο στα δύσκολα. Απλώς η αίσθησή μου και θαρρώ η αίσθηση των περισσότερων της γενιάς μου, είναι πως ορισμένοι άνθρωποι αυτή την ομάδα δεν την έζησαν ποτέ σε (τόσο) δύσκολα και σιγά σιγά η φλόγα μέσα τους έπαψε να καίει. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο για τον Παναθηναϊκό, είναι μια τεράστια δεξαμενή κοινού το οποίο κάποτε συνέρρεε στο ΟΑΚΑ είτε αγοράζοντας σωρηδόν εισιτήρια διαρκείας είτε γεμίζοντάς το σε σπουδαίες βραδιές του τριφυλλιού στην Ευρώπη. Διότι αυτοί οι άνθρωποι κατ αυτόν τον τρόπο γαλουχήθηκαν και με αυτό το όραμα πήγαιναν στο γήπεδο. Δεν ήταν ούτε οι τίτλοι, ούτε ο Σαραβάκος, ούτε ο Ζάετς, ούτε ο Σισέ.

 

Ήταν αυτή η αίσθηση ανωτερότητας, αυτή η αστική αύρα που απέπνεε ο Παναθηναϊκός και οι παλαιότεροι γνωρίζουν πολύ καλά. Το κακό με το απαιτητικό κοινό του Παναθηναϊκού είναι ότι διαμαρτύρεται σιωπηρώς, όπως απεργούν οι Ιάπωνες, με ένα μαντήλι στο μέτωπο. Δεν του επιτρέπεται ούτε να μετατρέψει το Κορωπί σε λαϊκά δικαστήρια, ούτε να «μπουκάρει» μέσα, ούτε να επιβληθεί μέσω μεθόδων που παραπέμπουν σε άλλους συλλόγους. Είναι θέμα αξιολογικών προτεραιοτήτων, ορισμένοι ικανοποιούνται από δύο νίκες τη σεζόν εναντίον του Ολυμπιακού, άλλοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν ιώβεια υπομονή έως ότου ο σύλλογος επιλύσει τα οικονομικά προβλήματα και κατορθώσει να ξαναμπεί στο μονοπάτι των επιτυχιών. Η πολυσυλλεκτικότητα όμως της μεγάλης ομάδας στο κοινό της, επιφέρει και διαφορετικές προσεγγίσεις, συνεπώς υπάρχει και μια ακόμη κατηγορία ανθρώπων που δεν αντέχει να βλέπει τον Παναθηναϊκό να ταπεινώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Υπάρχει δρόμος...

Η σεζόν είναι μακρά, ξεκίνησε με κακούς οιωνούς παρά την προσπάθεια του Γιάννη Αλαφούζου για πρόωρη αλλαγή σελίδας στο σύλλογο, πλην όμως και παρά τη δεδομένη πίκρα, αυτός ο αποκλεισμός όσο κι αν ακούγεται αναιδές, βοηθά τα σχέδια του Παναθηναϊκού στο πρωτάθλημα. Οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις επιβαρύνουν σε μεγάλο βαθμό τους ποδοσφαιριστές και με δεδομένο ότι στο πρώτο μισό της σεζόν αντιμετωπίζει τα περισσότερα προβλήματα το πλάνο του Αναστασίου, θα ήταν σώφρον απ’ όλους μας να μην προδιαγράφουμε το αγωνιστικό μέλλον αυτής της ομάδας που ακόμη δεν έχουμε δει πλήρη στο χορτάρι. Εάν ο Εσιέν επιστρέψει σύντομα, ο Αμπέιντ είναι ο γνωστός προπέρσινος Αμπέιντ και λυθεί το διαφαινόμενο τεράστιο πρόβλημα στην άμυνα, ο Παναθηναϊκός μπορεί να μας εκπλήξει θετικά και να αναγκάσει και ορισμένους από τους ανθρώπους που απέχουν συνειδητά, να δώσουν μια ευκαιρία ξανά σ’ αυτήν την ομάδα.

 

Είναι πολύ γοητευτικό να ζει κανείς το ξεκίνημα και το χτίσιμο του καινούριου, να βελτιώνει τη σχέση του με την ομάδα προϊόντος του χρόνου και να ζει και τη βελτίωση του προπονητή, των ποδοσφαιριστών, της διοίκησης. Διότι ο Παναθηναϊκός δυστυχώς εδώ και μια τετραετία σε αυτό το στάδιο βρίσκεται, στο στάδιο της ανοικοδόμησης και της επαναθεμελίωσης της ομάδας, ασχέτως εάν δεν ήταν δυνατόν να επικοινωνηθεί η κατάσταση ως είχε στο κοινό του. Είναι τόσο μεγάλο το status του συλλόγου που θα ήταν αδύνατον να πατήσει reset και να επιστρέψει από άγνωστους τόπους κουβαλώντας μια τέτοια κηλίδα στην ιστορία του. Προτιμήθηκε το μαρτύριο της σταγόνας και της ωραιοποίησης της πραγματικότητας, ακριβώς για να διατηρήσουν όλοι εκείνοι που σήμερα απέχουν, το δικαίωμα για να επιστρέψουν. Το αν θα επιστρέψουν με το Γιάννη Αναστασίου ή τον Γιάννη Αλαφούζο είναι αδιάφορο. Πρέπει να επιστρέψουν για τον Παναθηναϊκό.