Saravakos De Officiis: Μέρος δεύτερο

Το αφιέρωμα του Zastro στην καριέρα του Δημήτρη Σαραβάκου συνεχίζεται. Η εμπιστοσύνη του Βαρδινογιάννη και οι ονειρικές χρονιές στον Παναθηναϊκό, η μεταγραφή στην ΑΕΚ, το χαμένο πέναλτι και το κλείσιμο της καριέρας του.

O εξαγνισμός και η κάθαρση

"H ευτυχισμένη ζωή έχει να κάνει με τη γαλήνη του νου" έλεγε ο Κικέρων και αυτό ακριβώς αναζητούσε ξανά ο Δημήτρης Σαραβάκος μετά την περιπέτεια που είχε με την πρόταση του Γιώργου Κοσκωτά προκειμένου να υπογράψει στον Ολυμπιακό. Το 1989 ήταν πια στα 28 του, ώριμος και στα πιο παραγωγικά ποδοσφαιρικά του χρόνια, αφού στο παιχνίδι του είχε προστεθεί και η εμπειρία. Εκείνο που είχε ανάγκη ήταν να ξαναβρεί την ηρεμία και τη βαθιά εσωτερικότητα που τον διέκρινε ως χαρακτήρα από την αρχή της καριέρας του.

Έπρεπε να βρεθεί ένας από μηχανής Θεός προκειμένου να επέλθει η πλήρης κάθαρση, ήταν υπερ-απαραίτητο να πάψει να φέρει το βάρος να κουβαλάει όλο το βάρος της επίθεσης του Παναθηναϊκού στις πλάτες του, αφού δεδομένης της αποχώρησης του Ρότσα και κυρίως του Βέλιμιρ Ζάετς λίγα χρόνια πριν, ο Παναθηναϊκός τον είχε αφήσει τρόπον τινά αβοήθητο, σαν να ήθελε να τον "τιμωρήσει" για τη συμφωνία με τον Ολυμπιακό.

Τον εξαγνισμό και την κάθαρση την έφερε ένας Πολωνός που ήρθε στην Παιανία αθόρυβα και τελικά έγραψε κι εκείνος τη δική του ιστορία στο τριφύλι. Ήταν ο Κριστόφ Βαζέχα (Βάρτζυχα το ορθότερον, αλλά ίσχυσε ο άκρως ελληνικός κανόνας «ο παίκτης ονομάζεται όπως τον προφέρει ο πρώτος δημοσιογράφος στο αεροδρόμιο».

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης πραγματικά χτύπησε φλέβα χρυσού με τα «ψώνια» που έκανε εκείνο τον Ιανουάριο από τη Ρούχ Χορζόφ στην Πολωνία, αφού εκτός από το μυστακοφόρο κυνηγό, στην Παιανία κατέφθασε το καλοκαίρι και το «βουνό», ένας επίσης μυστακοφόρος θηριώδης τερματοφύλακας, ο Γιόζεφ Βάντζικ. Ο Σαραβάκος υποδέχεται με ανακούφιση τις προσθήκες και πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι το δίδυμο με τον Πολωνό στην επίθεση θα είναι θαυματουργό και οι κάκιστες σεζόν θα αποτελέσουν παρελθόν.

Η εμπιστοσύνη του Καπετάνιου

Το τριφύλι είχε να ανθίσει από το 1986 και εκείνο το εμφατικό νταμπλ κόντρα στον «αιώνιο», οι επόμενες σεζόν ήταν από κακές έως κάκιστες και το όνειρο ενός ευρωπαϊκού τελικού που επιζητούσε με θέρμη ο Βαρδινογιάννης δεν είχε ξαναπλησιάσει μετά την εκπληκτική πορεία μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1985.

Για την ακρίβεια, ο άλλοτε «ευρωπαίος» Παναθηναϊκός του Σαραβάκου, η ομάδα που είχε καταπλήξει την Ευρώπη στις μεγάλες της βραδιές, λίγο πριν γίνει η προσθήκη του Βαζέχα το Δεκέμβριο του 1989, είχε διασυρθεί από τη ρουμάνικη Δυναμό Βουκουρεστίου με το ταπεινωτικό 6-1 (ενώ ηττήθηκε και στο ΟΑΚΑ με 0-2) σβήνοντας σχεδόν μονοκονδυλιά ότι προσπαθούσε να χτίσει τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν σαφές ότι περαιτέρω λάθος επιλογές θα οδηγούσαν πιθανόν σε ριζική ανανέωση του ρόστερ, με αρκετούς στα ενδότερα της ομάδας να έχουν το όνομα του Δημήτρη πρώτο στη λίστα τους.

Τελικά ο ξεροκέφαλος Καπετάνιος είχε για μια ακόμη φορά δίκαιο: «οι ομάδες χτίζονται και δεν αγοράζονται», ενώ η εμπιστοσύνη με την οποία περιέλαβε το Δημήτρη Σαραβάκο – όπως άλλωστε είχε πράξει και με τον Κώστα Αντωνίου που επίσης είχε συμφωνήσει με τον Κοσκωτά αλλά επέστρεψε στον Παναθηναϊκό – ήταν πέρα για πέρα ασυνήθιστη «για Βαρδινογιάννη». Ο Καπετάνιος όμως ήταν δίκαιος και γνώριζε ποδόσφαιρο.

Συνεπώς, ήταν σαφές ότι ο Παναθηναϊκός του έπρεπε να συνεχίσει με τον καλό και ευδιάθετο Σαραβάκο, ο οποίος άλλωστε τον είχε ενημερώσει για τον πακτωλό των χρημάτων που του προσέφεραν οι αδελφοί Κοσκωτά ακόμη και για την απειροελάχιστη πιθανότητα που η διοίκηση του Παναθηναϊκού θα επέλεγε να κάνει match την προσφορά.

Ονειρικές χρονιές

Η εμπιστοσύνη του Γιώργου Βαρδινογιάννη και η άμεση χημεία με το Βαζέχα ηρέμησαν το Δημήτρη, το καλοκαίρι του ’90 γυμνάστηκε και – επιτέλους – η πίεση είχε φύγει από πάνω του, αφού ο Βαρδινογιάννης έκανε το μεγάλο κόλπο και έκλεψε μέσα από τα χέρια του Σαλιαρέλη τον Στράτο Αποστολάκη.

Πλέον η συμφωνία του Σαραβάκου ήταν παλιά νέα, ο κόσμος και κυρίως ο Τύπος ασχολείτο με τον καινούριο «προδότη» και η ατμόσφαιρα είχε ηλεκτριστεί σε τέτοιο βαθμό που το θέμα Σαραβάκου ξεχάστηκε και δεν ξαναήρθε ποτέ στην επιφάνεια μέχρι το τέλος της καριέρας του. Οι δύο σεζόν των «διόσκουρων» της επίθεσης του Παναθηναϊκού ήταν ονειρώδεις:

Πρωτάθλημα το 1990 μετά από 4 χρόνια ξηρασίας, νταμπλ την επόμενη σεζόν εν μέσω αποθέωσης με το Σαραβάκο στην πιο παραγωγική σεζόν της καριέρας του: 34 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις και το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του μετά από καιρό. Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με ένα «φονικό» δίδυμο στην επίθεση για τον Παναθηναϊκό στο Πρωτάθλημα, αφού Σαραβάκος και Βαζέχα σκοράρουν από 23 και 18 φορές αντίστοιχα, με τις αντίπαλες άμυνες να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν τον οίστρο και των δύο κυνηγών.

Η γνωριμία με τη σύζυγό του

Διόλου τυχαίο, ότι εκείνη τη σεζόν γνωρίζεται και με την μετά από ένα χρόνο σύζυγό του, τη Βίκυ Γεροθόδωρου, μια γλυκύτατη – τότε – αεροσυνοδό και μετέπειτα στιχουργό και συγγραφέα. Παντρεύονται το 1991, με το Δημήτρη να μπαίνει στα 30 και μεγάλο μέρος του γυναικείου πληθυσμού της χώρας να βυθίζεται στη θλίψη, αφού ο Σαραβάκος άνηκε στο club των top εργένηδων της Αθήνας.

Το εμβληματικό γκολ στο Ούλεβι

Ο Σαραβάκος διάγει τις παραγωγικότερες και πιο μεστές περιόδους της καριέρας του, είναι πλέον αποκατεστημένος, η σχέση του με το κοινό του Παναθηναϊκού βρίσκεται στο καλύτερο δυνατό επίπεδο και μετά 5 χρόνια ξανακάνει την Ευρώπη να συζητά γι’ αυτόν. Είναι το παιχνίδι των προκριματικών του «πειραματικού» Champions League εναντίον μιας παλιάς γνώριμου, της σουηδικής Γκέτεμποργκ, όταν ο Δημήτρης Σαραβάκος βάζει τη σφραγίδα του στο total recall του Παναθηναϊκού στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Το γκολ του Σαραβάκου στο Ούλεβι είναι ένα από τα εμβληματικότερα και ομορφότερα της καριέρας του: θα τριπλάρει 3 αντιπάλους μέσα σε πολύ μικρό χώρο και με το εξωτερικό θα στείλει τη μπάλα να τυλιχτεί κυριολεκτικά στα δίχτυα του εμβρόντητου Ραβέλι χωρίς να πέσει στο έδαφος. Ο πανηγυρισμός του Δημήτρη εκείνο το Νοέμβρη του 1991 είναι ο πιο εξαγνιστικός απ’ όλους.

Η χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, ο Παναθηναϊκός επιστρέφει στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και μαζί του επιστρέφει εκείνο το αίσθημα ανωτερότητας που τόσο πολύ είχε λείψει από τους οπαδούς του Παναθηναϊκού και έχει να κάνει πάντοτε με τις ευρωπαϊκές παρουσίες και πορείες της ομάδας.

Ευρωπαίος Παναθηναϊκός

Ο Σαραβάκος είναι πλέον αρχηγός του Παναθηναϊκού, είναι η εμβληματική φιγούρα που πλέον συνδέει δύο ακόμη εποχές του Παναθηναϊκου της οικογένειας Βαρδινογιάννη. Έχουν περάσει σχεδόν 7 χρόνια και ο Παναθηναϊκός ωσάν να του το χρωστούσε η μοίρα επειδή ήταν η πιο συνεπής ελληνική ομάδα στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, είναι ο εκπρόσωπος της χώρας στο πρώτο Champions League.

Ο Σαραβάκος το διασκεδάζει αφάνταστα, ο Παναθηναϊκός πραγματοποιεί αξιόλογες και αξιοπρεπέστατες εμφανίσεις στον έναν από τους δύο ομίλους, μαζί με τον Ερυθρό Αστέρα, την Άντερλεχτ και τη μετέπειτα φιναλίστ Σαμπντόρια των Βιάλι και Μαντσίνι. Αποκλείεται πρώτον εξ αιτίας των διαδοχικών ηττών από τον Ερυθρό Αστέρα και δεύτερον εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι Βέλγοι της Άντερλεχτ του πήραν δύο ισοπαλίες στα μεταξύ τους ματς.

Ειδικά εκείνο το εντός έδρας 0-0 με τους Βέλγους την πρωταπριλιά του ‘92, θύμισε σε μεγάλο μέρος των οπαδών του τριφυλλιού το παιχνίδι με την επίκαιρη και σήμερα Μπριζ, με την μπάλα να αρνείται να κάνει το κέφι των παικτών του Παναθηναϊκού και τον τερματοφύλακα των Βέλγων Πήτερ Μάες να ευχαριστεί σε δύο περιπτώσεις ακόμη και τα δοκάρια του.

Εν τέλει, ο Παναθηναϊκός αποκλείεται με 4 ισοπαλίες και 2 ήττες, αλλά μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έχει επιστρέψει.

Κλήση στη μεικτή κόσμου

Ίσως στην πιο ώριμη σεζόν της καριέρας του και λίγο πριν κλείσει τα 31 του χρόνια, ο Δημήτρης Σαραβάκος θα ολοκληρώσει τη σεζόν με 24 γκολ στο πρωτάθλημα, 3 στα 10 ευρωπαϊκά ματς του Παναθηναϊκού (με κορωνίδα εκείνο το ποίημα εναντίον της Γκέτεμποργκ) και θα προσθέσει ακόμη 3 στο Κύπελλο.

Επιστέγασμα των προσπαθειών και της εκπληκτικής του παρουσίας, η μέγιστη τιμή που του αποδίδεται από τη FIFA, αφού θα κληθεί στη μεικτή κόσμου (μαζί με τον Στράτο Αποστολάκη) στο φιλικό παιχνίδι – διαμαρτυρία ενάντια στην εισβολή των αμερικανικών στρατευμάτων στο Κουβέιτ την περίοδο του πολέμου του Κόλπου. Ήταν μια πολύ μεγάλη προσωπική στιγμή για το Δημήτρη Σαραβάκο, η δικαίωση μιας καριέρας σεμνής και αμιγώς επαγγελματικής και ένα παράσημο που φέρει υπερήφανα ακόμη και σήμερα. Χωρίς να το γνωρίζει, ο Σαραβάκος βίωσε την τελευταία του ήρεμη σεζόν στον Παναθηναϊκό, αφού το ίδιο καλοκαίρι ήρθε ο Όσιμ.

H εμπάθεια του Οσιμ

Ο Γιουγκοσλάβος τεχνικός ήταν μια επιλογή εντός λογικού πλαισίου από το Γιώργο Βαρδινογιάννη, βασισμένη στα όνειρα του Καπετάνιου για έναν «ευρωπαίο» Παναθηναϊκό που θα αποδίδει ελκυστικό ποδόσφαιρο και δεν θα παρουσιάζεται τόσο αμυντικογενής όσο κυρίως τις περιόδους του Βασίλη Δανιήλ.

Ο γεννημένος στο Σαράγεβο Βόσνιος δάσκαλος, ήταν όμως ένας δύστροπος και sui generis χαρακτήρας και αυτό έγινε σαφές από την πρώτη του κιόλας έκθεση σχετικά με το υλικό που παρέλαβε στον Παναθηναϊκό. Ένα ρόστερ με Σαραβάκο, Βαζέχα, Μπορέλι, Αποστολάκη, Βάντζικ, Αντωνίου, Δώνη, Γεωργιάδη, Μαραγκό, Φρατζέσκο κ.ά., κρίθηκε ούτε λίγο ούτε πολύ ανεπαρκές από τον ιδιόρρυθμο τεχνικό, ο οποίος ειδικά σε σχέση με τους άμεσους ανταγωνιστές του (ΑΕΚ κυρίως, αλλά και Ολυμπιακό) δήλωσε απερίφραστα ότι υστερεί και δεν δύναται να αποδώσει σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Ειδικά απέναντι σε Σαραβάκο και Μπορέλι, ο δύστροπος Όσιμ, υπήρξε από αψής έως εμπαθής. Η θέση του για το Σαραβάκο ήταν ουσιαστικά ότι ο Έλληνας επιθετικός δεν μπορεί να βοηθήσει την ομάδα στο πλάνο της και για να είναι χρήσιμος πρέπει να αλλάξουν οι κανονισμοί και να εφαρμοστούν εκείνοι του handball που επιτρέπουν στους προπονητές να αμύνονται με διαφορετική ομάδα από εκείνη που επιτίθενται.

Ο Σαραβάκος υπέμεινε στωικά και δεδομένου του ήπιου χαρακτήρα του δεν δημιούργησε πρόβλημα στην ομάδα, είναι όμως γεγονός ότι ενοχλήθηκε πολύ εκείνο τον καιρό από την αντιμετώπιση που τύγχανε από τον προπονητή του και έφερε βαρέως το γεγονός ότι δεν συμμετείχε σε πολλά σημαντικά παιχνίδια, με αποκορύφωμα τον τελικό Κυπέλλου εναντίον του Ολυμπιακού την άνοιξη του ’93.

Το τελειωτικό χτύπημα

Ο Παναθηναϊκός σε έναν θρυλικό τελικό, που χαρακτηρίστηκε και «ο τελικός των ξυρισμένων κεφαλιών», κέρδισε με γκολ του Κριστόφ Βαζέχα τον Ολυμπιακό με 1-0, με το Δημήτρη Σαραβάκο να μην αγωνίζεται ούτε λεπτό. Ειδικά για έναν ποδοσφαιριστή όπως ο Σαραβάκος, ο οποίος μέχρι τότε ήταν ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στα ντέρμπι των «αιωνίων» με 15 γκολ, το κτύπημα ήταν βαρύ και το γυαλί έμοιαζε να έχει ραγίσει όπως μαρτυρούν και τα νούμερα: 15 συμμετοχές και μόλις 2 τέρματα σε μια χρονιά-πισωγύρισμα για τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του Παναθηναϊκού.

Η πίεση που δεχόταν ο Όσιμ να τον χρησιμοποιεί ενάντια στα πιστεύω του από την ίδια την ομάδα, αλλά και το πείσμα του Δημήτρη να αποδείξει ότι κάνει τη διαφορά και στα 32 του, τον κράτησαν στον Παναθηναϊκό και την επόμενη σεζόν, εκείνη που έλαχε να είναι η τελευταία με το τριφύλλι στο στήθος.

Ο Σαραβάκος τίμησε απεριόριστα την τελευταία του σεζόν ως πρωταγωνιστής στον Παναθηναϊκό. Παρά τις διαρκείς ειρωνίες του προπονητή του και το γεγονός ότι το στυλ του δεν ταίριαζε με το παιχνίδι που προσπαθούσε να εφαρμόσει ο Βόσνιος στην ομάδα, επέστρεψε στα γνώριμα επίπεδα, σκόραρε 15 φορές σε 25 συμμετοχές και βροντοφώναζε ότι δεν «τελείωσε».

Μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια στον Παναθηναϊκό και με τη φυσιολογική φθορά του «παλιού» στην ομάδα, σίγουρα περίμενε μια τουλάχιστον ευγενέστερη αντιμετώπιση από το Γιώργο Βαρδινογιάννη για το τελευταίο καλό συμβόλαιο της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής. Οι δύο τελευταίες σεζόν τον είχαν σκληρύνει ακόμη περισσότερο, είχε ξανακλειστεί στον εαυτό του και το χαμόγελο που είχε επιστρέψει στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετατράπηκε σε προβληματισμό.

Το κεφάλαιο ΑΕΚ

Μέχρι που ήρθε στη ζωή του το ζεστό ενδιαφέρον της μεσουρανούσας τότε ΑΕΚ του Δημήτρη Μελισσανίδη. Ο Σαραβάκος κολακεύτηκε κυρίως από τη ζωηρή βούληση του Ντούσαν Μπάγεβιτς να συμμετάσχει στο project του Σερβοβόσνιου για την ευρωπαϊκή διάκριση της τρις Πρωταθλήτριας Ελλάδος Ένωσης που τόσο έλειπε από το παλμαρέ της κατά τεκμήριο πιο εντυπωσιακής ομάδας της δεκαετίας του ’90. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία του Δημήτρη να αποδείξει ότι δεν τελείωσε, ότι στα 33 του δεν ήταν ένας παλαίμαχος που γύρευε το τελευταίο καλό συμβόλαιο. Ο ποδοσφαιρικός του εγωισμός άλλωστε δεν επέτρεπε να πέσει με τρόπο ανάρμοστο στους αστέρες του δικού του διαμετρήματος. Και πραγματικά η επιρροή του στο δικέφαλο ήταν άμεση και αντάξια του ονόματος “Saravakos”.

Η ΑΕΚ κληρώνεται στα προκριματικά του Champions League με τους Glasgow Rangers του Mark Ηately, πρώτο παιγνίδι στην Αθήνα και ο Μπάγεβιτς έχει την ατυχία να στερηθεί των υπηρεσιών του Τιμούρ Κετσμπάγια από πολύ νωρίς, αφού ο πολύτιμος για τα πλάνα της ΑΕΚ Γεωργιανός μεσοεπιθετικός, σπάει το χέρι του και αποχωρεί σφαδάζοντας. Άπαντες παγώνουν και βλέπουν το όνειρο της συμμετοχής στους ομίλους να απομακρύνεται, μέχρι που ξεκινά η ραψωδία του Σαραβάκου.

Εκμεταλλευόμενος και την καταπληκτική βραδιά του έτερου σολίστ, Βασίλη Τσιάρτα, ο Σαραβάκος στο γνώριμό του πεδίο, εκείνο της ευρωπαϊκής συνάντησης, εκτελεί με μοναδικό τρόπο επιτυγχάνοντας ένα από τα ομορφότερα γκολ της καριέρας του. Ο Τσιάρτας σερβίρει, ο Σαραβάκος αφήνει τη μπάλα να κυλήσει και παρά την αντίθετη φορά του σώματός του, κατορθώνει με το «μυτάκι» να σουτάρει στην αντίθετη γωνία και να σκοράρει εν μέσω αποθέωσης.

Τα υψωμένα χέρια του Δημήτρη Σαραβάκου – ο οποίος πρόσθεσε και το δεύτερο γκολ της ΑΕΚ σε εκείνο το παιχνίδι – και το χαμόγελό του είναι η απάντηση στους επικριτές του, ακόμη και σε εκείνους τους λιγοστούς οπαδούς της ΑΕΚ που δεν ήθελαν «το βάζελο» στην ομάδα και τον θεωρούσαν «ξεζουμισμένο». Η είσοδος στους ομίλους του Champions League είναι επί της ουσίας ολόκληρη η χρονιά για το Σαραβάκο, ένας στόχος τόσο υψηλός για την ΑΕΚ που από φτωχός συγγενής που έφθανε πάντοτε στην πηγή και δεν έπινε νερό, βρέθηκε αίφνης να αντιμετωπίζει τη Μίλαν και τον Άγιαξ, πραγματοποιώντας κιόλας εξαιρετικές εμφανίσεις. Η παρουσία του Σαραβάκου είναι αξιοσημείωτη, είναι δικό του το κακώς ακυρωθέν γκολ στην εντός έδρας λευκή ισοπαλία εναντίον της μεγάλης Μίλαν του Καπέλο, εκείνος είναι ο πρώτος ποδοσφαιριστής που αναζητούν οι ξένοι δημοσιογράφοι στις αποστολές στο εξωτερικό και ειδικά από τους Ιταλούς αποθεώνεται.

Η απάντηση του Σαραβάκου

Η ΑΕΚ με το Σαραβάκο σε καταπληκτική κατάσταση, σε 30 συμμετοχές σκοράρει κατά ριπάς και τελειώνει τη σεζόν με 21 γκολ, μια επίδοση πολύ κοντά στις «καλές μέρες» του. Πλέον δεν είχε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν, είχαν πειστεί και οι δριμύτεροι επικριτές του σχετικά με το κατά πόσον «τελείωσε», «πάχυνε», «είναι αδιάφορος», «δεν είναι εκείνος που ήταν κάποτε». Εκείνη η σεζόν στην ΑΕΚ ήταν η σεζόν της παγίωσής του στις συνειδήσεις όλων των φιλάθλων ως ένας από τους κορυφαίους, ως ένας από τους ποδοσφαιριστές ικανούς να αλλάξουν το status μιας ομάδας, ακόμη κι αν επρόκειτο για μια καλοκουρδισμένη μηχανή όπως η ΑΕΚ των καλύτερων ετών του Μπάγεβιτς.

Ήταν αδύνατον μετά από το καταπληκτικό του πρωτάθλημα να αγνοηθεί από τον εκλέκτορα της Εθνικής Αλκέτα Παναγούλια. Σκοπίμως δεν είχε γίνει αναφορά στη σχέση του Σαραβάκου με την Εθνική, μια σχέση που έχει ρίζες από τις μέρες του στον Πανιώνιο όταν το 1983 σκόραρε με την Εθνική εναντίον του Λουξεμβούργου.

"Εργάτης" της Εθνικής

Στα εθνικά κλιμάκια προσέφερε αδιαλλείπτως από το 1982 μέχρι το 1995, θεωρώντας ύψιστη τιμή για εκείνον την κλήση, είτε επρόκειτο για την Ολυμπιακή ομάδα, είτε ακόμη-ακόμη και για τη Μεσογειακή ομάδα της Καζαμπλάνκα του 1983.

Κατά συνέπεια, η μεγαλύτερή του στιγμή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τη χειραψία του ως αρχηγός με το Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα στην πρεμιέρα της Εθνικής Ελλάδος στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ κι ας ακολούθησε μετά ένα κάκιστο τουρνουά για την Εθνική που έφθασε να γίνει μέχρι και ντοκυμαντέρ παραδείγματος προς αποφυγήν από το BBC.

Έκλεισε μια μεγαλειώδη καριέρα στην Εθνική με 78 συμμετοχές, σκοράροντας 28 φορές και έχοντας στο βιογραφικό του «εκείνο το γκολ» στην Ολλανδία για τα προκριματικά του EURO του ’88 που ξεσήκωσε έναν ολόκληρο λαό και τον έκανε να πιστέψει στο θαύμα. Είναι ο τέταρτος σκόρερ στην ιστορία της Εθνικής ομάδας, υπηρέτησε το εθνόσημο με συνέπεια και ανέκαθεν στεκόταν στο πλευρό της ακόμη και μετά το πέρας της καριέρας του.

Αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες, όπως αρμόζει στο προφίλ και τον ξεχωριστό σεμνό χαρακτήρα του, αποχώρησε από την Εθνική στα 34 του χρόνια, όταν αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να ανοίξει ο χώρος και οι κλήσεις για την επόμενη γενιά που δεν στιγματίστηκε από το 4-4-2 του μουντιάλ της Αμερικής. Αντιλαμβανόταν άλλωστε και ο ίδιος ότι έχει απωλέσει κάποια από τα στοιχεία του παιχνιδιού του και χαρακτηριστικά όπως το ξεπέταγμα και η ταχύτητα είχαν φυσιολογικά υποχωρήσει ηλικίας ένεκα.

Το χαμένο πέναλτι

Το κλείσιμο της πολύ έντονης σεζόν 94/95 επιφυλάσσει ένα τρομερό κισμέτ στο Δημήτρη Σαραβάκο. Η ΑΕΚ προκρίνεται στον τελικό και πρόκειται να αντιμετωπίσει τον Παναθηναϊκό. Η υποδοχή του μισού γηπέδου είναι το λιγότερο συγκινητική για τον Σαραβάκο.

Δεν ακούγεται ούτε μια αποδοκιμασία και όταν η μοίρα στο έκτο λεπτό φέρνει το Δημήτρη μέσα στην περιοχή να κερδίζει το πέναλτι από τον Αποστολάκη, το γήπεδο παίρνει φωτιά: «Μητσάρα βαζέλα – πέτα τη φανέλα». Ο Σαραβάκος δείχνει να μην επηρεάζεται, ουδέποτε άλλωστε συνήθιζε να δείχνει τα συναισθήματα που τον κυρίευαν, η μάχη όμως μέσα του είναι απίστευτη και το συγκεκριμένο πέναλτι  ξέρει πάρα πολύ καλά ότι δεν είναι όπως όλα τα άλλα. Θα στήσει τη μπάλα ανέκφραστος, θα κοιτάξει φευγαλέα το Γιόζεφ Βάντζικ και θα σουτάρει. Και θα σουτάρει άουτ. Τόσο άουτ όσο ο Ρομπέρτο Μπάτζο στον τελικό με τους Βραζιλιάνους το 1994 στην Αμερική.

Δεν έχει μιλήσει ποτέ ανοιχτά για εκείνο το πέναλτι, παραδέχτηκε μόνον ότι δεν έπρεπε να το εκτελέσει, όμως υπάκουσε στην εντολή του Μπάγεβιτς. Ίσως από σεβασμό στην ΑΕΚ που εκείνον τον τίτλο τον έχασε. Για πολλούς το σημείο που η μπάλα ταξίδεψε άουτ, ήταν εκείνο που ξανακόλλησε το γυαλί με τον Παναθηναϊκό. Ήταν πολλά τα δέκα χρόνια, πολλές οι χαρές, λιγότερες οι λύπες, τεράστια η εξέλιξη του ως ποδοσφαιριστής με το τριφύλι στο στήθος, αξιομνημόνευτες ακόμη και σήμερα οι ευρωπαϊκές του βραδιές με τον Παναθηναϊκό. Το κεφάλαιο ΑΕΚ έκλεισε ουσαιστικά εκείνο το βράδυ της 19ης Απριλίου στο ΟΑΚΑ, στον «τελικό του Μπάκα». Η επόμενη σεζόν ήταν διεκπεραιωτική, την ολοκλήρωσε μόλις με 17 συμμετοχές και 2 γκολ και η ΑΕΚ σεβάστηκε την επιθυμία του να λύσει το συμβόλαιό του και να αποχωρήσει από την ομάδα. Κι αν ποδοσφαιρικά φαινόταν να διάγει τις τελευταίες ημέρες της καριέρας του, στην προσωπική του ζωή πετούσε.

Το κλείσιμο της καριέρας του

Το 1996, σεζόν που ο ίδιος επέλεξε να μείνει εκτός δράσης (ανεξήγητα αφού και ο Παναθηναϊκός και ο Πανιώνιος τον προσέγγισαν για να κλείσει την καριέρα του) γεννιέται ο έρωτας της ζωής του, η κόρη του.

Η Νικόλ θα φέρει πίσω μονομιάς το χαμόγελο στο πρόσωπό του, θα τον χαροποιήσει τόσο πολύ που αντί να ακούσει το περιβάλλον του το καλοκαίρι του 1997 και επιστρέψει στη Νέα Σμύρνη όπου τον περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες για να κλείσει την καριέρα του, θα (ξανα)επιλέξει Παναθηναϊκό. Πάντοτε τον Παναθηναϊκό είχε στο μυαλό του κι ας παραδέχτηκε αργότερα ότι έκανε λάθος παρασυρόμενος από το πάθος της στιγμής. Ο Παναθηναϊκός και μάλιστα διά ενός προπονητή που τον γνώριζε πάρα πολύ καλά, δεν τον σεβάστηκε όπως του έπρεπε στο κλείσιμο της καριέρας του. Ο Δανιήλ για κάποιο λόγο που επίσης δεν εξηγήθηκε ποτέ, δεν τον υπολόγιζε ποτέ και θεωρούσε την υπογραφή «καπρίτσιο» του Καπετάνιου.

Πικράθηκε από τη συμπεριφορά αυτή ο Σαραβάκος, αλλά και αυτή την απρέπεια την αντιμετώπισε με τη σεμνότητα και την αγωγή που τον χαρακτήριζε σε όλη του τη διαδρομή. Πρόλαβε και αγωνίστηκε σε δύο αγώνες πρωταθλήματος ως αλλαγή προτού φύγει ουσιαστικά μόνος του επειδή δεν τον υπολόγιζε κανείς. Είχε ένα ποδοσφαιρικό τέλος αντιστρόφως ανάλογο της αξίας και της προσφοράς του, με την αδικία προς το πρόσωπό του να αποκαθίσταται – επιτέλους – το 2006, όταν αυγουστιάτικα οι ιθύνοντες του Παναθηναϊκού μένουν με ανοιχτό το στόμα αντικρύζοντας 50 χιλιάδες κόσμο που συνέρρευσε στις εξέδρες του ΟΑΚΑ για να αποθεώσει το Δημήτρη Σαραβάκο στο φιλικό παιχνίδι με την ισπανική Σαραγόσα. Τον βράβευσε ο άνθρωπος που τον έφερε στον Παναθηναϊκό και ο άνθρωπος που τον πίστεψε πιο πολύ απ’ όλους στην οικογένεια: ο Γιώργος Βαρδινογιάννης.

Πανευτυχής και στέλνοντας ένα φιλί στην κόρη του στην κερκίδα, μπορούσε πλέον να κλείσει το κεφάλαιο ποδόσφαιρο και να σταματήσει να κυνηγά το χρόνο στα γήπεδα του beach soccer, όπου συνέχιζε να αγωνίζεται και να καταπλήττει τα πλήθη, αφού έφθασε μέχρι και να αγωνίζεται με την εθνική (!) σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Σήμερα που κλείνει τα 54, το κισμέτ του ήθελε πάλι τον Παναθηναϊκό να αγωνίζεται σε ευρωπαϊκό παιχνίδι για τα προκριματικά του Champions League. Αυτή είναι η μοίρα του, που κάλλιστα περικλείεται σε εκείνο το παλιομοδίτικο σύνθημα: «Ελλάς – Ευρώπη – Παναθηναϊκός». Όπως λέει και ο ίδιος λακωνικά και μετρημένα: «Ταυτίστηκα με τον Παναθηναϊκό, με τον κόσμο, με την ιστορία του. Είμαι ευτυχισμένος που είμαι ένα κομμάτι της ιστορίας του.» Ευτυχισμένοι είμαστε κι εμείς, φίλοι και αντίπαλοι, που θαυμάσαμε στα γήπεδα το Δημήτρη Σαραβάκο, έναν από τους καλύτερους των καλύτερων.

Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος του Zastro στον Δημήτρη Σαραβάκo.

Αποστολή στη Χίο ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ο μύλος του (αντι)προσφυγικού στη Χίο

Επεισόδια, ξυλοδαρμοί, τραμπουκισμοί, απειλές και μισαλλόδοξος λόγος δηλητηριάζουν τη χιώτικη κοινωνία, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος σε έναν πληθυσμό ταλαιπωρημένο από την κρατική απουσία και την διαχειριστική ανεπάρκεια του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος στο νησί. Ποιοι βρίσκονται από πίσω, ποιος ο ρόλος της Χρυσής Αυγής και ποια η στάση του ορθόδοξου πολιτικού κόσμου. Διαβάστε το τρίτο μέρος της έρευνας του NEWS247 στη Χίο

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα