Στέλιος "Καλαμαράς" Πλάτωνος: Μια ζωή σαν παραμύθι

Μία διαφορετική ιστορία των swinging sixties που έχει μέσα ποδόσφαιρο, πόλεμο, ναυάγια, τζόγο, ρετσίνα, διασημότητες, "κλέφτικο", τέχνες, πεπρωμένο και παρακαταθήκες.

Μερικές φορές, η ίδια η ζωή επιφυλάσσει πιο ευφάνταστα σενάρια και από την πιο γόνιμη φαντασία. Υπάρχουν διαδρομές, αστάθμητοι παράγοντες, συνδυασμός γεγονότων που διαφοροποιούν το πεπρωμένο ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι καλούνται να επιβιώσουν και εν τέλει να μεγαλουργήσουν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, σε περιβάλλοντα εντελώς ξένα με τις σημερινές σταθερές και αντιλήψεις.

Ένα τέτοιο σενάριο, θαρρείς βγαλμένο από χολυγουντιανή παραγωγή των καιρών μας, είναι η ζωή του Στέλιου "Καλαμαρά" Πλάτωνος, του δεύτερου Έλληνα στην ιστορία που έπαιξε ποδόσφαιρο στο εξωτερικό, μετά τον Πειραιώτη Κώστα Χούμη, που στα μέσα της δεκαετίας του ’30 άφησε την Ελλάδα και τον τότε κραταιό Εθνικό, για τη ρουμάνικη Venus Βουκουρεστίου.

Ο Κώστας Χούμης

Σε αντίθεση με το Χούμη, που έμεινε στην ιστορία λόγω της μεγάλης καριέρας του και της εξαιρετικής παρουσίας του τόσο στην Εθνική Ελλάδος, όσο και στην εθνική Ρουμανίας, η ζωή του ήρωά μας κάθε άλλο παρά περιορίστηκε σε στενό αθλητικό πλαίσιο.

Παρόλο που γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1923 στη Λευκωσία, η οικογένειά του ήταν μια σχετικά εύπορη, αστική, αθηναϊκή οικογένεια με καταγωγή από το Ηράκλειο Κρήτης, η οποία έτυχε να επισκέπτεται την Κύπρο προκειμένου να παραστεί σε μια κηδεία συγγενικού προσώπου της μητέρας του. Παράλληλα με το σχολείο, ο μικρός Στέλιος έδειχνε τεράστιο ενδιαφέρον για τις αθλοπαιδίες, κυρίως το βόλλεϋ και περνώντας στην εφηβεία το ποδόσφαιρο.

Συμβολή Πατησίων και Αλεξάνδρας

Θαμπωμένος από το νεότευκτο και ήδη ανακαινισμένο από τον Δήμαρχο Αθηναίων Κωνσταντίνο Κοτζιά γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας (τότε μεγάλη ατραξιόν για όλους τους Έλληνες) και από την belle epoque του Παναθηναϊκού του Ούγγρου θρύλου Γιόζεφ Κιούνσλερ, εντάσσεται στην εφηβική ομάδα του συλλόγου και έχει την τύχη να προπονείται πλάι σε ιερά τέρατα της ιστορίας του τριφυλλιού: Κρητικός, Μηγιάκης, Μπαλτάσης και πάνω απ’ όλους ο Μίμης Πιερράκος, ίνδαλμα των πιτσιρικάδων της εποχής και εμβληματική φυσιογνωμία στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Παράλληλα με το ποδόσφαιρο, προετοιμάζεται για να εισαχθεί στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία ("πρόγονος" της Πολεμικής Αεροπορίας), αλλά πριν κλείσει τα 17 του, αντιμετωπίζει τον αποτροπιασμό του πολέμου.

Ο Παναθηναϊκός του 1939

Τρεις τορπιλισμοί, τρεις φορές επιβίωσε

Λίγες μέρες αφότου ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Emanuele Grazzi, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο του Benito Mussolini που απαιτούσε τη συναίνεση των Ελλήνων στην ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων από την ελληνοαλβανική μεθόριο, ο νεαρός Πλάτωνος φυγαδεύεται από τους γονείς του στον Πειραιά με σκοπό να κρυφτεί στην πιο μακριά από τον κίνδυνο Κρήτη.

Η φρίκη του πολέμου, όμως, δεν αργεί να φθάσει και στο Ηράκλειο και μετά από τη ναυμαχία στον Κάβο Ματαπά την άνοιξη του 1941, ο ήδη ενταγμένος στο ναυτικό Πλάτωνος μεταβαίνει με ένα ψαροκάικο στην Αίγυπτο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις μαίνονται, οι βρετανικές δυνάμεις απωθούνται από τη Λιβύη στην Αίγυπτο και ο νεαρός ναυτικός, μόνος και φοβισμένος, αναζητεί διεξόδους επιβίωσης.

 

Λίγες μέρες πριν από την πολιορκία και την πτώση του Τομπρούκ από τα  Afrika Korps του Έρβιν Ρόμελ, το εμπορικό πλοίο στο οποίο επέβαινε ανοιχτά του λιμανιού της κυρηναϊκής περιοχής της Λιβύης τορπιλίζεται και βυθίζεται.

Τον περισυλλέγει ένα βρετανικό αντιτορπιλικό που κυνηγούσε γερμανικά U-Boot στον Ατλαντικό Ωκεανό και μοιραία λαμβάνει μέρος σε έναν πόλεμο που διαρκώς προσπαθούσε να αποφύγει. Τα γερμανικά υποβρύχια τορπιλίζουν και εν τέλει βυθίζουν στον νότιο Ατλαντικό το βρετανικό πλοίο, του οποίου το πλήρωμα -συμπεριλαμβανομένου του Πλάτωνος- περισυλλέγει ένα αμερικάνικο Liberty.

Για τρίτη φορά, το πλοίο του Πλάτωνος θα τορπιλιστεί και θα βυθιστεί από γερμανικό υποβρύχιο ανατολικά της Νοτίου Αφρικής. Ο Έλληνας και πάλι θα επιζήσει μετά από έξι ημέρες σε σωστική λέμβο στον ινδικό ωκεανό. Όπως θα πει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα "τρεις φορές πέθανα και ξαναγύρισα".

Η πλατεία Αιγύπτου στην κατοχή

Το ταξίδι στην Αγγλία

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει, η Ελλάδα βιώνει απίστευτη ανέχεια και δυστυχία, αλλά είναι όρθια. Έχει ξεπεράσει το μεγάλο λιμό, έχει θρηνήσει τα θύματά της στην Ήπειρο, έχει επιζήσει τη γερμανική κατοχή. Οι απώλειες είναι πολλές, ούτε κουβέντα ασφαλώς για ποδόσφαιρο ή οποιαδήποτε παράπλευρη ασχολία πλην της επιβίωσης.

Τα μεταπολεμικά χρόνια είναι πολύ σκληρά, μεταξύ άλλων στο μέτωπο αφήνει και την τελευταία του πνοή από το θραύσμα μιας οβίδας στη Διποταμιά ο παιδικός ήρωας του Πλάτωνος, ο Μίμης Πιερράκος*. Ο Στέλιος αποφασίζει μαζί με την αδελφή του να μεταναστεύσουν στη Μεγάλη Βρετανία. Τέσσερα χρόνια στα αγγλικά πλοία έχει μάθει τα βασικά της γλώσσας, συνεννοείται και εκ των πραγμάτων συμπαθεί τους Άγγλους, καθότι σύμμαχοι της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Ο Νοέμβριος του 1945 τον βρίσκει στο East Sussex στη νοτιοανατολική Αγγλία, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, να προσπαθεί να επαναφέρει σε κανονικούς ρυθμούς τη ζωή του, μια ζωή που μετά από την εφηβεία του επιφύλασσε μόνο αποτρόπαιες εικόνες. Ψάχνει για δουλειά, προσπαθεί να θρέψει και την αδελφή του και καταλήγει και πάλι στο ποδόσφαιρο.

Ο Παναθηναϊκός του 1938

Από τους Αμπελόκηπους, στην Τότεναμ!

Παρά τη νίκη των συμμάχων, οι απώλειες για όλους είναι τραγικά πολλές, τα πρωταθλήματα ασφαλώς είχαν διακοπεί και στη Βρετανία, αφού οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές είχαν μετάσχει στον πόλεμο. Δειλά, η αγγλική ομοσπονδία διοργάνωσε το Κύπελλο Αγγλίας για τη σεζόν 1945-46 και το πρωτάθλημα την επόμενη. Ο Πλάτωνος εντάχθηκε στη Brighton (Brighton & Hove) που αγωνιζόταν στο Νότιο Όμιλο της Third Division, ενώ ταυτόχρονα, προσπαθούσε να εξασφαλίσει τον επιούσιο κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά παρουσιαζόταν στο διάβα του.

 

Αγωνίζεται σαν μεσοεπιθετικός, κύρια χαρακτηριστικά του είναι το πείσμα και η ταχύτητα, με αποτέλεσμα ενάμιση χρόνο αργότερα να τον προσέξει η Tottenham. Μοιάζει απίστευτο, αλλά ο Έλληνας μετακομίζει στο Λονδίνο και υπογράφει συμφωνητικό με τους Spurs του Joe Hulme. Ανάμεσα σε δουλειές σαν σερβιτόρος και βοηθός μάγειρα στο Λονδίνο, ο Πλάτωνος γίνεται όχι απλώς ο πρώτος Έλληνας που έχει παίξει ποδόσφαιρο στην Αγγλία, αλλά και ο πρώτος που πήρε μεταγραφή.

Από τους Αμπελόκηπους και την "Περιβόλα", ο Πλάτωνος μένει άναυδος στη θέα του βόρειου Λονδίνου και του "White Hart Lane", της έδρας των "πετεινών", μιας ομάδας ιδιαιτέρως αγαπητής στους Λονδρέζους. Το ποδόσφαιρο ακόμη και τότε ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση στην Αγγλία σε σχέση με την πρωτόγονη κατάσταση στην Ελλάδα.

Η αγγλική κουλτούρα απέναντι στο σπορ, η αγάπη για το άθλημα, η ανάδειξή του ως κοινωνικό γεγονός, εντυπωσιάζει όπως είναι φυσικό το 25χρονο παιδί από την Αθήνα. Τα διώροφα λεωφορεία της High Road αποβιβάζουν χιλιάδες καλοντυμένους και διψασμένους για ποδόσφαιρο φιλάθλους της Tottenham και ο Πλάτωνος θα έχει την τύχη να γράψει δύο συμμετοχές στο πρωτάθλημα την περίοδο 1948/49.

 

Προτίμησε τα καράβια και ανέλαβε ομάδα

Αρχίζει να κατανοεί το παιχνίδι, αντιλαμβάνεται πτυχές που αγνοούσε πριν έρθει σε επαφή με το αγγλικό ποδόσφαιρο, αλλά δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο σπορ. Τα "καλά" χρήματα είναι στα καράβια, όχι στις μικροδουλειές, μήτε στο ποδόσφαιρο. Στο Λονδίνο θα γνωρίσει την πρώτη σύζυγό του, τη Joan Wilson, και προτού μετακομίσουν στο Cornwall θα γεννηθεί το πρώτο παιδί του.

Θα εγκατασταθούν στο λιμάνι του Falmouth, το τρίτο βαθύτερο φυσικό λιμάνι του κόσμου, όπου και εκεί θα ξανασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Συγκεντρώνει φίλους και γνωστούς ναυτικούς από το λιμάνι και ουσιαστικά παγιώνουν τη νεοϊδρυθείσα τοπική ομάδα στην South Western League του νησιού. Για μεγάλο διάστημα της δεκαετίας του ’50 αγωνίζεται στη Falmouth AFC και λίγο πριν αλλάξει η δεκαετία αναλαμβάνει και τον ρόλο του μάνατζερ.

Η Ευρώπη και η Αγγλία, δείχνει να ξεπερνά τα απόνερα του πολύ σκληρού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πλάτωνος αποκτά και δεύτερο παιδί (μια κόρη), αλλά πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατον να θρέψει τέσσερα στόματα παίζοντας ποδόσφαιρο ή βοηθώντας στις pub του λιμανιού. Αποφασίζει εκ νέου μαζί με τη γυναίκα του να επιστρέψουν στο Λονδίνο, όπου οι ευκαιρίες και οι δουλειές είναι περισσότερες.

Σερβιτόρος, διαζύγιο και ένα όνειρο

Δεδομένου ότι πλέον έχει δύο παιδιά, αποφασίζει να λήξει τη στενή σχέση του με το ποδόσφαιρο και να θάψει για πάντα το όνειρο να γίνει ποδοσφαιριστής. Έχει περάσει τόσα πολλά και εκτιμά τη ζωή αντιμετωπίζοντάς την με υπευθυνότητα και θέληση για κάτι καλύτερο. Στο Λονδίνο θα εργαστεί ως σερβιτόρος στο Soho και λόγω του fit παρουσιαστικού και της οξυδέρκειάς του, θα ανοίξει και τις πύλες του διάσημου Dorchester, ενός luxury ξενοδοχείου όπου το επίπεδο είναι υψηλότερο και τα φιλοδωρήματα πολύ πιο γενναία. Παρόλα αυτά και ενώ έχει κλείσει τα 30 χρόνια, δεν τα έχει καταφέρει ακόμη. Καλοί πελάτες του ξενοδοχείου του αναφέρουν ότι χαραμίζεται ως σερβιτόρος, αφού είναι αθλητικός, ευπαρουσίαστος και οι προτάσεις του στους πελάτες για το συνδυασμό του φαγητού είναι εύστοχες. Κάπου εκεί του καρφώνεται η ιδέα ενός δικού του εστιατορίου.

Το πρόβλημα ασφαλώς είναι το αρχικό κεφάλαιο για το ξεκίνημα της επιχείρησης, με τους ρυθμούς και τα φιλοδωρήματα είναι αδύνατον να διανοηθεί ότι υπάρχει περίπτωση να ανοίξει εστιατόριο, παρότι η αδελφή του είναι πρόθυμη να τον βοηθήσει στα σχέδιά του, ούσα καλή μαγείρισσα και εργατική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 παίρνει τη μεγάλη απόφαση: θα παίξει κορώνα-γράμματα το μέλλον του και είτε θα παραμείνει στο Λονδίνο είτε θα επιστρέψει στην Ελλάδα. Με τη γυναίκα του είναι ήδη σε διάσταση, έχουν απομακρυνθεί καιρό τώρα και έχει γνωρίσει την Peggy Busse, το πρόσωπο που επί της ουσίας του άλλαξε την κοσμοθεωρία ή μάλλον του θύμισε πόσο διαφορετικά μπορούσαν να είναι τα πράγματα στη ζωή του, εάν δεν υπήρχε ο πόλεμος. Η Busse τον μύησε σε όλα εκείνα που δεν είχε προλάβει μεγαλώνοντας.

Το ελληνικό εστιατόριο που κάνει πάταγο

Θέατρο, όπερα, ζωγραφική, κλασικό μπαλέτο. Το Λονδίνο ήταν από τότε ένας μικρός παράδεισος τέχνης, μια κοιτίδα καλλιτεχνικής προσέγγισης της ζωής. Προαπαιτούμενο όλων αυτών, όμως, ήταν η οικονομική αυτάρκεια και άνεση. Ο Πλάτωνος λαμβάνει τη μεγάλη απόφαση και ξεφυσώντας, αποφασίζει να παίξει όλες τις οικονομίες του στον τζόγο. Η τύχη και πάλι του χαμογελά, όπως και στα τρία ναυάγια που βίωσε στις τρεις θάλασσες του κόσμου. Ο άνθρωπος που έζησε έξι ημέρες χωρίς τροφή και νερό σε μια σωστική λέμβο, πλέον είχε αποκτήσει τα εχέγγυα για μια καλύτερη ζωή με ανορθόδοξο τρόπο. Ακριβώς εξαιτίας αυτού, δεν ξανάγγιξε ποτέ τα θολά ύδατα του τζόγου, πιο σκοτεινά κι από τα νερά του Ατλαντικού Ωκεανού απ’ όπου τον περιμάζεψε εκείνο το βρετανικό αντιτορπιλικό.

 

Μαζί με τη Busse (την οποία θα νυμφευθεί αργότερα) και την αδελφή του, θα ψάξει και θα αγοράσει ένα μικρό μαγαζί στο Bayswater, την ελληνική παροικία του Λονδίνου, ένα κτίσμα χαμένο σε ένα στενό πίσω από το Queensway. Θα το βάψει κατάλευκο, θα υψώσει μια ελληνική σημαία απ’ έξω και θα ρίξει όλο του το μεράκι και το πάθος του, προκειμένου να το μετατρέψει σε ένα αξιοπρεπές και θελκτικό εστιατόριο. Το μόνο που έλειπε ήταν το όνομα. Σχετικά με το ετυμολογικό του πράγματος, θα επιλέξει το "Καλαμαράς", ενθυμούμενος την προσφώνηση των συνήθως αγράμματων συναδέλφων του ναυτικών στα λιμάνια και στα πλοία που δούλεψε. "Καλαμαράς", όπως λέμε Ελλαδίτης γραμματιζούμενος, μια έκφραση που παραπέμπει στο μελανοδοχείο όπου βούταγαν τις πένες τους οι εγγράμματοι, προκειμένου να γράψουν τις επιστολές τους.

 

Το εστιατόριο περατώνεται και κάνει εγκαίνια το 1966, προσφέρει απαρέγκλιτα μόνον ελληνική κουζίνα και κατά το πλείστον ελληνικά προϊόντα. Παρά τις νουθεσίες της Busse, ο Πλάτωνος το ξεκαθαρίζει: his way or no way. Τα χρώματα και η διακόσμηση θυμίζουν ελληνικό νησί, η πέτρα και το γαρμπίλι μυρίζουν Ελλάδα και ο Στέλιος υπομονετικά κάθεται στο τραπεζάκι της εισόδου με ένα μπαγλαμαδάκι παράμερα, έτοιμο να του θυμίσει την πατρίδα. Μιλάει με όλους τους πελάτες, καθοδηγεί την αδελφή του στην κουζίνα, ξεκαθαρίζει σε όλους ότι το κατάστημα δεν προσφέρει κυπριακή κουζίνα, είναι αμιγώς ελλαδίτικο. Εξηγεί την ιστορία κάθε πιάτου, προσπαθεί να αποδείξει σε φλεγματικούς βρετανούς πελάτες ότι η ρετσίνα είναι το καλύτερο κρασί του κόσμου, όταν σερβίρεται κρύο και υπό τον ήχο του μπαγλαμά.

Το εστιατόριο κάνει πάταγο, απογειώνεται όταν στην Ελλάδα γίνεται το πραξικόπημα και οι Λονδρέζοι μας αντιμετωπίζουν με συμπάθεια, αφού μετά από το δράμα του μεγάλου Πολέμου και τον καταστροφικό εμφύλιο, η χώρα και οι πολίτες της αντιμετωπίζουν και το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών τον Απρίλιο του ’67. Το εστιατόριο εξελίσσεται σιγά σιγά σε απόμακρη γωνιά των λογής διάσημων του Λονδίνου, ενόσω η Ευρώπη μοιάζει να βράζει και να προετοιμάζεται για το Μάη του ’68. Οι υπόλοιπες χώρες προχώρησαν μπροστά, η Ελλάδα μπήκε στο γύψο και το σαράκι τρώει τα σωθικά του "Καλαμαρά" που είναι ο γκροτέσκος Έλληνας που έχει πλάσει στο μυαλό του ο επισκέπτης. Οι πελάτες εκστασιάζονται από τις ιστορίες και τα ανέκδοτα του οικοδεσπότη.

Η Μελίνα Μερκούρη στο Λονδίνο το 1968

Ο καυγάς με τη Faye Dunaway

Το εστιατόριο επισκέπτονται τεράστιες προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων, το επιλέγει ο Αριστοτέλης Ωνάσης όταν βρίσκεται στο Λονδίνο, στα τραπέζια του κάθεται τακτικά η Μελίνα Μερκούρη που το 1968 κατέφθασε θριαμβευτικά στην αγγλική πρωτεύουσα, παρέα με το Ζυλ Ντασέν, τον Τέλη Σαβάλας, την Diana Rigg με τον Oliver Reed, τον ελληνοκυπριακής καταγωγής Δημήτρη Γεωργίου - in art Cat Stevens – που σιγοτραγουδά το "First Cut is the Deepest" στην ψάθινη καρέκλα του "Καλαμαρά".

Oliver Reed και Diana Rigg

Η έξοδος για φαγητό στον ιδιόρρυθμο Έλληνα είναι πλέον συνώνυμο κοινωνικού γεγονότος, τα λιγοστά τραπέζια απαιτούν εβδομάδες κράτησης και το Λονδίνο αποκτά το καινούριο αγαπημένο "παιδί" του. Εκεί τρώει ο καινοτόμος αρχιτέκτονας Norman Foster, ο άνθρωπος που αναμόρφωσε το Λονδίνο με σπουδαία έργα όπως το Gherkin στο City, τα Willis Faber and Dumas Headquarters στο Ipswich, η βιβλιοθήκη του LSE.

Ο Καλαμαράς κινείται άνετα ανάμεσά τους, πολλές φορές τους αντιμετωπίζει και με "αναίδεια", όπως ένα βράδυ την αμερικανίδα star Faye Dunaway, η οποία ζήτησε γαλλικό κρασί ή αλλιώς ένα gin tonic. Ο Πλάτωνος άρχισε να φωνάζει ότι στη δική του ταβέρνα (πάντα ως τέτοια την αντιμετώπιζε) σερβίρει μόνο ρετσίνα και όποιος δεν θέλει να πιει ρετσίνα, μπορεί να αποχωρήσει και να πιει gin οπουδήποτε αλλού. Η Dunaway αποχώρησε προσβεβλημένη, αλλά στην έξοδο μετά από έναν έντονο διάλογο με το διάσημο φωτογράφο Patrick Lichfield, αναθεώρησε και αποφάσισε να δοκιμάσει την πρόταση του αγενούς και άξεστου Έλληνα. Έμεινε στο μαγαζί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, τραγουδώντας μαζί με τον "Καλαμαρά" τα "Παιδιά του Πειραιά".

Η Faye Dunaway

Όταν ο Peter Sellers και οι Beatles έμαθαν το αρνί "κλέφτικο"

Σε εποχές ανύπαρκτες για την ελληνική διπλωματία, ο Πλάτωνος έστω και ακούσια παρήγαγε πολιτική και επεξηγούσε πολλές από τις γαστρονομικές ελληνικές παραδόσεις σε ένα κοινό που είχε συνδέσει τη χώρα μας μόνο με τη φτώχεια, τον ήλιο και το καθεστώς. Μια από τις τρελές βραδιές στο μαγαζί του προς τα τέλη του 1968, μάζεψε γύρω του το Noël Coward, τον Peter Sellers και την παρέα τους και τους περιέγραψε τι ήταν εκείνο που έφαγαν και τόσο τους εντυπωσίασε.

Είχαν δοκιμάσει για πρώτη φορά αρνί "κλέφτικο" και ο οικοδεσπότης ξετύλιξε μπροστά τους ένα κουβάρι πολιτισμικής παράδοσης: "Όταν οι κλέφτες άρπαζαν τα ζωντανά από τους πλούσιους γενίτσαρους ή Τούρκους τσιφλικάδες, έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να τα μαγειρέψουν για να φάνε. Επειδή ο καπνός θα πρόδιδε τη θέση τους, έσκαβαν έναν μικρό λάκκο, έκαιγαν πέτρες και τις ανακάτευαν με κάρβουνα, τύλιγαν το κομμάτι του αρνιού μέσα σε χαρτόνια μαζί με σκόρδα και μυρωδικά και το έθαβαν στο έδαφος, πάνω από τις πυρακτωμένες πέτρες. Το κρέας ψηνόταν πολύ αργά, αλλά μαλάκωνε και έλιωνε στο στόμα. Γι’ αυτό το λέμε κλέφτικο".

John Cleese, Ringo Starr και Peter Sellers

Εκστασιασμένος ο Sellers δεν έχασε την ευκαιρία να διηγηθεί την ιστορία στο φίλο του Ringo Starr και κάπως έτσι, το μικρό ελληνικό εστιατόριο, έφτασε στο σημείο να ταΐσει Την μπάντα. Οι Beatles βρίσκονταν στο Λονδίνο για το τελευταίο album της καριέρας τους (το "Let it be", αν και εκδόθηκε μεταγενέστερα, είχε ηχογραφηθεί πιο πριν) με το κάθε μέλος να απασχολείται με τις δικές του ανησυχίες/αναζητήσεις. Ο Lennon μεταξύ Όνο και ηρωίνης, ο Harrison χαμένος στην εσωτερικότητά του και την εσωστρέφεια, ο Ringo στις κραιπάλες και το sui generis καλλιτεχνικό ταμπεραμέντο του.

Abbey Road το 1969

Ίσως ο McCartney να ήταν ο πιο αφοσιωμένος, αλλά ας μην πλατιάζουμε με τα εσωτερικά ζητήματα της μπάντας. Εν πάση περιπτώσει, οι Beatles ηχογράφησαν το αριστουργηματικό "Abbey Road", το album με το διασημότερο εξώφυλλο στην ιστορία της μουσικής, "εκείνο με τη διάβαση" που μέχρι τις μέρες μας αποτελεί χώρο λατρείας και αξιοθέατο για κάθε τουρίστα που επισκέπτεται το Λονδίνο.

Οι Rolling Stones

Ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την ανάδειξη του ελληνικού εστιατορίου ως απόλυτο celebrity spot, ο Ringo με τον Sellers ξαναπήγαν, το επισκέφθηκαν η Dusty Springfield, o David Bowie, οι ακριβοθώρητοι Rolling Stones με τον Mick Jagger σε ρόλο αμφιτρύωνα των υπολοίπων. O "Καλαμαράς" και η αδελφή του διασκέδασαν και τάισαν το μεγαλύτερο μέρος του καλλιτεχνικού jet set μιας εποχής που θεμελίωσε την πολιτισμική και πολιτιστική στροφή της Ηπείρου στο νέο, στο καινούριο, στη μεταπολεμική απελευθέρωση μιας Ευρώπης που οδήγησε στην επούλωση των πληγών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το μικρό στενό στο Queensway, για μια δεκαετία, ήταν μια από τις αρτηρίες που επέτρεπαν στην καρδιά της Ελλάδας να χτυπάει ακόμα, ενώ δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα με αποκορύφωμα την εισβολή στην Κύπρο.

Ο Τέλης Σαβάλας στο Λονδίνο

Η μετακόμιση, η απόσυρση και ο θάνατος

Προϊόντος του χρόνου, ο "Καλαμαράς" έγινε γνωστός και στο ευρύ κοινό, πλέον αποτελούσε τουριστικό προορισμό και τα τραπέζια δεν ήταν αρκετά. Μετακόμισε σε μεγαλύτερο χώρο, πάντα στο "ελληνικό" Bayswater, αλλά δεν ξανάζησε τα μεγαλεία της δεκαετίας 1966-76. Ο Πλάτωνος σιγά σιγά αποσύρθηκε από το εστιατόριο, ασχολείτο σχεδόν αποκλειστικά με τις τέχνες, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, έχοντας μόνιμα τον καημό κάποια στιγμή να επιστρέψει στην πατρίδα. Έναν χρόνο προτού το κατάστημα γιορτάσει τα 30 χρόνια, παρέδωσε τα κλειδιά στον επόμενο. Είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει στην Ελλάδα, να αποσυρθεί στα 72 του και απλώς να διηγείται τη ζωή σαν παραμύθι στους επιγόνους και στους φίλους του.

Επέλεξε για καταφύγιο τις Λεύκες, το ορεινότερο χωριό της Πάρου, με κάτι περισσότερο από 500 ψυχές να διαμένουν μόνιμα σε αυτό. Άφησε πίσω του τη λευκή ανάμνηση του Inverness Mews και έφτιαξε έναν υπέροχο κήπο γύρω από το παριανής αισθητικής σπίτι του, φροντίζοντας στην είσοδο να δεσπόζει μια ταμπέλα που έγραφε "καλώς ορίσατε, παρακαλώ περάστε", ίσως για να μην ξεχνάει ποτέ πόσο ευγενική ήταν η μοίρα μαζί του, παρά τις απίστευτες αντιξοότητες που συνάντησε στη ζωή του. Βοήθησε τα μέγιστα το Βέλγο φιλέλληνα Dirk Drijbooms να στήσει και να ολοκληρώσει τη Γκαλερί "Αποθήκη" στην Παροικιά, φιλοξένησε πολλούς από τους φίλους που έκανε κατά τη διάρκεια της μακράς παρουσίας του στο Λονδίνο, έγραφε ποιήματα και φρόντιζε το ζηλευτό κήπο του, μέχρι τον Απρίλιο του 2006, όταν σε ηλικία 83 ετών έφυγε από τη ζωή.

 

Ένα νεαρό παιδί που ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και πιθανόν να είχε κάνει καριέρα στον Παναθηναϊκό ή να είχε γίνει πιλότος της Βασιλικής Αεροπορίας εάν δεν ξεσπούσε ο πόλεμος. Ο πρώτος Έλληνας που έπαιξε ποδόσφαιρο -και μάλιστα στην Tottenham- στο Νησί, ο πρώτος Έλληνας μετανάστης που κοουτσάρισε ομάδα στο εξωτερικό. Ένας άνθρωπος που μετά από την "Οδύσσεια" του σε Μεσόγειο, Ατλαντικό και Ινδικό Ωκεανό, σώθηκε από τρία ναυάγια και κατόρθωσε με τη βοήθεια της τύχης και την υπεράσπιση της ελληνικότητάς του να δημιουργήσει έναν μύθο. Ένας άνθρωπος που επέλεξε να ζήσει με τους δικούς του όρους το σενάριο μιας διαδρομής που εάν γινόταν κινηματογραφική ταινία, το κοινό θα τη χαρακτήριζε υπερβολική.

 

"One thing I can tell you is you 've got to be free", τραγουδούσε στο "Come Together" ο John Lennon το 1969, όταν οι Beatles ηχογράφησαν το "Abbey Road" στο Λονδίνο. Ο "Καλαμαράς" έκανε πράξη το "ελάτε μαζί" και έζησε ελεύθερος.

*Το τελευταίο γράμμα του Μίμη Πιερράκου από το μέτωπο 18 Νοεμβρίου 1940:

"Αγαπητέ μου αδελφέ Στέφανε,

Σας έστειλα πέντε γράμματα. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά. Στο προηγούμενο γράμμα μου σας έστειλα την σύστασίν μου, η οποία σήμερα άλλαξε, μην ανησυχείτε όμως διότι και με την παληά θα το λάβω. Τώρα η σύστασίς μου είναι: Σ’ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού , 2α Μοίρα διοικήσεως Τ.Τ 212. Μη ξεχάσεις Στέφανε να μου στείλεις ένα πουλόβερ, μερικά ξυραφάκια, τσιγάρα και λίγο χαρτζιλίκι για κανένα καφεδάκι όταν μπαίνουμε σε κανένα χωριό και για κονιάκ. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα μας επισκέφθηκαν εχθρικά αεροπλάνα. Έγινε αερομαχία. Τους ρίξαμε τρία. Το ένα από αντιαεροπορικό πυροβολικό.

Από το ένα αεροπλάνο γλύτωσαν τρεις με αλεξίπτωτο. Τον έναν εξ αυτών τον έπιασα εγώ. Είχε πέσει 5 χιλιόμετρα μακρυά μας. Αν έβλεπε το τρέξιμό μου ο Σίμιτσεκ σίγουρα θα με έβαζε στην εθνική για τα 5000μ. Τον έφερα στο Διοικητή. Επήρα το αλεξίπτωτο το οποίο είχε σχισθή από ένα δένδρο και το μοιράσαμε στους άνδρες για μαντηλάκια. Έχω φυλάξει για τη Μαρία. Έπειτα από τα σχετικά συγχαρητήρια κάθησα να σας γράψω με ένα φόβο μήπως αυτά που γράφω δεν εγκριθούν και δεν λάβετε το γράμμα μου, γι’ αυτό περιορίζομαι και δεν σας γράφω νέα του Μετώπου παρά μόνο πως πάμε υπερ-υπέροχα.

Αν δεν είχα έλλειψι νέων σας θα νόμιζα πως βρίσκομαι σε εξοχή. Αυτό όμως με κάνει να ανησυχώ και να περιμένω με αγωνία γράμμα σας που να μου λες πως η Μαμά, η Μαρία κι ο Γιάννης είναι τελείως καλά. Φίλησέ μου τη Μαμά και τη Μαρία, πολλές φορές καθώς και τον Γιάννη, κι εγώ φιλώ εσένα, αδελφέ μου Στέφανε. Μαμακούλα μου γειά σου. Είμαι πολύ καλά, να είσαι ήσυχη, πες το και της Μαρίας και δέξου ακόμα ένα φιλί. Μαρία μου σε φιλώ και σε παρακαλώ να είσθε τελείως ήσυχοι. Γράψε στη Νίκη, αν σου είνε εύκολο, όχι όμως καλλιγραφικά.

ΜΙΜΗΣ".

Το γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με ξύλινη εξέδρα

Το γράμμα με την ειδοποίηση του θανάτου του 16 Δεκεμβρίου 1940:

"Σ’ ΣΥΝΤΑΓΜΑ - Β΄ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΥ

Αρ.Πρωτ. 858

Προς Κυρίαν Πιερράκου,

Κυρία,

Το Σύνταγμα με μεγάλην θλίψην λαμβάνει την τιμήν να σας αναγγείλει ότι ο προσφιλής υιός σας δεν ζη πλέον. Φονικόν βλήμα ανάνδρου εχθρού απεστέρησε την οικογένειάν του, το Σύνταγμα, την Πατρίδα, προσφιλούς και πολυτίμου τέκνου. Εις τα ψυχάς όλων ημών μένει αλησμόνητον το αγέρωχον παράστημα, η μεγαλειώδης ψυχραιμία και ο τίμιος ηρωϊσμός του εκλιπόντος υιού σας. Ήρωες, ωσάν τον Μίμη Πιερράκον δεν αποθνήσκουν, αλλά ζουν εις τα καρδίας όλων των Ελλήνων και ως λαμπρός φάρος καταυγάζουν την οδόν της Δόξης και της Νίκης της μεγάλης μας Πατρίδος. Ο Πανάγαθος Θεός ας απαλύνη την καρδίαν δεινώς τρωθείσης μητρός, αδελφών και συγγενών και ας ελαφρύνει την γην ήτις τον εδέχθη εις μνήνην αιωνίαν.

Εν ΤΤ 212 τη 16η Δεκεμβρίου 1940

Ο Διοικητής του Συντάγματος".

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα