Τελικά τι είναι το Παναθηναϊκος - ΠΑΟΚ;

Με αφορμή το κυριακάτικο Παναθηναϊκός-ΠΑΟΚ στη Λεωφόρο, ο Zastro γυρίζει το χρόνο πίσω στο 1985 και θυμάται τη νίκη του ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ με 1-0.

Δύσκολο να προσδιορίσει κανείς ένα παιχνίδι Παναθηναϊκού-ΠΑΟΚ, δεν είναι τόσο οι αριθμοί ή οι αγωνιστικοί στόχοι των δύο ομάδων ανά τις σεζόν, όσο το πόσο «αλλόκοτο» παιχνίδι είναι, πόσες μικρές ιστορίες κρύβονται πίσω από κάθε παιχνίδι, πόσα γεγονότα έχουν συνδεθεί με αυτό το ματς.

Δεν είναι κανονικό ντέρμπι

Από το «φιλικό» του 1973 και την πρώτη νίκη του ΠΑΟΚ στα «χαρτιά» με 0-2, μέχρι το "πάρε την ομάδα να φύγουμε" του Θωμά Βουλινού το 1990 οι ιδιαιτερότητες είναι δεκάδες και το πρόβλημα μόνιμο: πώς χαρακτηρίζεται αυτό το ματς; Δεν είναι ντέρμπι βορρά-νότου, αφού ο ΠΑΟΚ έχει επιλέξει τον Ολυμπιακό σαν «το μεγάλο αντίπαλο του νότου». Δεν είναι παρά σποραδικά ντέρμπι τίτλου, αφού ο ΠΑΟΚ μετά το 1985 ελάχιστες φορές έφτασε κοντά στη διεκδίκηση του πρωταθλήματος. Δεν είναι καν ντέρμπι, αφού οι νίκες του ΠΑΟΚ στην Αθήνα είναι πάρα πολύ λίγες σε σχέση με το κύρος του συλλόγου. Όταν το κάνει όμως ο ΠΑΟΚ, το κάνει στο σωστό χρόνο.

Σπανίως ένα παιχνίδι δίνει «παράσταση τίτλου» σε μια ομάδα εν μέσω της σεζόν. Το παιχνίδι του 1985 όμως στο ΟΑΚΑ ήταν ακριβώς τέτοιο. Ο ΠΑΟΚ μετά τη χρυσή δεκαετία του ’70 είναι στο τέλος του πρώτου γύρου πρωτοπόρος και παρ’ ότι χωρίς διοίκηση και μετόχους, διεκδικεί πρωτάθλημα. Έχουν περάσει 31 ολόκληρα χρόνια, θα γίνουν 32 αφού ο ΠΑΟΚ αποκλείεται να κατακτήσει το φετινό και η περίοδος 1984/85 θα τον κατατρέχει σαν «κατάρα» και προϊόν άπειρων συνομωσιολογικών σεναρίων που κυκλοφορούν στην Αθήνα έκτοτε. Ότι «το πρωτάθλημα του το έδωσε το ΠΑΣΟΚ» ή ότι «η Θεσσαλονίκη έγινε πολιτιστική πρωτεύουσα και έπρεπε και ο ΠΑΟΚ να (ξανα)πάρει πρωτάθλημα». Αστειότητες.

 

Εκείνος ο ΠΑΟΚ ήταν συμπαγής, μάγκας, με το μαχαίρι στα δόντια σε κάθε ματς και εκμεταλλεύτηκε στο ακέραιο τις αδυναμίες του Ολυμπιακού, την ανικανότητα του Παναθηναϊκού να διαχειριστεί μια εκπληκτική ευρωπαϊκή σεζόν, συνδυάζοντάς την με μια καλή πορεία στο πρωτάθλημα και τη χαμένη σεζόν της ΑΕΚ με τον Αμπ Φαφιέ στον πάγκο και τον Ανδρέα Ζαφειρόπουλο να κάνει τα δικά του στη διοίκηση. Ήταν από τα συναρπαστικότερα πρωταθλήματα της δεκαετίας του '80, μάλιστα είχε συμπέσει μαζί με τις πολωτικές εθνικές εκλογές του 1985 σε μια Ελλάδα «πολύ ΠΑΣΟΚ» με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο ΠΑΟΚ εκείνον τον τίτλο τον κέρδισε με το σπαθί του, το έκανε ξεκάθαρο στο εντός έδρας 4-0 με τον Παναθηναϊκό στον ημιτελικό του Κυπέλλου, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα.

Το παιχνίδι εκείνον τον Ιανουάριο ήταν σταθμός και στην ιστορία των δύο ομάδων και του πρωταθλήματος του ίδιου. Ήταν η πρώτη φορά που ο ΠΑΟΚ ζήτησε – και πήρε – 10 χιλιάδες εισιτήρια για εκτός έδρας αγώνα στην Αθήνα και τελικά στο Στάδιο βρέθηκαν περισσότεροι από 74 χιλιάδες άνθρωποι. Πολλοί από αυτούς, στο γκολ του Πάπριτσα σηκώθηκαν από τη θέση τους και βρίσκονταν στη «μεικτή» ζώνη.

 

Ο ΠΑΟΚ εκείνο το απόγευμα στο ΟΑΚΑ είχε πάνω από 15 χιλιάδες κόσμο, είχα παρακολουθήσει ζωντανά το παιχνίδι και το θυμάμαι πάρα πολύ έντονα να ξεσηκώνεται ο κόσμος όταν ο Ράντε Πάπριτσα, ο κακομούτσουνος Γιουγκοσλάβος των 150 χιλιάδων δραχμών το μήνα έπιασε εκείνη την κεφαλιά. Ήταν μια κεφαλιά γυριστή και «ψαράκι» μαζί, μια από τις μαγικές στιγμές στην ιστορία του ΠΑΟΚ που έφυγε νικητής από την Αθήνα μέσα από μια συνωμοσία πλανητών.

 

Ο Παναθηναϊκός αγωνίστηκε χωρίς το Ρότσα που λίγες μέρες αργότερα καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλάκιση (με πλαστογραφίες, δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο και απίστευτες καταστάσεις στο Δικαστήριο, με Νταϊφά και Ολυμπιακό να αποβάλλονται ως πολιτική αγωγή και τον ίδιο το Ρότσα να παραδέχεται ότι δεν λεγόταν ποτέ Μπουμπλής) αγωνίστηκε χωρίς το Σαραβάκο που ψηνόταν στον πυρετό και αδυνατούσε να βοηθήσει τους συμπαίκτες του και με έναν Γιώργο Βαρδινογιάννη να βλέπει το Γιάτσεκ Γκμοχ και να θέλει να τον εξαφανίσει από προσώπου γης. Τον Γκμοχ επί της ουσίας, ο ΠΑΟΚ τον απέλυσε, όχι ο αποκλεισμός στον ημιτελικό του Champions League από τη Λίβερπουλ, όχι η κακή παρουσία στα ντέρμπι εκείνης της σεζόν.

 

Η απόλυση γράφτηκε στο 80ο λεπτό της κεφαλιάς του Πάπριτσα και υπογράφτηκε εκείνη τη νύχτα του διασυρμού στο Κύπελλο στην Τούμπα. Δεν άντεχε ο Βαρδινογιάννης πολλά από τον χαρακτήρα του Πολωνού, κυρίως το γεγονός ότι δεν ήταν πειθήνιο όργανο και την ομάδα δεν την ήλεγχε απόλυτα. Ο Παναθηναϊκός εάν το σουτ του Δήμου Κάβουρα είχε πάει δέκα εκατοστά πιο χαμηλά στο 78’, μπορεί να είχε κατακτήσει κι εκείνο το πρωτάθλημα.

 

Η μπάλα δεν μπήκε. Νωρίτερα το χέρι του Μπανιώτη είχε κριθεί «ακούσιο», η γκρίνια για τη διαιτησία εκείνα τα χρόνια (και λόγω περιορισμένης προσβασιμότητας στα media) ήταν πολύ λιγότερη, το κοινό λιγότερο καχύποπτο, αφού επί της ουσίας μιλούσαμε για ένα πρωτάθλημα που από το 1984 μέχρι το 1990 γνώρισε 5 (!) διαφορετικούς πρωταθλητές/θριαμβευτές.

 

Το ίδιο ίσχυε και για την κερκίδα. Όχι ότι δεν υπήρχαν «σκηνικά» ή τραγικά γεγονότα, αλλά το πράγμα ακόμα δεν είχε ξεφύγει σε στενωπούς από τις οποίες δύσκολα ξεφεύγει κανείς. Ο ΠΑΟΚ είχε κατεβάσει τότε 10 χιλιάδες κόσμο. Σε αγώνα πρωταθλήματος, 20 Ιανουαρίου, στην Αθήνα, σε ματς-τίτλου. Και αυτοί οι άνθρωποι, εκείνα τα «μπουμπούκια» είχαν ταξιδέψει 9 ώρες με τα πούλμαν και τα τραίνα από τη Θεσσαλονίκη και κάθισαν δίπλα σε «Αθηναίους», δεν υπήρχαν διαχωριστικές γραμμές, εμπόλεμες ζώνες, νόμοι Κοντονή και Ορφανού. Όλη η Θ4 ήταν εκείνο το μεσημέρι στο ΟΑΚΑ και δεν άνοιξε μύτη, όχι επειδή κέρδισε ο ΠΑΟΚ, αλλά επειδή κανείς δεν ένιωσε την ανάγκη να «κάνει κουμάντο» οπαδικά.

 

Ο κόσμος του ΠΑΟΚ είχε συγκεντρωθεί στην Καμάρα, όλες οι παλιοσειρές της 4 ήταν εκεί: ο Νικόλας, ο Βενάρδος, ο «κουκούλας», ο «Νίνο», ο «κουρέας», ο Λαυρέντης, ο θρυλικός ταμίας «Παπέν». Μαζί τους και η τότε νέα γενιά, ο «μασκοφόρος», ο Γρηγόρης «το άτομο», ο «Τσούτσου», ο «Τζερόνιμο», ο «Γκουζού» κι αρχηγός εκείνος, ο θρύλος της Κλεάνθους, που όλοι τον φώναζαν «στρατηγό». Ήταν ένας μελαχροινός περίεργος τύπος, κλασσική φάτσα δεκαετίας του ’80, στραβό στόμα, αμελώς ατημέλητο μαλλί, τζιν μπουφάν, «κώδικες». Το όνομά του ήταν Μάκης Μαυρομιχάλης, όλοι τον ήξεραν σαν «Μάκη Μανάβη». Είναι η μοναδική οπαδική φιγούρα εκείνα τα χρόνια που ήξερε και ο τελευταίος Αθηναίος που ασχολείτο με το ποδόσφαιρο, έστω ακουστά.

 

Άπειρες ιστορίες να τον συνοδεύουν, άπειρα περιστατικά, θρύλοι, «αρβύλες», ξεχειλωμένα «σκηνικά», ευτράπελα. Εκείνο το ταξίδι του Ιανουαρίου, ο Μάκης το έβγαλε όπως πάντα όρθιος στο «πούλμαντο», να δίνει οδηγίες στον οδηγό να μην πάει από το Περοκέ «γιατί να πούμε μας την έχουνε στημένη να πούμε δηλαδή» και με το πολλοστό επεισόδιο στην κλασσική στάση για φαγητό. Τα μαγαζιά επί της εθνικής οδού στις τότε οπαδικές εκδρομές, δεν κατέβαζαν ρολά. Το καραβάνι των οπαδών του ΠΑΟΚ έχει σταματήσει στο κλασσικό μαγαζί έξω από τη Λαμία, οι μισοί «ψειριστική», οι υπόλοιποι πληρώνουν. Ο ιδιοκτήτης έχοντας και στο παρελθόν τραυματικές εμπειρίες, έχει μαζέψει δύο-τρεις «άσβερκους» από το νυχτερινό μαγαζί της πόλης και τους έχει στήσει στην πόρτα για να μη φύγει κανείς χωρίς να πληρώσει.

Ο Μανάβης πλησίασε, κοίταξε τους τύπους και έκανε δύο βήματα δεξιά: «υπάρχουνε και τζαμαρίες να πούμε δε χρειάζεται να φύγουμε δηλαδή να πούμε και από την πόρτα». Οι μπράβοι έκαναν πέρα, το μαγαζί έμεινε άθικτο, ο «στρατηγός» είχε νικήσει. Πάντα είχε τον τρόπο του ο Μάκης, αυτόν το μαγικό συνδυασμό μαγκιάς-κουτοπονηριάς και «μαναβοσύνης». Όπως κάποτε στα στενά της Νέας Ιωνίας που τον είχαν στριμώξει οι αστυνομικοί και πήδηξε στην αυλή ενός προσφυγικού, άρπαξε το λάστιχο και έκανε πως ποτίζει τα λουλούδια νευριασμένος που η μάνα του «τον έχωσε».

Στα «ανδραγαθήματα» δεν χρειάζεται να εμμείνουμε, άποψη έχει κατατεθεί πλήρης και εμπεριστατωμένη στο άνοιγμα του φακέλου της βίας από το Contra.gr, εδώ εξετάζεται μια άλλη πτυχή, λιγότερο σοβαρή, πιο «ποδοσφαιρική», διότι το ποδόσφαιρο είναι (και) ο Μάκης «ο Μανάβης» και όλες αυτές οι φιγούρες που κοιτούσαμε απορημένοι όταν ήμασταν πιτσιρικάδες. Αυτού του τύπου λοιπόν οι παοκτσήδες ήταν στο ΟΑΚΑ εκείνο το μεσημέρι. Και αποχημιώθηκαν στο ακέραιο από έναν ΠΑΟΚ που έβγαλε ψυχή και όλο του το dna στο χορτάρι. Ανέκαθεν ομάδα που αγνοούσε τους κινδύνους, ομάδα που είναι μεγάλη επειδή έτσι. Επειδή κάποτε τη δεκαετία του ’70 ήταν η καλύτερη στην Ελλάδα και της στέρησαν τουλάχιστον 3 εθνικούς τίτλους, επειδή συνδυάζει ένα «διπλό» στο White Hart Lane με την εικόνα ενός ημίγυμνου τύπου με τις γροθιές υψωμένες και βλέμμα χαμένο.

Η «γραφικότητα» που φθίνει και ο άλλος Παναθηναϊκός που έπαψε να υπάρχει

Αυτός ο ΠΑΟΚ εμφανίζεται που και που και κάνει τον κόσμο του να ξαναμπαίνει στο τριπάκι. Τελευταία εμφανίζεται όλο και σπανιότερα, η «γραφικότητα» φθίνει, η αδικία δεν υπάρχει, Μπούζας για να ξαναζεστάνει το μπαγιάτικο φαγητό του «κατεστημένου της Αθήνας» δεν υπάρχει. Ούτε καν εκείνο το ζεστό-κρύο της δεκαετίας του ’80 και του ’90 δεν υπάρχει, ακόμα και εναντίον μιας τόσο «εστέτ» ομάδας όπως ήταν ο Παναθηναϊκός. Διότι και ο Παναθηναϊκός ήταν πάρα μα πάρα πολύ διαφορετικός τότε. Δεν είχε «μανάβη» εμβληματική φυσιογνωμία, είχε το Γιώργο Βαρδινογιάννη, το Δημήτρη Σαραβάκο, το Βέλιμιρ Ζάετς, το ευρωπαϊκό του κοστούμι και τον πιο απαιτητικό κόσμο στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αυτός ο Παναθηναϊκός σήμερα, έχει πάψει να υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.

Για εκείνον τον Παναθηναϊκό, η ήττα από τον ΠΑΟΚ ήταν σοκ. Ήταν πρώτη στην ιστορία των δύο ομάδων στο πρωτάθλημα, αφού όπως προείπαμε, εκείνο το 0-2 του 1973 ήταν άνευ αγώνος, σε ένδειξη διαμαρτυρίας αφ’ ενός για την τιμωρία στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό για τον Παναθηναϊκό και αφ’ ετέρου για την πολύκροτη υπόθεση του Θέμη Ρήγα που είχε στερήσει το πρωτάθλημα από τον ΠΑΟΚ. Μέχρι 28 Φεβρουαρίου του 1999, ο Παναθηναϊκός είχε μόνον εκείνη την επίπονη ήττα από το «ψαράκι» του Ράντε Πάπριτσα, είναι τρομερό κι όμως αληθινό.

Την επόμενη σεζόν σκόρπισε τον ΠΑΟΚ με 5-0 στη μεγαλύτερη σε έκταση νίκη μεταξύ των δύο. Τόσο αλλόκοτο είναι αυτό το παιχνίδι που δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Τη μια σεζόν 0-1 και απώλεια τίτλου, την επόμενη 5-0 και ο ΠΑΟΚ στα τάρταρα. Ο Παναθηναϊκός με Ρότσα να έχει πληρώσει την αμαρτία «Μπουμπλής» και να σκοράρει ένα πανέμορφο γκολ, με Σαραβάκο στα ντουζένια του, με Πιέτρ Πάκερτ στον πάγκο και ένα νταμπλ να εκκολάπτεται που εν τέλει πιστώθηκε εξ ολοκλήρου σχεδόν ο Βαρδινογιάννης. Αυτή η παράδοση «τσάκισε» σιγά σιγά, άλλαξε η εικόνα, το πρωτάθλημα απέκτησε λιγότερες σταθερές, οι παραδόσεις όπως η θρυλική των 23 ετών της Τούμπας για τον Ολυμπιακό, έσπασαν και δεν ξανακόλλησαν ποτέ.

 

Παναθηναϊκός και ΠΑΟΚ δίνουν ένα ματς που κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει και την Κυριακή το βράδυ. Κίνητρο δεν υπάρχει, ας μη γελιόμαστε. Υπάρχει ο ψευτο-στόχος της δεύτερης θέσης και της πρώτης στα play offs, αλλά πραγματικά, «οι αγώνες κατάταξης» είναι ότι χειρότερο έχουμε εφεύρει ως ελληνικό ποδόσφαιρο, ειδικά από τη στιγμή που το επίπεδο έχει πέσει τόσο πολύ και σε συνδυασμό με τις πολύ δύσκολες κληρώσεις λόγω ranking, μια θέση στον ήλιο του Champions League είναι σχεδόν ουτοπία. Συνεπώς και πάλι το συγκεκριμένο παιχνίδι είναι «αδιάφορο» και προσφέρεται για ένα ακόμα «ματς Βύντρα», όπως εκείνο που ο Λουκάς είχε σκοράρει δις ντυμένος Σισέ.

Μετά τη νίκη του 1985, ο κόσμος του ΠΑΟΚ περίμενε στο αεροδρόμιο της Μίκρας και αποθέωσε τους νικητές. Γιόρταζε επί μήνες εκείνη την επικράτηση μέχρι το ωσαννά της άνοιξης με το δεύτερο πρωτάθλημα στην ιστορία του συλλόγου στο ποδόσφαιρο.

 

Μετά το χορταστικό 5-0 της επόμενης σεζόν, ο κόσμος του Παναθηναϊκού καταχειροκρότησε τους παίκτες, γέμισε ασφυκτικά το ΟΑΚΑ στα επόμενα παιχνίδια, πανηγύρισε ένα από τα εμφατικότερα νταμπλ στην ιστορία της ομάδας. Οπαδοί του ΠΑΟΚ δεν θα υπάρχουν στη Λεωφόρο, ο Κοντονής ανοιγοκλείνει τη Θ13, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, το μοναδικό πράγμα που συνδέει τις δύο εποχές, είναι το «πολύ ΠΑΣΟΚ».

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα