Το μαρτύριο που οδηγεί στην κάθαρση

O Zastro γράφει για τον Φερνάντο Σάντος. Για τον δικό μας Φερνάντο Σάντος.

Το μαρτύριο που οδηγεί στην κάθαρση

Με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά, ο Μάκης συνοδευόμενος από μια ντουζίνα άσβερκους, κατέβαινε με το γνωστό βαρύ και ράθυμο στυλ τη μαρμάρινη σκάλα στο Divani Caravel. Στο ένα χέρι τρία κινητά τηλέφωνα και ένα χαρτοφύλακα με το σήμα της ΑΕΚ και στο άλλο το πολυθρύλητο Louis Vuitton τσαντάκι και το Montecristo των 25 εκατοστών.

Κάτω στην αίθουσα τον περίμενε ο «επικεφαλής του Ομίλου επιχειρηματιών» που αγόρασε την ΑΕΚ, ο θρυλικός Πρίγκηπας του Manzanillo, ο μεγάλος Αλεχάντρο Σκλαβενίτης, παρέα με έναν μειλίχιο και άγνωστο τύπο με σπαστό μαλλί και γκρίζους κροτάφους. Ο «Εντεταλμένος Σύμβουλος επί θεμάτων Ποδοσφαίρου και νέος Διευθύνων Σύμβουλος της ΠΑΕ ΑΕΚ» όπως προαναγγέλθηκε από τον Αλεχάντρο, είπε ένα βαρύ «καλησπέρα παιδιά» και κάθισε μπροστά στα μικρόφωνα. «Θα μπούνε 12 δισεκατομμύρια από τον Πρόεδρο (εννοούσε το Σκλαβενίτη), η ΑΕΚάρα θα επιστρέψει εκεί που ανήκει, εκεί που την ονειρευόμαστε όλοι εμείς οι αεκτζήδες. Σας παρουσιάζω το Φερνάντο Σάντος, είναι προπονηταράς, 9ος στο ράνκινγκ της FIFA, ο καλύτερος που έχει έρθει ποτέ στην Ελλάδα να πούμε».

Ήταν 17 Ιουνίου του 2001 και αυτή ήταν η πρώτη επαφή του Φερνάντο Μανουέλ Κόστα Σάντος με το ελληνικό ποδόσφαιρο. Έχει υπογράψει τριετές συμβόλαιο συνεργασίας με την ΑΕΚ έναντι 200 εκατομμυρίων δραχμών κατ’ έτος, αλλά είναι εμφανές ότι αισθάνεται πάρα πολύ άβολα.

Ο Πορτογάλος χαμογελά αμήχανα, δείχνει να νομίζει ότι ο Πρόεδρος είναι ο Μάκης και όχι ο μικροσκοπικός κύριος με το μπλε σκούρο κοστούμι που στήνεται μαζί του μπροστά στα μικρόφωνα. Μιλά ελάχιστα στους εκπροσώπους του Τύπου, κάνει τις καθιερωμένες δηλώσεις «Φερναντάο» χωρίς μεγάλα λόγια, υποσχέσεις και ενθουσιασμούς, ουδείς όμως δείχνει να δίνει σημασία στις τοποθετήσεις του, κανείς δεν ασχολείται γενικά μαζί του αφού «όλο το χαρτί» είναι ο Μάκης.

 

Ο Σάντος εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, ο Μάκης τον παίρνει αγκαλιά με την οικειότητα που καταντά ενοχλητική και τον οδηγεί σε ένα από τα τραπέζια. Η σαμπανιέρα είναι ήδη στο τραπέζι, ο Μάκης με τον Αλεχάντρο υψώνουν τα ποτήρια, ο Σάντος είναι στη μέση και κοιτάζει το τραπεζομάντηλο.

Κανείς δεν ξέρει τι του περνούσε απ’ το μυαλό, το πιθανότερο όμως είναι ότι ο άνθρωπος αναρωτιόταν που στο καλό ήρθε, τι περίεργοι τύποι είναι όλοι αυτοί που τον περιτριγυρίζουν, με μια φράση «που έμπλεξε». Είναι τρομερό ότι 15 ολόκληρα χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος θυμάται την Ελλάδα και τους Έλληνες στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του, ότι κάνει δηλώσεις στα ελληνικά για το λαό μας, ενώ έχει κατακτήσει το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα με την εθνική ομάδα της πατρίδας του.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς ωστόσο, τα 11 από τα δεκαπέντε αυτά χρόνια, ο Φερνάντο στην Ελλάδα τα πέρασε, στην Ελλάδα σφυρηλατήθηκε, εδώ έγινε ο προπονητής που είναι σήμερα. Εδώ χλευάστηκε, εδώ απολύθηκε τέσσερις φορές – τις τρεις με πολύ άσχημο τρόπο – εδώ αγαπήθηκε τόσο και εδώ δημιούργησε «σχολή», τον περίφημο «πονόματο του μισό-μηδέν» και της μόνιμης επωδού «καλός, αλλά μέχρι ενός σημείου, μέχρι να σου στρώσει την ομάδα».

Είναι τρομερό πόσο μας αγάπησε αυτός ο άνθρωπος, παρόλο που το πρώτο impact ήταν ο τυφώνας Μάκης που τον έδιωξε δύο φορές με ακατανόμαστες φράσεις, παρόλο που οι διοικούντες τον Παναθηναϊκό τον «άντεξαν» μόλις τρεις αγωνιστικές πριν του δείξουν και με τα δύο χέρια την έξοδο με τον κόσμο να ωρύεται και να χοροπηδάει πάνω στη φυσούνα της Λεωφόρου.

 

Ο Παναθηναϊκός είναι η μοναδική από τις ομάδες του στην Ελλάδα που δεν πρόλαβε να χτίσει feeling, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Στην ΑΕΚ και στις δύο θητείες του λατρεύτηκε, ο κόσμος ταξίδεψε με μισό μέτρο χιόνι στο σπίτι του για να τον μεταπείσει και να αντέξει μερικούς μήνες ακόμη τον Ψωμιάδη, στον ΠΑΟΚ ο Ζαγοράκης έπινε νερό στ’ όνομά του, έχτισε πάνω του ολόκληρο το project ΠΑΟΚ-πρωταθλητισμός. Τον αγαπούσε και τον αγαπά πολύ ο Ζαγοράκης, τον θεωρεί μαζί με τον Μάρτιν Ο’Νηλ τον κορυφαίο προπονητή που έχει συνεργαστεί είτε ως ποδοσφαιριστής είτε ως παράγοντας, ο Ντέμης είναι ακόμη πιο απόλυτος και δε βάζει δεύτερο όνομα δίπλα σε εκείνο του Πορτογάλου.

Η λίστα είναι ατέλειωτη και δεν τελειώνει σε δύο σημαντικούς ποδοσφαιριστές. Ο Κατσουράνης, ο Καραγκούνης, ο Ζήκος, ο Ίβιτς, ο Βρύζας. Όποιον και να ερωτηθεί, θα εκθειάσει τον Πορτογάλο, θα μιλήσει με τρόπο δυσνόητο για τον εξωτερικό παρατηρητή, για όλους εμάς που δεν έχουμε ζήσει τις λεπτές ισορροπίες στο εσωτερικό μιας ομάδας, όλους εμάς που δεν έχουμε δει την ήρεμη δύναμη του «καρπουζά από το Εστορίλ» που έλεγε κι ο Μάκης, του μεγαλύτερου πυροσβέστη-πατέρα των ποδοσφαιριστών.

Δεν έχει σημασία το θέαμα – που παρεμπιπτόντως στην πρώτη του θητεία στην ΑΕΚ απείχε παρασάγγας από τη σημερινή εικόνα που παραδίδει στο κοινό ο Σάντος – δεν έχει σημασία το αιώνιο «φτάνει στην πηγή και δεν πίνει νερό» που ήταν σήμα κατατεθέν της καριέρας του μέχρι την κούπα με την Πορτογαλία, δεν έχει σημασία το καφέ σακάκι και τα τικ.

Ο Σάντος είναι από τους τύπους εκείνης της κοψιάς που συνεννοείσαι με ένα βλέμμα και έναν αναστεναγμό, είναι από εκείνους τους τύπους που τους βλέπεις και δίνεις τσιγάρο για να πνίξεις τα νεύρα και το άγχος χωρίς να αρθρώσεις λέξη. Δείχνει μειλίχιος αλλά είναι τρομερά νευρώδης, είναι συντηρητικός, ναι, αλλά ποτέ δεν έκρυψε αυτό που είναι, ποτέ δεν πούλησε τον εαυτό του για κάτι άλλο.

Πιθανόν να μην τον θέλαμε για κολλητό, ακόμα πιο πιθανό να μην τον αντέχαμε σαν υφιστάμενο, είναι όμως η ιδανικότερη περίπτωση συνεργάτη και η καταλληλότερη περίπτωση αντικατάστασης της πατρικής φιγούρας που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Λίγα λόγια, αρκετά έργα. Με τον τρόπο του, τον αντιτουριστικό, τον «περίεργο», τον αμυντικογενή, απ’ εκείνους που δεν πουλάνε στα media γιατί η φάτσα του δεν γράφει στο φακό. «Ο θείος απ’ το χωριό που τον λατρεύεις γιατί τον βλέπεις μόνο την περίοδο των εορτών» είχε πει κάποτε ένας μέτοχος της ΠΑΕ ΑΕΚ.

 

Η καθημερινή τριβή δεν είναι για εξωτερικούς παρατηρητές, δεν είναι για παράγοντες, ανήκει μόνο σε ποδοσφαιριστές ή παράγοντες που έχουν παίξει ποδόσφαιρο όπως ο Θοδωρής και ο Ντέμης. Ο άνθρωπος έχει ένα συγκεκριμένο πλάνο. Χλευάζεται, κατηγορείται, διασύρεται για τις ιδέες και το συντηρητισμό του.

Πήγε την ομάδα που αποκλείστηκε από τα νησιά Φερόε στα προημιτελικά παγκοσμίου κυπέλλου, έφτασε την Πορτογαλία, ένα σκορποχώρι απίθανων τύπων που κρύβονταν πίσω από τον Κριστιάνο Ρονάλντο, στην κορυφή της Ευρώπης. Με τον τρόπο του, με τον «πονόματο» και το «πούλμαν», με το αντιποδόσφαιρο και το μαρτύριο της παράλληλης πάσας και της υπομονής. Το πήρε όμως. Δεν είναι υποχρεωτικό να αρέσει ο τρόπος, ούτε εξαναγκάζεται κανείς να πληρώσει εισιτήριο για να τον δει ή να στηθεί μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης και να τον απολαύσει. Είναι όμως ο τρόπος του.

Δεν κρίνεται εκ του αποτελέσματος ούτε εξαγνίζεται το ποδόσφαιρο που πρεσβεύει επειδή κατέκτησε έναν κορυφαίο τίτλο με τους Πορτογάλους (και χωρίς το σημείο αναφοράς τους, το μοναδικό ποδοσφαιριστή στην ιστορία τους που το όνομά του τολμά να γράψει κανείς πλάι σε εκείνο του Εουσέμπιο) ή επειδή κέρδισε τους Γάλλους στην έδρα τους. Το έχουν κάνει κι άλλοι, θα το κάνουν κι άλλοι.

 

Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι ο Σάντος το έκανε με τον τρόπο του, με αυτό το μονιασμένο κλίμα που κάνει την ομάδα μια γροθιά, που αναγκάζει αστέρες του μεγέθους του Κριστιάνο Ρονάλντο, να περάσουν από δίπλα του και να τον σκουντήξουν εν είδει εκδήλωσης αγάπης και αναγνώρισης. Ασπρίσαν τα μαλλιά του, εκείνο το τρομερό παχύ μουστάκι που είχε στις αρχές της καριέρας του στο Εστορίλ, δεν το έχει πολλά χρόνια τώρα, το καφέ καστόρινο σακάκι που έχει γίνει ανέκδοτο, δεν το φορά πια.

Εξακολουθεί να φορά εκείνη την έκφραση του βασινισμένου, το προσωπείο του άγχους και το χαραγμένο από τις ρυτίδες πρόσωπό του παραπέμπει σε άνθρωπο δοκιμασμένο, καταβεβλημένο, πομενένο. Ήταν τρομερή η εικόνα κατά τη διάρκεια της παράτασης του τελικού με τον Ντεσάν «ατσαλάκωτο» να συνομιλεί με το βοηθό και το Φερνάντο σκυμμένο με τα χέρια στο κεφάλι, σχεδόν σε απόγνωση.

 

Κατά περίεργο λόγο βέβαια, όλοι οι Έλληνες ξέραμε. Έχουμε μάθει και ξέρουμε. Είναι πολλά τα έντεκα χρόνια και ακόμη κι αν δεν είναι κανείς οπαδός του ΠΑΟΚ ή της ΑΕΚ, το ξέρει ότι οι ομάδες του Σάντος, κάποια στιγμή θα τη βρουν τη μία φάση και θα μπει το γκολ. Και άπαξ και μπει το γκολ, μετά δεν υπάρχει επιστροφή, δεν υπάρχει περιθώριο αντίδρασης για τον αντίπαλο. Είναι μια αδιόρατη πίστη, ένα καρμικό σχεδόν συναίσθημα που μετά το μαρτύριο οδηγεί στην κάθαρση. Νομίζω ότι αυτός είναι ο τίτλος της καριέρας του: το μαρτύριο που οδηγεί στην κάθαρση. Συγχαρητήρια «δάσκαλε», «καρπουζά», «μηχανικέ», «αντιτουριστικέ τύπε». Και στην πηγή έφτασες και νερό ήπιες.

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα