Εκεί που νομίζεις ότι τελείωσαν οι φουρτούνες, ξεκινούν οι μεγαλύτερες. Ολοκλήρωσε η εθνική την προετοιμασία της, αναφορικά με τους φιλικούς αγώνες. Ολοκλήρωσε την πιο ταραχώδη, απρόβλεπτη, δύσκολη προετοιμασία για το καλύτερο Ευρωμπάσκετ των τελευταίων 10-15 ετών. Όσοι δεν λιποψύχησαν, όσοι δεν κιότεψαν, αυτά παθαίνει κανείς μετά από διακοπές στην Μάνη, τα έδωσαν όλα και όντως είναι οι καλύτεροι παίκτες που διαθέτουμε.
Καταρχάς αυτή η εθνική θα τα δίνει όλα. Θα πέφτουν στην μάχη και όπου τους βγει. Μπορεί να μην έχουν κερδίσει κανέναν αγώνα πριν το τζάμπολ, όπως συνέβαινε παλαιότερα με την εθνική(για δύο διοργανώσεις), αλλά μπορεί αυτά τα παιδιά να μην χάνουν μόνο και μόνο στο άκουσμα του αντιπάλου.
Το σημαντικότερο όμως από όλα, ταπεινή άποψη, είναι ότι επιτέλους η εθνική παίζει μπάσκετ. ΜΠΑΣΚΕΤ. Δεν είναι πάντα καλό, πιθανώς να μην είναι πάντα αποτελεσματικό είναι όμως μπάσκετ. Με τους αιφνιδιασμούς του, τα συστήματά του, τα σουτ του, τις άμυνές του. Όχι το...βαράω μέχρι να πει έλεος ο αντίπαλος. Βεβαίως και θα...δείρουμε, αλλά δεν θα νικάμε μόνο δέρνοντας. Επιτέλους βλέπεις κάτι ενδιαφέρον στην επίθεση, απόρροια δουλειάς. Το ίδιο και στην άμυνα. Τι στο καλό, δεν απαγορευόταν τελικά να παίξουμε ζώνες. Δεν κυνηγάμε τον δύσμοιρο αντίπαλο πλέι μέικερ και αν είναι κανένας Κινέζος ή ...Λάκοβιτς τον τρελαίνουμε στο κλέψιμο ενώ αν είναι κανένας Πριτζιόνι μας κάνει πλάκα 40 λεπτά.
Ο Ηλίας Ζούρος και οι συνεργάτες του αξίζουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας διότι υποχρεώθηκαν να αλλάξουν το 60% του επιθετικού παιχνιδιού(Σπανούλης, Σχορτσιανίτης) μέσα σε 20 ημέρες. Κατάφεραν να παρουσιάσουν μια κατεύθυνση στο παιχνίδι με βάση την άμυνα και αρκετές διαφορετικές επιλογές στην επίθεση. Γνώμονας όλων; Η ταχύτητα γι αυτό προτιμήθηκε ο Μαυροειδής και κόπηκε ο Βουγιούκας. Ουσιαστικά το Ακρόπολις όσο κι αν ήταν υποβαθμισμένο έδωσε την ευκαιρία στην ομάδα να προπονηθεί. Να βελτιώσει τους αυτοματισμούς της.
Εδώ ερχόμαστε στο μεγαλύτερο μειονέκτημα. Τι δεν είναι η εθνική μας. Αυτά τα παιδιά δεν είναι ομάδα, αγωνιστικά και πιθανότατα δεν θα προλάβουν να γίνουν ομάδα φέτος. Δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλο μπασκετικά, δεν συνεργάζονται με κλειστά τα μάτια δεν έχουν βιώσει καταστάσεις ως ομάδα. Ουσιαστικά δεν έχουν δώσει έναν αγώνα με σημασία. Μόνο προπονήσεις και φιλικά. Όσο ταλέντο κι αν διαθέτουμε, ότι κι αν σκεφτεί ο Ζουρος, η μεγάλη μας αδυναμία θα είναι η ομαδικότητα. Δυστυχώς γι αυτό δεν μπορεί να κάνει τίποτα, μόνο να ελπίζει πως δεν θα συναντήσουμε νωρίς σύνολα πιο δεμένα από το δικό μας. Μια εθνική για να γίνει ομάδα χρειάζεται το λιγότερο δύο διοργανώσεις και αυτό αποτελεί το μείζον θέμα για τον παρόν σύνολο. Η εθνική που έλαμψε το 2005 και το 2006, δουλευόταν από το 2001 και το 2003, έδωσε τα πρώτα διαπιστευτήρια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 για να ακολουθήσει η ονειρεμένη διετία. Μακάρι να γίνουν όλα πιο γρήγορα κυρίως διότι οι αθλητές που ταξιδεύουν στην Λιθουανία και ο προπονητής τους το αξίζουν να πετύχουν όσο κανείς τα τελευταία χρόνια.
Με το συγκεκριμένο σκεπτικό χαμηλώνουμε τον πήχυ; Όχι διότι αυτοί οι παίκτες φορούν την φανέλα της εθνικής οπότε θα παλέψουν για το μετάλλιο. Αυτός είναι ο στόχος σε κάθε συμμετοχή της Ελλάδας σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται.
Ιδιαίτερα τώρα που παρατάσσονται παίκτες με αξιοπρέπεια, φιλότιμο και συνείδηση της σημασίας αυτής της διοργάνωσης. Βρε, αέρα και θα τους φάμε όλους. Τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Δημήτρης Παπανικολάου, χωρίς να ευθύνεται απόλυτα, είναι η εικόνα των μπασκετμπολιστών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Όσοι τον απολαύσαμε για πρώτη φορά στον Σπόρτιγκ, ελπίζαμε σε έναν μεγάλο παίκτη. Σε έναν ήρωα του σπορ. Δυστυχώς, για όσους βλέπουν έτσι το μπάσκετ, αυτό το συγκλονιστικό ταλέντο, ο πλήρης γκαρντ/φόργουορντ προτίμησε να εξελιχθεί σε έναν ...βοηθητικό παίκτη προπονήσεων, για να έχει την ησυχία του και τους τίτλους του. Ναι το παλμαρέ λέει δύο τριπλ κράουν, δεν θα πει ποτέ αυτό που ήταν ο Παπανικολάου: μεγάλος παίκτης διότι οι τίτλοι χωρίς...συμμετοχή (πλην κάποιων αγώνων) είναι καλοί μόνο για το ράφι.
Στον επίλογό του άξιζε να παραθέτουμε αγώνες, νίκες, αριθμούς, στατιστικά, όχι ιστορίες για ένα...καλό παιδί. Διότι ο Παπ, όσα χρόνια έπαιζε με το ταλέντο του, προσέφερε αλησμόνητες στιγμές κι ελπίδες για έναν πραγματικό ήρωα που πάντα έχει ανάγκη το κάθε σπορ. Το έδειξε άλλωστε στο λυκόφως του όπου παίζοντας πια και στους αγώνες, ήταν ένα σκαλί πάνω από τους αντιπάλους του.
Ας είναι. Η αξιοπρέπειά του, η πνευματικότητά του, η αγάπη του για το μπάσκετ, δεν επιτρέπουν περισσότερη γκρίνια. Υπάρχει όμως το παράπονο, διότι από καλά παιδιά είμαστε γεμάτοι, μεγάλους παίκτες δεν έχουμε.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ: