O Tσε Γκεβάρα έβλεπε πάντα το ποδόσφαιρο ως όπλο της επανάστασης

Ανήμερα της 50ης επετείου του θανάτου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, το Contra.gr θυμάται τη σχέση του μεγάλου επαναστάτη με το ποδόσφαιρο. Η αγάπη του για τη Ροζάριο, η θέση που προτιμούσε στο γήπεδο, τα ματς που έπαιξε, αλλά και οι απόψεις του για τον αθλητισμό όταν μπήκε στην κυβέρνηση της Κούβας.

"Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα απλό παιχνίδι. Είναι όπλο της επανάστασης". Αυτή η φράση ανήκει στον Ερνέστο Τσε Γκεβαρα, ο οποίος σαν σήμερα (9/10) πριν από πενήντα χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή.

Ποια ήταν όμως η σχέση του με το ποδόσφαιρο; Όχι, δεν έπαιζε στην αριστερή πλευρά (αν και θα ήταν πιο ωραία η ιστορία έτσι), αλλά η θέση που προτιμούσε ήταν αυτή του τερματοφύλακα. Κι αυτό γιατί δεν μπορούσε να τρέχει μέσα στο γήπεδο, εξαιτίας του άσθματος που τον ταλαιπωρούσε από την ηλικία των δύο ετών.

Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται όμως, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού. Έκανε ιππασία, ποδήλατο, ενώ έπαιζε πινγκ-πονγκ, ράγκμπι και φυσικά ποδόσφαιρο.

"Το 1937 ή το 1938, θυμάμαι ότι ο Ερνέστο διοργάνωσε ένα παιχνίδι μεταξύ άθεων και καθολικών. Αυτό το παιχνίδι έγινε στο δρόμο μπροστά από την πόρτα του σπιτιού του στην Άλτα Γκράσια. Ήμουν φοιτητής σε καθολικό πανεπιστήμιο, αλλά ο Ερνέστο ήταν φίλος και ήθελε να παίξω μαζί του στην ομάδα των άθεων. Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι το ακριβές σκορ. Ζούσα στο Μπουένος Άιρες, αλλά πάντα πήγαινα για διακοπές στην Άλτα Γκράσια επειδή είχαμε ένα σπίτι εκεί. Έτσι γεννήθηκε η φιλία μου με τον Τσε", ανέφερε ο Τσαρλς Φιγκερόα, παιδικός φίλος του Τσε σε συνέντευξη που είχε δώσει στο περιοδικό Un Caño της Αργεντινής.

Η θέση του τερματοφύλακα στην οποία έπαιζε ο Τσε του επέτρεπε να βλέπει με άλλη ματιά το ποδόσφαιρο, πιο στρατηγικά. Έβλεπε όλο το γήπεδο, πώς έκανε επιθέσεις και πώς αμυνόταν η ομάδα του και συχνά τους έβαζε τις φωνές όταν έκαναν λάθη. Αρκετοί είπαν αργότερα πως τον έβλεπαν συχνά να κάνει τις εισπνοές του όσο περίμενε την μπάλα στο τέρμα. Όπως όλοι όσοι έχουμε παίξει ποδόσφαιρο, έτσι και ο Ερνέστο ήθελε πάντα τη νίκη.

"Διάβαζε αθλητικά καθημερινά. Οι περισσότεροι από τους φίλους του ήταν οπαδοί των μεγάλων ομάδων της Αργεντινής, είτε της Μπόκα Τζούνιορς, είτε της Ρίβερ Πλέιτ. Όμως ο Ερνέστο ήθελε να κάνει τη διαφορά. Δεν ήθελε να ακολουθήσει τη μάζα. Όταν έμαθε για την Ροζάριο Σεντράλ, δέθηκε έντονα μαζί της. Από τότε όταν τον ρωτούσαν τι ομάδα είναι, απαντούσε πάντα γεμάτος περηφάνια πως είναι οπαδός της Ροζάριο", αναφέρει στο βιβλίο του για τον Τσε, ο Ούγκο Γκαμπίνι.

 

Λίγα χρόνια πιο μετά, ένας φίλος του Τσε προσπάθησε να τον κάνει οπαδό της Ρασίνγκ Κλουμπ γιατί ένας παίκτης που του άρεσε, ο Ελ Πελάο, υπέγραψε σε εκείνη την ομάδα. Ο Ερνέστο όμως ήταν ανένδοτος, λέγοντάς του πως "θα είμαι Ροζάριο μέχρι το θάνατο". Θα επέμενε στα πιστεύω του ό,τι κι αν γινόταν.

Όσον αφορά τον ποδοσφαιριστή που αποτέλεσε το είδωλο του Τσε, όπως περιέγραψε αργότερα ένας άλλος παιδικός του φίλος, αυτός ήταν ο "Τορίτο" Αγκίρε, παίκτης της Ροζάριο Σεντράλ, ο οποίος φημιζόταν για την ικανότητά του στις ντρίμπλες. Όταν ο Τορίτο έκανε το ντεμπούτο του, ο Τσε ήταν μόλις 13 ετών. Για την ιστορία, ο "Ελ Τορίτο" δολοφονήθηκε τον Οκτώβριο του 1977 από δύο αστυνομικούς.

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Λεπτομέρειες για τη σχέση του με το ποδόσφαιρο στη συνέχεια της ζωής του μας έδωσε ο ίδιος ο Τσε μα τα όσα έγραψε στο ημερολόγιό του, όταν ως φοιτητής ιατρικής αποφάσισε να κάνει το γύρο της Λατινικής Αμερικής με μια μοτοσικλέτα, μαζί με έναν τον φίλο του, τον Αλμπέρτο Γρανάδο.

Στα γνωστά ως ημερολόγια μοτοσικλέτας, ο Τσε γράφει: "Βρεθήκαμε με οδηγούς φορτηγών που έπαιζαν ποδόσφαιρο και έκαναν προπόνηση γιατί είχαν αγώνα για το πρωτάθλημα την επόμενη Κυριακή. Ο Αλμπέρτο πήρε ένα σακίδιο, ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και αρχίσαμε να παίζουμε μαζί τους. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό: προσελήφθη ως προπονητής για το παιχνίδι την επόμενη Κυριακή, πήραμε μισθό, σπίτι, φαγητό και μας μετέφεραν δωρεάν. Δύο ημέρες αργότερα, ολοκληρώσαμε αυτή την περιπέτεια με μια υπέροχη νίκη της ομάδας". Αυτά όπως γράφει έγιναν το καλοκαίρι του 1952 στη Χιλή.

Η περιπέτεια συνεχίστηκε στο Περού όπου ο Ερνέστο αφηγείται: "Στα ερείπια του Μάτσου Πίτσου συναντήσαμε ανθρώπους που παίζουν ποδόσφαιρο και μας προσκάλεσαν να συμμετάσχουμε". Αυτό το παιχνίδι που έδωσαν στα ερείπια του Μάτσου Πίτσου, δεν θα ήταν το μοναδικό.

Ο Τσε έζησε κι άλλες ποδοσφαιρικές στιγμές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του με τον Αλμπέρτο Γρανάδο. Για παράδειγμα στο νοσοκομείο του Σαν Πάμπλο επίσης στο Περού, όπου οι δυο φίλοι εργάστηκαν σε λεπροκομείο προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στους ασθενείς. Όπως ο Γρανάδο επιβεβαιώνει: "Θυμάμαι ακόμα το χώρο του νοσοκομείου του Σαν Πάμπλο γιατί ήταν θαυμάσιος. Ήταν περιτριγυρισμένο από δέντρα. Οι δύο ομάδες ήταν οι υγιείς και οι λεπροί και διοργανώναμε συχνά ποδοσφαιρικούς αγώνες".

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως η τελευταία επαφή με το ποδόσφαιρο που εμφανίστηκε στο βιβλίο του Αλμπέρτο Γρανάδο "Με τον Τσε στη Λατινική Αμερική" σημειώθηκε το 1963: "Ήμασταν στην Κούβα και διοργανώσαμε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Ήταν υπουργός του νεοσύστατου υπουργείου Βιομηχανίας. Φυσικά ο Τσε κάθισε στη θέση του τερματοφύλακα όπως πάντα. Ήμασταν αντίπαλοι με την ομάδα ποδοσφαίρου του πανεπιστημίου, το οποίο είχε προπονητή τον Αρίας, έναν Ισπανό. Σε αυτό το παιχνίδι, ο Αρίας  πήρε την μπάλα και προχώρησε αθόρυβα προς το τέρμα, αλλά Τσε βγήκε και τον βρήκε δυνατά στα πόδια. Κανείς δεν είχε στο μυαλό του ότι ο υπουργός ήταν σε θέση να το κάνει αυτό...".

 

Στην Κούβα ο αθλητισμός γενικά έχει απαξιωθεί αρκετά μετά την επανάσταση που κήρυξε ο Φιντέλ Κάστρο, με τον Τσε δίπλα του. "Σε αυτές τις περιόδους άγχους, πρέπει ο κόσμος να προσέξει το σώμα του για να διατηρηθεί ο νους του υγιής. Ειδικά στις πόλεις, όπου ο αέρας είναι βαρύς και πνιγμένος. Για τα παιδιά, το σώμα πρέπει να ενισχυθεί καθώς ενισχύει το μυαλό". Οι λέξεις αυτές υπογράφονται από τον Χοσέ Μαρτί.

Ακολουθώντας τις αρχές του Καρλ Μαρξ ότι δηλαδή "η εκπαίδευση βασίζεται σε τρεις έννοιες: του νου, του σώματος και την τεχνική εκπαίδευση" ο Τσε Γκεβάρα εμπνεύστηκε για την αθλητική παιδεία που θα εφάρμοζε.

Το 1961 έπρεπε να πραγματοποιηθούν πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στην Κούβα, οι οποίες θα επηρέαζαν όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Μία από αυτές σχετιζόταν και με τον αθλητισμό. Λίγα χρόνια νωρίτερα άλλωστε υπό τη δικτατορία του Μπατίστα ο αθλητισμός προοριζόταν αποκλειστικά για τις πλουσιότερες τάξεις. "Η επανάσταση πρέπει να φροντίσει για τη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό με έναν θεμελιώδη τρόπο για τη χώρα μας. Για την ολιγαρχία αυτό δεν ήταν ποτέ προτεραιότητα, αλλά είναι για την επανάσταση. Στη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό υπάρχει η υγεία του λαού μας", είχε πει  ο Φιντέλ Κάστρο το 1962.

Το ίδιο έτος επίσης, όταν ο Τσε βρισκόταν στη διακυβέρνηση, η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Κούβας έγινε μέλος της CONCACAF, ενώ παράλληλα η κουβανική κυβέρνηση ίδρυσε το Εθνικό Ινστιτούτο Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού που έφερε επανάσταση στο άθλημα στη χώρα.

Το 1963 ένας σύλλογος από τη Βραζιλία, η Μαντουρέιρα αποφάσισε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο για να δώσει πενήντα φιλικά παιχνίδια. Στην Κούβα έπαιξε πέντε φιλικά παιχνίδια εναντίον ομάδων της χώρας και κέρδισε και τα πέντε! Αλλά το πιο σημαντικό ήταν το τελευταίο. Μια νίκη 3-2 μπροστά από μια επιλογή των καλύτερων παικτών της πρωτεύουσας της Κούβας.

Την ημέρα εκείνη, στις 18 Μαΐου του 1963 από το βήμα, ο υπουργός Βιομηχανίας Ερνέστο Γκεβάρα παρακολούθησε το ματς. Μετά το τέλος του, ο Τσε ντυμένος με στρατιωτική στολή μπήκε στο γήπεδο και φωτογραφήθηκε με τους ποδοσφαιριστές και τον προπονητή της ομάδας. Εκείνοι ως ένδειξη τιμής του προσέφεραν τη μπάλα. "Ήταν πολύ φιλικός και οι παίκτες μας του άρεσαν πάρα πολύ", δήλωσε ο Καρλίνιος Μαρακανά, πρόεδρος του συλλόγου τότε. Οι ποδοσφαιριστές συναντήθηκαν με την Τσε την προηγουμένη νύχτα όταν τους υποδέχτηκαν στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν στην Αβάνα.

 

Οι άνθρωποι της Μαντουρέιρα μάλιστα, το 2013 έβγαλαν μια συλλεκτική φανέλα, στην οποία αποτύπωσαν τη μορφή του μεγάλου επαναστάτη. Και φυσικά, η εν λόγω φανέλα πούλησε τρελά.

Μετά τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα το 1967 ξέσπασαν σφοδρές ταραχές στο Μπουένος Άιρες. Στο διάστημα εκείνο αρκετοί ποδοσφαιρικοί αγώνες διακόπηκαν από το στρατό και την αστυνομία, καθώς φίλαθλοι της Ιντεπεντιέντε, της Οέστε, της Μπόκα Τζούνιορς και άλλων ομάδων φώναζαν στις κερκίδες "Τσε! Τσε!". Προς τιμήν του μεγάλου ήρωα.

Το μετέπειτα διάστημα παίκτες και θεατές με συμβολικές πράξεις, θα εκδήλωναν την αλληλεγγύη τους σε οικογένειες αγνοουμένων και δολοφονημένων από τα στρατιωτικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής. Άλλωστε, τα ποδοσφαιρικά γήπεδα δεν είναι μόνο χώρος εκτόνωσης, αλλά και χώρος όπου πάντα υπάρχει δυνατότητα να εκφράζονται συλλογικά αξίες. Mπορεί ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να μην ήταν ποτέ καλός ποδοσφαιριστής, όμως έβλεπε το ποδόσφαιρο ως όπλο της επανάστασης και δεν είχε άδικο.

Η περίφημη φράση του "Hasta la victoria siempre" (πάντα για τη νίκη), μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στο ποδόσφαιρο, όπου όλοι τα δίνουν όλα για τη νίκη. Πάντα. Η ζωή του και ο θάνατός του έχει εμπνεύσει ουκ ολίγους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι "χτύπησαν" την εικόνα του ως τατουάζ στο δέρμα τους. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς; Μα φυσικά ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, μεγάλος οπαδός του Τσε.

 

Ακόμη ένας πρώην ποδοσφαιριστής που έχει το πρόσωπο του Τσε τατουάζ πάνω του είναι και ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, ο οποίος μάλιστα το 1999 όταν η Λάτσιο στην οποία αγωνιζόταν κέρδισε το πρωτάθλημα, πανηγύρισε φιλώντας το. Κάτι που φυσικά δεν άρεσε στους οπαδούς της ομάδας που έχουν άλλες πολιτικές πεποιθήσεις.

Τέλος, υπάρχουν και ολόκληρες ομάδες που έχουν συνδεθεί με το όνομα του Τσε, εκτός από την Ροζάριο, η οποία ήταν και η λατρεία του όσο ζούσε. Τέτοιες είναι η Μαρσέιγ, η Λιβόρνο, η Σανκτ-Πάουλι, η Ράγιο Βαγεκάνο και άλλες, των οποίων οι φίλαθλοι συχνά εμφανίζουν μπλούζες και πανό υπέρ του Τσε Γκεβάρα στις κερκίδες.