Εγώ ο Κλαύδιος

Από τα δύσκολα χρόνια με τη mafia, στην προπονητική καριέρα, τον πρώτο του πάγκο, το φιάσκο με την Εθνική Ελλάδας και το θαύμα με τη Λέστερ. Ο Zastro κάνει PhotoStop στη ζωή και την καριέρα του Κλαούντιο Ρανιέρι.

Nel blu dipinto di blu, το μπλε τ’ ουρανού βαμμένο μπλε όπως λέει το πιο πιο γνωστό ίσως ιταλικό τραγούδι του Domenico Modugno που γράφτηκε το 1958, όταν ο Claudio Ranieri ήταν επτά ετών και έπαιζε μπάλα με κοντά παντελονάκια στην Piazza San Saba στη Ρώμη.

Τούτη τη φορά το μπλε τ’ ουρανού είναι βαμμένο με το μπλε της Leicester, το μπλε είναι του Ranieri, που έκανε το «ακατόρθωτο» και πήρε το πρωτάθλημα αφού πρώτα είχε εκδιωχθεί και χλευαστεί όσο κανείς σε μια άλλη ομάδα που φορούσε μπλε: την Εθνική Ελλάδας. Σχεδόν σε όλη του την καριέρα χλευάζετο και κατόπιν δικαιωνόταν ο Ranieri, ακόμη θυμάμαι το χτικιό των romanisti δίπλα μου στο parterre του Olimpico to 2011 όταν η δική του Roma έπαιζε «αντιποδόσφαιρο» και όχι το sexy football του προκατόχου του, Luciano Spalletti.

Απολύθηκε (επισήμως παραιτήθηκε) 20 Φεβρουαρίου 2011 μέσα στο αεροπλάνο της επιστροφής από τη Γένοβα, μετά από μια ήττα με 4-3 από τη Genoa και με τον κόσμο να περιμένει εξαγριωμένος στο αεροδρόμιο του Ciampino για να τον προγκήξει.

Πουθενά δεν αγαπήθηκε ο Ranieri, είχε μονίμως κολλημένη την ταμπέλα του «μέτριου» επάνω του, απέπνεε μια αύρα κατώτερου των περιστάσεων, ίσως επειδή ποτέ δεν υπήρξε σημαντικός ποδοσφαιριστής. Ξεκίνησε σαν επιθετικός στο Dodicesimo Giallorosso, μια ομάδα δορυφόρο της Roma, τοπικού χαρακτήρα στην επαρχία του Lazio. Τον πρόσεξε ο Herrera και τον πήρε στις ακαδημίες των gialorossi όταν είχε ήδη ενηλικιωθεί. Στα είκοσι ανέβηκε στη δεύτερη ομάδα της Roma, τέσσερα χρόνια αργότερα και με μόλις τέσσερις συμμετοχές στην πρώτη ομάδα, «υποβιβάστηκε» στην Catanzaro. 

Έχει ήδη αλλάξει θέση, αφού ως επιθετικός δεν σκόραρε σχεδόν ποτέ. Ο Antonio Trebiciani, θρυλικός προπονητής της Primavera της Roma τον έχει μετατρέψει σε πλάγιο μπακ για να εκμεταλλευτεί την ταχύτητά του, το μοναδικό του προσόν επί της ουσίας που τον έκανε να ξεχωρίζει. Σε αυτή τη θέση θα γράψει τις σημαντικότερες σελίδες της καριέρας του στον ιταλικό νότο, στην Καλαβρία, το λίκνο της Magna Grecia.

ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗ MAFIA

Οκτώ ολόκληρα χρόνια θα παραμείνει στο Nicola Ceravolo, το δημοτικό στάδιο του Catanzaro, μιας πόλης σκάρτων 80 χιλιάδων κατοίκων τότε που πάλευε με τη φτώχεια και την omertà. Ήταν πολύ δύσκολα εκείνα τα χρόνια στον ιταλικό νότο, η mafia έδειχνε το πιο σκληρό της πρόσωπο, δολοφονούσε για ψύλλου πήδημα δικαστικούς λειτουργούς, πολιτικούς, κληρικούς, αστυνομικούς, απλούς πολίτες.

Ο φιλήσυχος Claudio δεν είχε πρόβλημα, ήταν ο τίμιος εργάτης της ομάδας, ο «πρωτευουσιάνος» που δεν σνόμπαρε το φτωχό νότο και δεν έψαξε να φύγει με το που έφτασε στην πόλη του Renato Dulbecco (τότε βραβείο nobel στην ιατρική). Αυτός ήταν ο Ranieri από παιδί, ανέκαθεν επικεντρωνόταν στα θετικά μιας σχέσης, είτε επαγγελματικής είτε προσωπικής, ήταν από αυτές τις περιπτώσεις ανθρώπων που «έκανε ότι δεν έβλεπε και δεν άκουγε», από εκείνους τους γείτονες που πάντα σε χαιρετούσαν αλλά δεν ήξερες τίποτα γι’ αυτούς όχι επειδή είχαν διπλή ζωή ή οτιδήποτε, αλλά απλούστατα γιατί η ζωή τους ήταν νορμάλ, επίπεδη, χωρίς πυροτεχνήματα.

Στην Catanzaro συμπλήρωσε 225 συμμετοχές σε μια οκταετία, έβαλε και 8 γκολ, έγινε ρέκορντμαν συμμετοχών της ομάδας στη Serie A όπου αγωνίστηκε η Catanzaro από το 1976 μέχρι το 1982. Πατούσε ήδη τα 31 όταν (ξανα)γύρισε στη Serie B, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στην Catania, πάντοτε στο νότο που τον καταλάβαινε καλύτερα και εκτιμούσε το χαρακτήρα του. Ο Gianni Di Marzio τον έχει γυρίσει ήδη στη θέση του libero, το μοναδικό προσόν της ταχύτητας και της έκρηξης τον έχει αφήσει μαζί με τα νεανικά χρόνια και τη σπιρτάδα του. Πανηγυρίζει την άνοδο στην πρώτη κατηγορία αλλά πλέον δεν είναι καν βασικός. Θα ολοκληρώσει τη συμπαθητική καριέρα του στο Palermo, στη Σικελία το 1986 σε ηλικία 35 ετών. Δεν έγινε καμία τελετή για την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, δεν έλειψε σε κανέναν, αφού η καριέρα του συνοψίζεται στο «τίμιος αμυντικός, καλό παιδί».

ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ

Ο Ranieri από πολύ νωρίς, πολύ πριν κλείσει την καριέρα του, «φώναζε» ότι θα γίνει προπονητής, διότι αυτό του άρεσε περισσότερο, να ψυχολογεί τον αντίπαλο, να δουλεύει πίσω από την κουίντα και να αφήνει το παλκοσένικο στους πιο εξωστρεφείς χαρακτήρες. Επέστρεψε στο «δικό του» Catanzaro και ανέλαβε την Vigor Lamezia, μια ερασιτεχνική ομάδα στην κωμόπολη Lamezia Terme, στα λουτρά του Caronte. Ξερό γήπεδο, «έφοροι», μια τοπική κοινωνία αριστερών καταβολών, φτωχή αλλά γεμάτη παραδοσιακούς Καλαβρέζους γεωργούς και κτηνοτρόφους. Ελάχιστοι ασχολούνταν τότε με το ποδόσφαιρο, αλλά ο πράος και γεμάτος φιλοδοξίες Ranieri έκανε κι εκεί το θαύμα του. Στο ντεμπούτο του στους πάγκους προβιβάζει τη Vigor από τα τοπικά στη Serie C2, το γεγονός πανηγυρίζεται δεόντως στην πόλη, ο 36χρονος Ρωμαίος που έχει ζήσει τη μισή ζωή του στην Καλαβρία, δεν διεκδικεί όμως τις δάφνες της επιτυχίας, «την ομάδα την ανέβασε ο Δήμαρχος».

 

Ο Claudio χαμογελαστός χαιρετά τους πάντες στη γιορτή της ανόδου και ανακοινώνει ότι θα φύγει για το Pozzuoli, θα πάει να προπονήσει την τοπική Puteolana που μόλις είχε διαλυθεί και επανασυσταθεί λόγω οικονομικών προβλημάτων. Όλοι του είπαν πως είναι τρελός, πως η Campania δεν είναι Calabria, η camorra δεν συγχωρεί αποτυχίες. Ο Ranieri και πάλι χαμογέλασε, χτύπησε φιλικά την πλάτη του συνομιλητή και ψιθύρισε ότι «θα τη βρει την άκρη». Έτσι γεννήθηκε, δεν φοβήθηκε ποτέ τις δυσκολίες, είναι από τις πιο προσαρμοστικές προσωπικότητες που μπορεί να συναντήσει κανείς στο χώρο του ποδοσφαίρου, ένας άνθρωπος που θεωρεί το συμβιβασμό με οτιδήποτε την καλύτερη λύση, ένας προπονητής «που δεν ενοχλεί».

Κοιτούσε μόνο τη δουλειά του, αδιαφορούσε για τα τεκταινόμενα, φρόντιζε να λαμβάνει πάντοτε θέσεις Πόντιου Πιλάτου που δεν στενοχωρούσαν κανέναν. Οι φίλοι τον αποκαλούσαν χρυσό παιδί, οι εχθροί αριβίστα. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Ο Ranieri απλώς είχε αφομοιώσει τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος που μεγάλωσε και είχε αναπτύξει τις δικές του αρχές, σωστές ή λάθος, αυτές ήταν. Κάθε Δευτέρα πριν την προπόνηση σταματούσε στην edicola, αγόραζε όλες τις αθλητικές εφημερίδες και διάβαζε τη βαθμολογία στους ποδοσφαιριστές, σχολίαζε και «έπαιζε» με την ψυχολογία τους. «Πήρες 4. Θα ανεχτείς να σε χλευάζει ένας τοπικός δημοσιογράφος» είχε πει στο 16χρονο Antonio Gatto που είχε προωθήσει ο ίδιος στην πρώτη ομάδα. Ο μικρός έβαλε τα κλάμματα, ο Claudio το προσπέρασε, του είπε πως αν θέλει να παίξει ποδόσφαιρο πρέπει να γίνει άντρας.

ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΤΕΡ

Είχε συχνά αυτές τις εκρήξεις, ειδικά στην αρχή της καριέρας του και όσο ωρίμαζε. Το 1988 του χτύπησε την πόρτα η πρώτη μεγάλη ομάδα. Ήταν η ιστορική Cagliari, η Casteddu όπως είναι γνωστή στο νησί, στη πανέμορφη Σαρδηνία. Είναι το πρώτο λιμάνι της καριέρας του Ranieri, η περιπέτειά του στο Sant'Elia η πρώτη του επιτυχημένη επαγγελματική δουλειά, η πρώτη του «Leicester”. Ανέλαβε την ομάδα ημιδιαλυμένη στην τρίτη κατηγορία και την ξανανέβασε εν μέσω αποθέωσης στη Serie A. Το παραμύθι του Ranieri στη Σαρδηνία συγκινεί ολόκληρη την Ιταλία, η Cagliari είναι από τις πιο ιστορικές ομάδες του campionato, η ομάδα του Gigi Riva, ενός από τους μεγαλύτερους Ιταλούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Όχι μόνο κατάπιε τις κατηγορίες, αλλά κατόρθωσε να παραμείνει στη Serie A παρά το γεγονός ότι μέχρι την 22η αγωνιστική ήταν μονίμως τελευταία στη βαθμολογία. Ακόμη και σήμερα θαρρώ, ακόμη και μετά το πρωτάθλημα με τη Leicester, η τριετία στη Σαρδηνία είναι η πιο επιτυχημένη δουλειά του Claudio σε ολόκληρη την καριέρα του.

Οι πόρτες του ποδοσφαίρου «που μετράει» έχουν ήδη ανοίξει, ο Ranieri είναι ένας μοντέρνος τεχνικός με τη φανταχτερή επιτυχία της Cagliari να θαμπώνει όλους τους φίλους του ποδοσφαίρου, στα 40 του χρόνια έρχεται η πρόταση του Corrado Ferlaino στη μεγάλη Napoli. Δεν είναι δυνατόν να αρνηθεί, παρόλο που στη Σαρδηνία σχεδόν τον παρακαλούν να παραμείνει. Ο Claudio όπως πάντα με το χαμόγελο ενημερώνει ότι ο κύκλος έκλεισε, ήταν υπέροχα τα χρόνια στο Sant’Elia, αλλά ήθελε να προπονήσει και σε μια μεγάλη piazza όπως λένε και στην Ιταλία, σε μια ομάδα με πολύ κόσμο, με υψηλούς στόχους, που απασχολεί τα media. Τότε ξεκίνησε και η καλή του σχέση με τον Τύπο, ανέκαθεν την επιζητούσε και πίστευε ότι ένας προπονητής είναι απαραίτητο να κάνει δημόσιες σχέσεις με όλο το περιβάλλον που επηρεάζει το ποδόσφαιρο.

Στη Napoli από το ζενίθ θα βρεθεί στο ναδίρ. Σε μια ομάδα που μόλις είχε χάσει το Diego Maradona, καλείτο να οικοδομήσει από την αρχή ότι είχε απομείνει, κάτι εξαιρετικά δύσκολο παρόλο που Alemao και Careca παρέμειναν ενώ η ομάδα ενισχύθηε και με τους Blanc και Padovano. Μαζί με το Maradona, έχει αποχωρήσει από την ομάδα και ο γνωστός και μη εξαιρετέος Luciano Moggi, ο άνθρωπος που πήρε πρωτάθλημα με προπονητή τον Bigon (τον ίδιο που έφυγε νύχτα από τον Ολυμπιακό). Την πρώτη σεζόν στη Νapoli, με το άλλοθι της αποχώρησης του Diego και μια πόλη ολόκληρη να θρηνει επί 24ώρου βάσεως, θα τερματίσει τέταρτος, πίσω από τη Milan του Sacchi, τη Juve και την Toro (στην οποία πήγε ο Moggi και την έβγαλε αμέσως τρίτη). Κέρδισε την ανανέωση του συμβολαίου του, αλλά με κόπο από το Ferlaino που ποτέ δεν ταίριαξε μαζί του. Τον θεωρούσε δημοσιοσχετίστα, καιροσκόπο, έναν προπονητή που έκανε μόνο τα βασικά.

Ο Ranieri ωστόσο έκανε ένα μεγάλο καλό στους partenopei, καθιέρωσε και εδραίωσε το Gianfranco Zola στη βασική ενδεκάδα, τον μετέτρεψε από βοηθητικό επιθετικό δεκάρι, στον αντί-Maradona του San Paolo, όσο κι αν φαντάζει ιερόσυλος ο παραλληλισμός. O Zola όμως δεν έφτανε τη δεύτερη σεζόν, που ο Ranieri άντεξε εννέα αγωνιστικές. Οι πέντε ήττες και ειδικά η τελευταία με την τεσσάρα από τη Μilan των Ολλανδών και ο αποκλεισμός από την Paris Saint Germain στο Κύπελλο UEFA δεν συγχωρέθηκαν από το Ferlaino, o Ranieri απολύθηκε με άσχημο τρόπο, κατηγορήθηκε για ολέθρια διαχείριση, για αποτυχημένες μεταγραφικές επιλογές όπως του Laurent Blanc, για τον οποίο δήλωσε ότι η Napoli «δεν τον κατάλαβε» ποτέ. Ο Claudio είχε «ψηλώσει», ήταν η τελευταία φορά που σχετιζόταν με τον ιταλικό νότο, θα αποφάσιζε να γυρίσει σελίδα στην καριέρα του και να μην ξανακοιτάξει πίσω.

Μετά από ένα εξάμηνο στη Ρώμη και στα πάνελ των τοπικών εκπομπών φίλων του δημοσιογράφων, έρχεται η κλήση από την Τοσκάνη, από τη Fiorentina που μόλις έχει υποβιβαστεί στη Serie B και θέλει να αναγεννηθεί. Ο Ranieri πείθεται, μιλάει για “project” για μια ομάδα που είναι μεγάλη και πρέπει να επιστρέψει στη Serie A το συντομότερο δυνατό. Μοιάζει να θέλει να πετάξει από πάνω του τη στάμπα του «νότιου», του “terrone” όπως αποκαλούν υποτιμητικά στην Ιταλία τους τύπους που είναι συμφεροντολόγοι και κοιτούν να κάνουν τη δουλειά τους με γνωριμίες και «ισορροπίες». Στη Φλωρεντία τον περιμένει ο Vittorio Cecchi Gori που διατηρεί το μπάτζετ σε επίπεδα Serie A, του δίνει το ελεύθερο να προβιβάσει νεαρούς από τα φυτώρια (με κορυφαίο τον σπουδαίο τερματοφύλακα Francesco Toldo και τους επιθετικούς Anselmo Robbiati και Francesco Flachi) και οι Viola μετά από 55 ολόκληρα χρόνια που βρέθηκαν στη δεύτερη κατηγορία, προβιβάζονται πολύ εύκολα στο τέλος της σεζόν.

Ήταν αδύνατον να μην ανέβει εκείνη η ομάδα που είχε διατηρήσει στο ρόστερ για τη Β εθνική, ποδοφαιριστές όπως ο Batistuta και ο Effenberg, έκανε πραγματικά παρέλαση σε όλες τις έδρες, ήταν δύο και τρεις σκάλες επάνω από τους υπόλοιπους. Ο Ranieri και οι ιδέες του για το ποδόσφαιρο προσαρμόζονταν στα υλικά που διέθετε, στο Artemio Franchi όπως ήταν λογικό έγινε θιασώτης του επιθετικού ποδοσφαίρου, άφηνε τα μεγάλα του αστέρια ελεύθερα, φρόντιζε να κάθεται στην άκρη του πάγκου και να απολαμβάνει το θέαμα. Μόνο που στη Serie A που οι άμυνες είχαν τον πρώτο λόγο, το ταλέντο δεν έφτανε. Η Fiorentina την επόμενη σεζόν αγκομαχά να ξεφύγει από τον πάτο της βαθμολογίας, ο Marcio Santos και ο Rui Costa, ακόμα δύο τρελές μεταγραφές του Προέδρου, δεν προσαρμόζονται εύκολα και ο Ranieri αντιμετωπίζει και πάλι το φάσμα της απόλυσης.

Θα συζητήσει με τον Πρόεδρο της ομάδας, κινηματογραφικό παραγωγό και καναλάρχη, θα επιρρίψει τις ευθύνες στην ελλιπή προετοιμασία, στην αθλητική ανεπάρκεια των περισσότερων ποδοσφαιριστών. Ο Cecchi Gori θα του δώσει την ευκαιρία να συνεχίσει και εν μέρει θα δικαιωθεί. Η Fiore θα τερματίσει τελικά δέκατη, ο Bati θα βγει πρώτος σκόρερ σε ολόκληρο το πρωτάθλημα με 26 γκολ, υπάρχει η μαγιά για κάτι πολύ καλύτερο. Θα αλλάξουν ελάχιστα πράγματα το καλοκαίρι, ο Ranieri στην προετοιμασία μιλάει στους ποδοσφαιριστές και θέτει πολύ υψηλούς στόχους, μιλάει για έξοδο στην Ευρώπη και για μομέντουμ. Είχε δίκιο. Η Fiorentina πραγματοποιεί μια καταπληκτική χρονιά-αποθέωση του επιθετικού της οίστρου, τερματίζει στην τρίτη θέση (ισοβαθμώντας με τη Lazio) και το σημαντικότερο, κατακτά το Κύπελλο Ιταλίας, έναν τίτλο μετά από 21 ολόκληρα χρόνια.

Η Φλωρεντία επιστρέφει στην Ευρώπη, εκεί θα ρίξει το βάρος ο Ranieri όταν τα αποτελέσματα στραβώνουν επικίνδυνα την επόμενη σεζόν, παρά το γεγονός ότι η ομάδα ξεκινά τη σεζόν κατακτώντας το Super Cup κόντρα στη Milan με δύο τρομερά γκολ του Batistuta. O Claudio μιλάει για «ταξίδι» στο Κυπελλούχων, καλεί την πόλη να στηρίξει την ομάδα παρά τη mid-table πορεία στο πρωτάθλημα, αλλά στον πρώτο γύρο με τους Ρουμάνους της άγνωστης Gloria Bistrita, προκρίνεται πολύ δύσκολα, διά πυρός και σιδήρου στο γκολ. Ξανά στο γκολ αποκλείει και τους Τσέχους της Sparta, το ίδιο και τη Benfica στον προημιτελικό. Εκείνο που μετρά όμως είναι το αποτέλεσμα και ο ημιτελικός εναντίον της Barcelona του Ronaldo είναι το απόλυτο γεγονός για την πόλη. Οι Viola επιστρέφουν από τη Βαρκελώνη με το 1-1 στη φαρέτρα τους, από αουτσάιντερ έχουν μετατραπεί έξαφνα στο φαβορί.

Τελικά θα γνωρίσουν πικρή ήττα στο Franchi, αφού ο Robson κλειδώνει εντελώς το Ranieri και η Barca κάνει περίπατο με 0-2. Ο Cecchi Gori δεν ανέχεται το underachieve και τη μόνιμη εναλλαγή κρύου-ζεστού υπό της διαχείριση Ranieri και τερματίζει τη συνεργασία, ο καλός Claudio όμως έχει ήδη προλάβει να φτιάξει το όνομά του στην Ισπανία, αφού εκείνο το 1-1 στο Camp Nou είχε εντυπωσιάσει τους πάντες. Έτσι παρότι άνεργος το καλοκαίρι, αποδέχεται αμέσως την πρόταση της Valencia που απολύει το Valdano μετά από τρεις αγωνιστικές με ισάριθμες ήττες και μετακομίζει στην ανατολική ακτή της Ισπανίας. Θα τερματίσει ένατος, κερδίζοντας τη συμμετοχή στο Κύπελλο UEFA μέσω του Intertoto, θα έχει την ευκαιρία να χτίσει τη «δική του» ομάδα όπως ζητά από τον Πρόεδρο.

Απελευθερώνει την ομάδα, επιβεβαιώνει πως είναι μια μοναδική περίπτωση προπονητή-ψυχολόγου, ένας άνθρωπος που αποφορτίζει τους ποδοσφαιριστές και μεταδίδει ένα σπάνιο πέπλο ηρεμίας πάνω από την ομάδα. Όντως η Valencia υπό την καθοδήγησή του θα κάνει μια θαυμάσια σεζόν, θα αποκλειστεί από τη Liverpool στη φάση των 16 του UEFA, αλλά αφ’ ενός θα κατακτήσει την τέταρτη προνομιούχο θέση για την έξοδο στο Champions League και αφ’ ετέρου θα κατακτήσει το Copa del Rey στον τελικό με την Atletico σκορπίζοντάς την με 3-0. Αυτή τη νίκη θα κεφαλαιοποιήσει για να τον προσλάβει η ίδια η Atletico την επόμενη σεζόν, λίγο πριν τα 50 του χρόνια και τη χρονιά του millenium.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ

H σεζόν στη Μαδρίτη είναι καταστροφική, οι Colchoneros παλεύουν για τη σωτηρία, ο Jesus Gil ιδιόρρυθμος και παρορμητικός γαρ, δεν αργεί να τον απολύσει όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι μετά από τον αποκλεισμό και στο UEFA από τη γαλλική Lens. Μένει και πάλι άνεργος αλλά με το χαμόγελο στα χείλη, διότι έχει φτιάξει το όνομά του, στην πατρίδα του είναι αγαπητός και πλέον έχει τη δυνατότητα να επιλέγει εκείνος τις δουλειές που θέλει να αναλάβει. Το Σεπτέβριο του 2000 τον καλεί η Chelsea, είναι η πρώτη του επαφή με το αγγλικό ποδόσφαιρο που αποτέλεσε και το κισμέτ του. Είναι ο προπονητής της τελευταίας προ Abramovich εποχής, ο άνθρωπος με τον οποίο η Chelsea «ιταλοποιείται» πλήρως μετά την εποχή Gianluca Vialli, μια ιστορία που ανέκαθεν συγκινούσε στο μεγάλο νησί. Τον Ιούνιο του 2003, ο Bates σπάει τα κοντέρ πωλώντας την ομάδα με 140 εκατ. στερλίνες στο Ρώσο μεγιστάνα Roman Abramovich και ο Ranieri γίνεται και ο πρώτος προπονητής της νέας εποχής.

 

Δεν είναι κακό το πέρασμά του από τους Blues, απεναντίας, θα μακροημερεύσει στον πάγκο της, συμπληρώνοντας 199 παιχνίδια με ορυφαίες του στιγμές τον ημιτελικό στο Champions League και τη δεύτερη θέση στην Premiership, αμφότερες τη σεζόν 2003-04. Ο Abramovich δεν τα βρίσκει όμως μαζί του, για τον πάγκο της Chelsea θέλει το καλύτερο δυνατό και εκείνη την εποχή όλη η Ευρώπη χόρευε σε ρυθμούς Mourinho. Απολύεται αλλά και πάλι αποχωρεί σαν φίλος, παρά το (πολύ) μπρούσκο της απομάκρυνσής του. Ο Ιταλός είναι πια ένα hot όνομα στην ευρωπαϊκή αγορά με υψηλό κασέ, απαιτήσεις, δικό του δίκτυο manager, ένα ευυπόληπτο μέλος της ελίτ των προπονητών. Η επιλογή να επιστρέψει στη Valencia τον Ιούνιο του 2004 αντικαθιστώντας τον σούπερ επιτυχημένο Rafa Benitez, αποδεικνύεται η λιγότερο ενδεδειγμένη.

Η πορεία του στη Valencia είναι καταστροφική, επιβεβαιώνει το μόνιμο moto της καριέρας του που είναι πια μια κρύο-μια ζέστη. Αντέχει ένα σκάρτο εξάμηνο στιις νυχτερίδες, ο αποκλεισμός από τη Steaua Βουκουρεστίου στο UEFA είναι αδύνατον να μεταβολιστεί. Είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεται στην καριέρα του, η πρώτη φορά που τα αρνητικά σχόλια είναι πολύ περισσότερα από τα θετικά. Ορισμένοι τον αποκαλούν ξεπερασμένο, άλλοι απλώς δημοσιοσχετίστα, οι πιο μετριοπαθείς έναν καλό προπονητή που όμως θέλει τους πλανήτες μαζί του, έναν του μέσου όρου και όχι τόσο μεγάλο όσο πλασαρίστηκε. Έρεισμα έχει πια μόνο στην πατρίδα του και από μικρές δουλειές στην Ιταλία προτιμά να απολαμβάνει τα χρήματα του συμβολαίου του από τη Valencia που αναγκάζεται να τον πληρώνει καθ’ όλη τη διάρκεια του τριετούς συμβολαίου του.

Θα χρειαστεί να περάσουν δύο χρόνια για να ξανακαθίσει σε πάγκο, μετά από μια δεκαετία επιστρέφει στην Ιταλία, όπου τον κάλεσε ο Tommaso Ghirardi το Φεβρουάριο του 2007 για να αντικαταστήσει εν μέσω της περιόδου τον Stefano Pioli. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ο Ranieri βρίσκει όλους τους παλιούς φίλους, έχει τον αέρα του «Ευρωπαίου» σε μια Ιταλία που μαστιζόταν από το σκάνδαλο calciopolis και προσπαθούσε να ξαναστήσει το ποδόσφαιρο στα πόδια του. Ο Ranieri ξαναγίνεται αμέσως ο παλιός καλός Claudio, τόσο που τον Ιούνιο του 2007 αφήνει τους parmensi στα κρύα του λουτρού και ανακοινώνει ότι θα συνεχίσει στη Juventus «γιατί είναι αδύνατον να πεις όχι στη Juve». Αντικαθιστά το Didier Deschamps και αποτελεί το πρόσωπο του νέου ξεκινήματος στη Serie A τη σεζόν που η Juve επιστρέφει.

Τερματίζει τρίτος, αποκλείει την Artmedia Bratislava το καλοκαίρι και επιστρέφει με τη Juventus στο Champions League, κερδίζει δύο φορές τη Real, νικά τη Milan, τη Roma, αλλά η ομάδα πηγαίνει ασθμαίνοντας. Γίνεται ο προπονητής της ισοπαλίας, μετά από ένα αρνητικό σερί επτά αγώνων χωρίς νίκη (έξι ισοπαλίες και μία ήττα) η διοίκηση των bianconeri μετά από τρομερές πιέσεις του κόσμου αποφασίζει να τον απομακρύνει από τον πάγκο για να μην χαθεί και η δεύτερη θέση. Είναι η πρώτη φορά που αποχωρεί με πικρό χαμόγελο. Το όνομά του όμως μετράει ακόμη, ειδικά στη Ρώμη που αναζητούν μονίμως «ρεβάνς» από τη Juventus, είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτος και όταν ο Luciano Spalletti ξεκινά με δύο ήττες, ο Claudio είναι το πρώτο φαβορί.

Τερμάτισε δεύτερος με 80 βαθμούς (τους περισσότερους στην ιστορία της Roma) αλλά έχασε ένα πρωτάθλημα που δεν χανόταν.

Πράγματι αναλαμβάνει τη Roma, με σαφή εντολή να κατακτήσει τίτλο και να «αποσπαλετοποιήσει» την ομάδα. Την πορεία του στη Roma την παρακολούθησα πιο κοντά από κάθε προηγούμενη. Το Ranieri στην αρχή τον αγαπούσε και το γήπεδο λόγω του θυμικού, πολύ γρήγορα όμως το κοινό άρχισε να αναπολεί το Spalletti.

Έμεινε σχεδόν μια διετία, αποθεώθηκε από τον Τύπο όταν έθεσε εκτός ομάδας τα δύο τοτέμ Totti και De Rossi, τα αποτελέσματα όμως της ομάδας ήταν -όπως πάντα- μια κρύο μια ζέστη. Νίκη στο τοπικό ντέρμπι με τη Lazio, αποκλεισμός στο UEFA από τον Παναθηναϊκό με δύο ήττες και έξι γκολ παθητικό.

Έφτασε κοντά παντού αλλά δεν κατέκτησε τίποτα. Όπως πάντα η παρουσία του έχει διττή ανάγνωση. Τερμάτισε δεύτερος με 80 βαθμούς (τους περισσότερους στην ιστορία της Roma) αλλά έχασε ένα πρωτάθλημα που δεν χανόταν.

Απολύθηκε όπως προαναφέρθηκε μετά από εκείνο το ντροπιαστικό 4-3 στο Marassi, όταν από 0-3 στο ημίχρονο έχασε με 4-3 από μια πολύ μέτρια ομάδα. Είχε χάσει τα αποδυτήρια, κοιτούσε τη δημόσια εικόνα του, έδινε την εντύπωση πως είναι περισσότερο σχολιαστής παρά προπονητής.

Πήγε για λίγο στην Inter να αντικαταστήσει τον Gasperini το Σεπτέμβριο του 2011, ήταν τόσο κακός που τον αντικατέστησε ο Stramaccioni, σημερινός προπονητής του Παναθηναϊκού μετά από λίγους μήνες. Το άστρο του είχε αρχίσει να δύει, πλέον δεν υπήρχε χώρος ούτε στην Ιταλία για εκείνον, μέχρι που μια συζήτηση του Abramovich με τον έτερο μεγιστάνα και ιδιοκτήτη της Monaco, Dmitrij Rybolovlev, τον έφεραν στο Πριγκηπάτο.

Ξανά από την αρχή, στα 61 του και με την αύρα του κοσμοπολίτη, καλείται να προβιβάσει τη Monaco στην πρώτη κατηγορία με προίκα τα δισεκατομμύρια του Rybolovlev. Του ταίριαζε το Monte Carlo, παντελής απουσία πίεσης, ατμόσφαιρα ελιτίστικη, μια λίγκα «δεύτερης» ταχύτητας στην Ευρώπη.

Παρά τις εκτυφλωτικές μεταγραφές του μεγιστάνα, η Monaco δεν μπορεί να τα βάλει όπως αναμενόταν με την Paris, η σεζόν της δεν είναι κακή, αλλά δεν είναι και καλή τηρουμένων των αναλογιών. Θα απολυθεί έναν χρόνο πριν τη λήξη του συμβολαίου του με τη στάμπα του αδιάφορου και ξεπερασμένου. Κάπου εκεί ξεκινά η συνομωσία των πλανητών...

Το φιάσκο με την Εθνική

 

Ήταν τέλη Ιουλίου του 2014 όταν ο Γιώργος Σαρρής παρουσίαζε τον 63χρονο Claudio Ranieri στο ελληνικό κοινό, έναν προπονητή που παρουσιάστηκε με αύρα Monte Carlo και κλήθηκε να οδηγήσει μια ομάδα που είχε μάθει να πορεύεται με τους νόμους και τους κανόνες του πατερούλη Fernando Santos. Η παρουσία του στην Εθνική, γνωστή και μη εξαιρετέα με αποκορύφωμα την ήττα από τα νησιά Φαρόε στο «Καραϊσκάκης». Στην Ελλάδα αποδομήθηκε πλήρως, κατηγορήθηκε δικαίως και αδίκως για πολλά, κυρίως επειδή έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα σε όλη του την καριέρα: «τηρούσε τις ισορροπίες». Η ζωή όμως παίζει πολύ περίεργα παιχνίδια και αυτό που στην Ελλάδα δεν κόλλησε ποτέ (δηλαδή η απολιτίκ προσέγγισή του και η εναπόθεση στη μοίρα) έγινε το κοράνι στο King Power του Leicester.

Ο Ranieri παρέλαβε μια ομάδα με στόχο να σωθεί, επί μία εβδομάδα στην προπόνηση δεν είχε καν μιλήσει σε ποδοσφαιριστή, δεν είχε δώσει την παραμική εντολή, τους άφηνε απλώς να δείξουν τι ξέρουν. Ο προπονητής της ψυχολογίας πήγε σε μια ομάδα γεμάτη με παίκτες που είναι μια ιστορία ο καθένας μόνος του, που χρήζουν διαχείρισης από επαγγελματίες του είδους. Ο Ranieri ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή. Εάν αυτό δεν είναι συνομωσία πλανητών, τότε ειλικρινά πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ο ορισμός. Σήμερα όλοι μιλούν γι’ αυτόν, όλοι είναι γοητευμένοι από το «παραμύθι» της Leicester που έκανε το απίθανο και κατέκτησε το πρωτάθλημα ξεκινώντας με στόχο να σωθεί.

Ο Ranieri δεν έκανε κάποιο μαγικό στο King Power Stadium, δεν μας εξέπληξε με τακτικούς νεωτερισμούς, με προπονητικές αλχημείες και καινούρια κόλπα. Ήταν αυτός που είναι από τότε που κάθισε στον τσίγκινο πάγκο στο Lamezia Terme, ένας άνθρωπος ήρεμος, πράος, χαμογελαστός, ένας μέτριος που εκμεταλλεύεται τις ελλείψεις και τα προτερήματα των γύρω του. Είναι κι αυτό ένα τρομερό ταλέντο, μια αδιανόητη ικανότητα να χρησιμοποιείς μια ζεν προσέγγιση για να αντιμετωπίσεις το οτιδήποτε, αρκεί να επιτύχεις το σκοπό σου. Είναι χαρακτηριστικό ότι σηκώθηκε κι έφυγε και είπε στους δημοσιογράφους ότι θα είναι στον αέρα όταν θα κριθεί το πρωτάθλημα στο παιχνίδι της Chelsea με την Tottenham. Και ασφαλώς το είπε χαμογελαστός.

Στα 65 του χρόνια είναι ο προπονητής που κέρδισε την Premier League με το Vardy και τον Drinkwater μια μέρα μετά τη Workers Day στο νησί. Μια ομάδα από εργάτες που κέρδισε το τρόπαιο που απευθύνεται (πλέον) στην ελίτ.

Είναι ένα μάθημα και για τον ίδιο που από ένα σημείο κι έπειτα στην καριέρα του θεωρούσε εαυτόν μέλος της ελίτ και συμπεριφερόταν ανάλογα. Το μπλε του ουρανού βαμμένο στο μπλε της Leicester, nel blu dipinto di blu ή Ranieri oh oh (με βαριά αγγλική προφορά, σχεδόν γοητευτική) όπως τραγουδούν οι φίλοι της Leicester από την ώρα που η Chelsea ισοφάρισε τους πετεινούς στο Stamford Bridge.

Ο Πόντιος Πιλάτος του ποδοσφαίρου έγινε βασιλιάς της Αγγλίας, τ’ όνομά του ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο κι όλα αυτά χωρίς να κάνει τίποτα. Ή μάλλον έκανε. Πίστεψε στη δύναμη του καθενός και στην ανάγκη για προσωπικές αποδείξεις. Για τα υπόλοιπα φρόντισαν οι πλανήτες.