Γιάννης Βαρδινογιάννης: Υπαρκτός Τζιγκερισμός

Ανήμερα των γενεθλίων του Γιάννη Βαρδινογιάννη ο Zastro ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του. Από το διαμέρισμα στην Κυψέλη, το χτίσιμο της αυτοκρατορίας της οικογένειας, μέχρι το ράλλυ, τα βράδια στον Λευτέρη Πανταζή, τη μέρα που κινδύνευσε η ζωή του, την ενασχόλησή του με τον Παναθηναϊκό και το πικρό τέλος.

«Βασιλεύοντος του νέου και παραλαβόντος την βασιλείαν παρά του πατρός». Είναι το ξεκίνημα της ελληνικής εγχάρακτης επιγραφής στη στήλη της Ροζέτας, μιας ανεκτίμητης αξίας πέτρινης πλάκας από γρανοδιορίτη του 2ου αιώνα προ Χριστού, που τυχαία βρήκε ανατολικά της Αλεξάνδρειας ο Γάλλος Αξιωματικός Pierre-Francois Bouchard το 1799. Η πλάκα σήμερα φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Bloomsbury, προέρχεται από το Ναό του Πτολεμαίου του Επιφανούς, του πέμπτου Φαραώ της ελληνιστικής περιόδου και είναι δίγλωσση, αλλά με τρία συστήματα γραφής: ελληνικά, αιγυπτιακά και ιερογλυφικά.

Τα ελληνικά μεταφράστηκαν αμέσως, τα δημώδη αιγυπτιακά χρειάστηκαν ειδικούς γλωσσολόγους, τα ιερογλυφικά όμως, μέχρι να τα αποκρυπτογραφήσει εν μέρει στη στήλη της Ροζέτας πρώτα ο Thomas Young και κατόπιν ο Jean-Francois Champollion, ήταν από τα μεγαλύτερα rebus για δεκάδες χρόνια. Ένα ανάλογο rebus που ακόμη δεν έχει πλήρως αποκρυπτογραφηθεί, είναι ο εορτάζων σήμερα τα 54α γενέθλιά του, Γιάννης Β. Βαρδινογιάννης. Η αντίστοιχη ελληνική επιγραφή στο νήμα της ζωής του είναι ο επιχειρηματικός του βίος, η αιγυπτιακή είναι το κεφάλαιο Παναθηναϊκός και απομένουν τα ιερογλυφικά που αντιστοιχούν στον ίδιο το Γιάννη Βαρδινογιάννη, στο χαρακτήρα του, την κοσμοθεωρία του, την (ανύπαρκτη) κοσμικότητά του, την ψυχοσύνθεση και το modus vivendi του.

Από την Πατησίων, στην εξορία

Ήταν Μάιος του 1961, όταν η Μαριάννα Μπουρνάκη και ο Αξιωματικός του Βασιλικού (μετέπειτα Πολεμικού) Ναυτικού Βαρδής Βαρδινογιάννης, ήλθαν εις γάμου κοινωνίαν με κουμπάρο το Χρήστο Λαμπράκη. Έναν χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1962, γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος τους που πήρε το όνομα του Σφακιανού παππού του και πατέρα του Βαρδή: τον βάπτισαν Γιάννη. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, η δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα απείχε έτη φωτός μακριά από την ευρωπαϊκή απελευθέρωση και τα λογής κινήματα παγκοσμίως και η οικογένεια Βαρδινογιάννη δεν είχε εισαχθεί ακόμη στην επιχειρηματική ελίτ της χώρας. Ο Βαρδής συντηρούσε την οικογένεια με το μισθό του Σημαιοφόρου στο Βασιλικό Ναυτικό, η Μαριάννα συνεισέφερε με το μισθό της από την αμερικανική Πρεσβεία, ζούσαν σε ένα διαμέρισμα στην οδό Πιπίνου στην Κυψέλη, κοντά στην Πατησίων.

Αυτό το διαμέρισμα, προίκα της Μαριάννας μαζί με εκείνο επί της Φωκίωνος Νέγρη, προσημειώθηκε για να ξεκινήσει ο Βαρδής με το μεγαλύτερο αδελφό του το Νίκο, την πρώτη τους επιχειρηματική απόπειρα, έναν σταθμό ανεφοδιασμού ναυτιλιακών καυσίμων στα νότια παράλια του νομού Ηρακλείου, στους Καλούς Λιμένες, με φάτσα το λιβυκό πέλαγος. Από εκεί ξεκίνησε η αυτοκρατορία της οικογένειας, από τη ΣΕΚΑ της μίας «μάνας» (μεγάλο δεξαμενόπλοιο) που ανεφοδίαζε και τροφοδοτούσε με καύσιμα τα πλοία στο θαλάσσιο διάδρομο του καναλιού του Σουέζ. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, η ευλογημένη γεωγραφική θέση του φυσικού λιμανιού απέβη τεράστιο πλεονέκτημα και το 1966 ήλθαν και οι πρώτες δεξαμενές επί της νησίδας Άγιος Παύλος, η κοινοπραξία των αδελφών με την Mobil Corporation και τον Αριστοτέλη Ωνάση.

 

Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο έτερος αδελφός Γιώργης, ως κυβερνήτης του πληρώματος (από τότε πήρε το παρατσούκλι «Καπετάνιος») έσπαζε το εμπάργκο καυσίμων του ΟΗΕ στην τότε Ροδεσία και νυν Ζιμπάμπουε, εφοδιάζοντας την Κυβέρνηση των λευκών του Ian Smith, τα αδέλφια είχαν ήδη δύο τάνκερ και ο Νίκος είχε ήδη ιδρύσει τη ναυτιλιακή και ξενοδοχειακή εταιρεία ΒΑΡΝΙΜΑ, ιδιοκτήτρια εταιρεία του ξενοδοχείου Meridien (Plaza) στην Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Οι Βαρδινογιάννηδες είχαν θέσει τις πρώτες βάσεις για την αυτοκρατορία τους. Πολύ σύντομα όμως, ήλθαν τα γεγονότα της 21ης Απριλίου, ο Βαρδής τον Ιούλιο του 1967 εξορίστηκε από το καθεστώς στην Αμοργό, ως εκ των πρωτεργατών στο στεφθέν με αποτυχία «Αντικινήμα του Βασιλιά», αφήνοντας πίσω τη σύζυγό του με τρία παιδιά, το Γιάννη, τη Χριστιάννα και τον μόλις σαράντα ημερών Γιώργο. Πέντε μήνες αργότερα, η Μαριάννα πήγε μόνη να βρει τον άνδρα της στην Αμοργό, ο εξάχρονος Γιάννης για ένα διάστημα οκτώ μηνών έζησε μαζί με τα αδέλφια του, στη γιαγιά του την Ευαγγελία, τη μητέρα της μητέρας του.

Όταν ο Βαρδής αφέθηκε ελεύθερος, ευρισκόμενος εκτός Ναυτικού, αφοσιώθηκε στις ήδη απογειωμένες επιχειρήσεις. Ο Νίκος πραγματικά έθεσε τις βάσεις μιας αυτοκρατορίας εκ του μηδενός, σε μια δεκαετία είχε προλάβει με τη βοήθεια των αδελφών του να στήσει όλο αυτό το οικοδόμημα που σήμερα αποκαλούμε «Όμιλος Επιχειρήσεων Βαρδινογιάννη». Έχοντας εγκαινιάσει το 1970 το δυϊλιστήριο της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους, Νίκος και Βαρδής στέκονταν αρωγοί στη μυστική αντιστασιακή δράση πρώην συναδέλφων τους Αξιωματικών, εξασφαλίζοντας τον ανεφοδιασμό καυσίμων στα πλοία του «Κινήματος του Ναυτικού» όπως θα ονομαστεί αργότερα, με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος.

 

Εκείνη την εποχή είναι που φυτεύεται και ο σπόρος του Παναθηναϊκού στην οικογένεια, εποχή που ο Βαρδής έπαιρνε από το χέρι το μικρό Γιάννη και ανηφόριζαν στη γειτονική Λεωφόρο Αλεξάνδρας για να δουν την ομάδα του Πούσκας που ο οκτάχρονος πιτσιρικάς θαύμαζε με τα μάτια γουρλωμένα. Ήταν αδύνατον να μην ερωτευτείς εκείνον τον Παναθηναϊκό, εκείνη η ομάδα εκτός από το εκπληκτικό της παιχνίδι, ανάγκασε τους πάντες να την παραδεχτούν και να την αγκαλιάσουν, έφτασε μέχρι το μεγαλύτερο παράσημο της ιστορίας της, τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Wembley, επίτευγμα που έκτοτε παραμένει απλησίαστο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα «βαριά χαρτιά» των επιχειρηματιών που ασχολήθηκαν με τον Παναθηναϊκό, τότε εκκολάφθηκαν: ο νεαρός Νικόλας Πατέρας ταξίδεψε μέχρι το Λονδίνο για τον τελικό με τον Ajax, ο Παύλος Γιαννακόπουλος ενεπλάκη πρώτη φορά με τα διοικητικά του Ερασιτέχνη μέσω του «Παναθηναϊκού Συναγερμού», ο Καπετάνιος εμφανίστηκε στη Λεωφόρο απονέμοντας ένα Κύπελλο στο Φυλακούρη μετά από ένα φιλικό με την Κόρινθο...

Όλα έδειχναν να πηγαίνουν κατ’ ευχήν για την οικογένεια Βαρδινογιάννη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η μοίρα χτύπησε τον «πατριάρχη» και πρωτομάστορα της αυτοκρατορίας, Νίκο. Στις 2 Ιουλίου του 1973, ο μεγαλύτερος αδελφός πεθαίνει αιφνιδίως, η οικογένεια βυθίζεται στη θλίψη, ο Γιάννης μόλις έχει τελειώσει το δημοτικό και προετοιμάζεται για το Γυμνάσιο του Κολλεγίου Αθηνών. Ο θάνατος του Νίκου έχει μεν τη συνέπεια της ενθρόνισης του Βαρδή στην κορυφή του Ομίλου, ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα βάναυσο πλήγμα που χαλύβδωσε την εσωτερικότητα της οικογένειας και διαμόρφωσε το χαρακτήρα πολλών εκ των Βαρδινογιάννηδων της δεύτερης γενιάς. Ο Γιάννης είχε ούτως ή άλλως γαλουχηθεί με τις αρχές και τη σοβαρότητα του Βαρδή και της Μαριάννας, από τη στιγμή που ο πατέρας του έχασε τον μεγαλύτερο αδελφό του και τέθηκε επικεφαλής του Ομίλου, άλλαξαν πολλά πράγματα στη ζωή του, απέκτησε αυτή την αύρα της αδιόρατης μελαγχολίας και βλοσυρότητας που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα.

Οι ιστορίες και οι αστικοί μύθοι που κυκλοφορούσαν τότε στην Αθήνα ατέλειωτοι: ο Jigger ανέβαινε τη Συγγρού με 300 μέσα στη Ferrari του, εκείνος που φιλοξενούσε τα top models στο σκάφος του, ο ίδιος που «έφτιαξε» την καριέρα του Λευτέρη Πανταζή «σπάζοντας πλάκα» με τους φίλους του τον καιρό της «Ταραχής».

Ως μαθητής ήταν συνεπής και σοβαρός, οι στενές φιλίες του ήταν λίγες, σε ακαδημαϊκό επίπεδο το μέλλον του ήταν λίγο πολύ προδιαγεγραμμένο, αφού ως πρωτότοκος υιός του επικεφαλής πλέον του Ομίλου, η αποστολή του ήταν να τον διαδεχθεί. Από τα μαθητικά του χρόνια η σχέση με τον αθλητισμό ήταν στενή, έπαιζε ποδόσφαιρο, μπάσκετ, αργότερα ενέταξε και το σκουώς, αλλά και πιο «επικίνδυνες» δραστηριότητες στο ρεπερτόριο. Η αδρεναλίνη και η ενέργεια διοχετεύονταν σε όλο και πιο ακραίες, αλλά πάντοτε σε αθλητικά πλαίσια ασχολίες. Αναζητούσε το thrill στο επόμενο στάδιο, στο επόμενο άθλημα, την επόμενη έντονη συγκίνηση. Ήταν δεδομένο πως το συγκρατημένο και το αυστηρό του χαρακτήρα του, έπρεπε να βρει διεξόδους εκτόνωσης, ο αθλητισμός - έστω και ο extreme - ήταν και είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση που δεν διεκόπη ούτε όταν αποφοίτησε και πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να σπουδάσει.

Η είσοδός του στο Πανεπιστήμιο συνέπεσε με την επισημοποίηση της σχέσης του Ομίλου Βαρδινογιάννη με τα διοικητικά δρώμενα του Παναθηναϊκού. Η Σύσταση της Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου της Α' Εθνικής Κατηγορίας με το Ν. 879/1979 έφερε το Γιώργο Βαρδινογιάννη στον Προεδρικό θώκο και τον Όμιλο (δηλαδή το Βαρδή) στο τιμόνι της νεοσύστατης Ανώνυμης Ποδοσφαιρικής Εταιρείας. Η απόκτηση του 54% των μετοχών δεν ήταν απλή, τελεσφόρησε μετά από αρκετές παλινωδίες, επικοινωνιακές και μη αντιξοότητες και τη γνωστή άτυπη κόντρα με την οικογένεια Γιαννακόπουλου που με επικεφαλής τον Παύλο διεκδίκησε επί ίσοις όροις τον έλεγχο της υπό σύσταση ΠΑΕ. Εν τέλει «μίλησε» το ζεστό χρήμα με τις ανοικτές επιταγές του Καπετάνιου και εκείνον τον Ιούλιο του 1979, ξεκίνησε στον Παναθηναϊκό η εποχή Βαρδινογιάννη.

Οι σπουδές στη Νέα Υόρκη

Την ημέρα που ο πατέρας του Βαρδής συμμετείχε στον αγιασμό του Παναθηναϊκού της νέας περιόδου, ο Γιάννης μετακόμιζε στο Poughkeepsie, στο Hudson Valley της Πολιτείας της Νέας Υόρκης και στο φημισμένο Vassar College. Το Vassar είναι ένα από exclusive ιδιωτικά Κολλέγια των ΗΠΑ, ιδρύθηκε το 1861 και έχει άμεση σχέση με το πιο διαφημισμένο Yale University. Τον καιρό που ο Γιάννης Βαρδινογιάννης επελέγη στο πρόγραμμα προκειμένου να σπουδάσει – τι άλλο; – οικονομικά, το Πανεπιστήμιο όπου μεταξύ άλλων φοίτησε η Jackie  Kennedy-Ωνάση, δεχόταν μόλις δύο χιλιάδες φοιτητές. Από το 1980 και μέχρι την ολοκλήρωση και το Master στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ο Γιάννης Βαρδινογιάννης υπηρέτησε στο ακέραιο το moto του Πανεπιστημίου “Purity and Wisdom”, συμμετείχε σε αθλητικές δραστηριότητες, απέκτησε τα απαραίτητα εχέγγυα και την ακαδημαϊκή κατάρτιση για να εισαχθεί σταδιακά στις οικογενειακές επιχειρήσεις.

Επέστρεψε στην Αθήνα όταν ο Παναθηναϊκός του θείου του κατακτούσε το πρώτο Πρωτάθλημα της εποχής Βαρδινογιάννη, το πρώτο «επαγγελματικό» που εδραίωσε τη στοχευμένη πολιτική της οικογένειας για το σύλλογο. Λειτουργούσε ήδη το (τότε) καλύτερο προπονητικό κέντρο της Ελλάδας (και ένα από τα καλύτερα στην Ευρώπη) στην Παιανία, ο Παναθηναϊκός αποκτούσε συλλήβδην «ευρωπαϊκή» νοοτροπία και πρωτίστως ετοιμαζόταν για δύο μεταγραφικές κινήσεις που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας του: την απόκτηση του Βέλιμιρ Ζάετς και εκείνη του Δημήτρη Σαραβάκου, δύο ποδοσφαιριστών που συνετέλεσαν τα μέγιστα ώστε να επακολουθήσει η μεγαλειώδης πορεία στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και οι τίτλοι των επόμενων περιόδων. Η ΠΑΕ, αλλά και η ίδια η ομάδα, έφερε πλέον τη σφραγίδα της οικογένειας, είχε επιστρέψει στο καλό ποδόσφαιρο και όπως τόνιζε και το σύνθημα στο φωτεινό πίνακα του ΟΑΚΑ τότε, ο Παναθηναϊκός επένδυε στο μέλλον.

Ο Γιάννης όλα τα παραπάνω τα παρακολουθούσε από απόσταση, άλλωστε στην ηλικία των 22-23 ετών είχε άλλες προτεραιότητες στη σκέψη και στα σχέδιά του. Η αλήθεια είναι ότι και ο πατέρας του ο Βαρδής, δεν συμμετείχε πια στα κοινά του Παναθηναϊκού με την ίδια ζέση της πρώτης διετίας, ήταν ευδιάκριτο ότι η υπόθεση Παναθηναϊκός άνηκε στο Γιώργο, ο ρόλος του Βαρδή ήταν περισσότερο συμβουλευτικός και αφορούσε το οικονομικό σκέλος στη διοίκηση της ΠΑΕ. Περίπου στο ίδιο μήκος κύματος κινούνταν και ο Γιάννης, εν αρχή τον απασχολούσε η ένταξή του στις οικογενειακές επιχειρήσεις, πολύ γρήγορα στράφηκε στο μηχανοκίνητο αθλητισμό που συνάρπασε εκείνη την εποχή σύσσωμη την επιχειρηματική και όχι μόνο ελίτ της χώρας. Εκείνα τα χρόνια, το ράλλυ Ακρόπολις ήταν το απόλυτο, ο Γιάννης πήρε μια πρώτη γεύση μέσα στην 911 Carrera του Γιώργου Ραπτόπουλου ως συνοδηγός και μέσα σε έναν χρόνο αποφάσισε να γίνει οδηγός.

Η ενασχόλησή του με τον κόσμο του αυτοκινήτου, καθότι λάτρης της πειθαρχίας και της ταχύτητας, υπήρξε από τα μεγαλύτερα και πιο επιτυχημένα πάθη της ζωής του. Παρέα με το διόσκουρο συνοδηγό του, Κώστα Στεφανή, συμμετείχε αδιαλείπτως στα πανελλήνια πρωταθλήματα και στο ίδιο το Ακρόπολις, ξοδεύοντας πολύ σημαντικά ποσά και για το «στήσιμο» και για τη συντήρηση των αυτοκινήτων. Πρωτοξεκίνησε με το «τέρας» Audi Quattro A2, κατόπιν γοητεύτηκε από τις θρυλικές Lancia Delta HF, Delta Integrale, οδήγησε και το GT4, το Toyota που λάτρευε και ο παγκόσμιος Ισπανός πρωταθλητής, Carlos Sainz. Κατέκτησε 6 συνεχόμενα πρωταθλήματα, έλαβε την υψηλότερη θέση Έλληνα οδηγού στο Ακρόπολις (την 6η), δημιούργησε έναν θρύλο γύρω απ’ το όνομά του, με τις ιστορίες στην Αθήνα να ποικίλλουν σχετικά με τις νυχτερινές εξορμήσεις του στο στενό δρόμο της Πάρνηθας.

Από το 1985 μέχρι το 1993 τουλάχιστον που μέσα σε μια νύχτα αποφάσισε να κόψει «μαχαίρι» το σπορ, οι ιστορίες με τον Jigger να «μπαίνει με πόρτες» στην Πάρνηθα μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον όλης της Αθήνας. Ναι, τότε πρωτοσυστήθηκε ως Jigger, που στην αγγλική slang σήμαινε «μεζούρα για αλκοόλ». Αργότερα ειπώθηκε ότι επέλεξε το συγκεκριμένο nickname επειδή έτσι φώναζαν τον αγαπημένο του σκύλο, οι απόψεις σχετικά με την πατρότητα και την ετυμολογία του προσωνυμίου εξακολουθούν να αποτελούν αιτία διαφωνίας στις δημοσιογραφικές πιάτσες. Γεγονός είναι ότι ως Jigger έγινε ευρέως γνωστός, ως Jigger απέκτησε τη μεγάλη φήμη του ριψοκίνδυνου εργένη που συνδύαζε τα πάντα: αγωγή, εμφάνιση, χρήματα, δύναμη, μυστήριο, κίνδυνο, πειθαρχία. Ένα ατέλειωτο mix ετερογενών χαρακτηριστικών που δεν επέτρεψαν ποτέ στους εξωτερικούς παρατηρητές να αποκρυπτογραφήσουν το χαρακτήρα του.

Οι ιστορίες και οι αστικοί μύθοι που κυκλοφορούσαν τότε στην Αθήνα ατέλειωτοι: ο Jigger το ένα, ο Jigger το άλλο, ο Jigger ανέβαινε τη Συγγρού με 300 μέσα στη Ferrari του, εκείνος που φιλοξενούσε τα top models στο σκάφος του, ο ίδιος που «έφτιαξε» την καριέρα του Λευτέρη Πανταζή «σπάζοντας πλάκα» με τους φίλους του τον καιρό της «Ταραχής». Ουδέποτε διέψευσε τα urban legends, άλλωστε θα ήταν και μια ατέρμονη και άνευ ουσίας κουβέντα, ο Γιάννης Βαρδινογιάννης επέλεγε να παραμένει αυστηρά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ακόμα πιο μακριά από την ευτελή κοσμική ζωή και τις επίδοξες υποψήφιες νύφες που τον περιτριγύριζαν σαν λύκαινες γύρω από το θήραμα. Δεν ενέδωσε ποτέ, ίσως γι’ αυτό χαρακτηρίζεται απόμακρος και «δήθεν».

Είναι λίγο κωμικό, αλλά ο άνθρωπος που κατ’ εξοχήν σιχαίνεται οτιδήποτε δήθεν, χαρακτηρίστηκε έτσι από έναν κοινωνικό περίγυρο που ήταν η επιτομή του δήθεν. Την εποχή που η Ελλάδα ζούσε σε ρυθμούς ΠΑΣΟΚ, την εποχή που τα ΜΟΠ είχαν προσδώσει το χαρακτήρα του «νεόπλουτου» σε μια κοινωνία χωρίς ηθικούς φραγμούς και αξίες, ο Γιάννης Βαρδινογιάννης ήταν έξω απ’ όλα αυτά, παρόλο που θα μπορούσε στην ηλικία των 28 ετών να αποτελεί «φάρο». Ελάχιστοι μπήκαν στη διαδικασία να αναλύσουν την ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου που είδε να εκτοξεύονται ρουκέτες στο αυτοκίνητο του πατέρα του, ακόμη λιγότεροι γνώριζαν από πρώτο χέρι πως είναι να αποτελείς στόχο της «17 Νοέμβρη» της τρομοκρατικής οργάνωσης που πριν τη δολοφονική επίθεση στο Βαρδή στις 20 Νοεμβρίου του 1990 στη Νέα Ερυθραία, είχε στο ενεργητικό της ήδη 15 δολοφονίες με την τελευταία (εκείνη του Παύλου Μπακογιάννη εν ενεργεία Βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας στο Κολωνάκι) να σείει συθέμελα τη δημοκρατία και την έννομη τάξη στη χώρα.

Σε αυτό το πολύ δύσκολο περιβάλλον εντάχθηκε στο επιχειρηματικό γίγνεσθαι ο Γιάννης Βαρδινογιάννης, που προϊόντος του χρόνου αποδείκνυε ολοένα και περισσότερο πόσο άτεγκτος είναι στις απόψεις του και πόσο φρόντιζε να διατηρεί τη δημόσια εικόνα του μακριά από κακοπροαίρετα και κακόπιστα σχόλια. Άνθρωποι που έχουν τυπικές σχέσεις μαζί του, ισχυρίζονται ότι και ο ίδιος έτσι λειτουργεί στις σχέσεις του, καταδιώκεται από ένα σύνδρομο μη εμπιστοσύνης και μια εντύπωση πως όλοι θέλουν κάτι απ’ αυτόν, όλοι βλέπουν μόνο το Βαρδινογιάννη και το τι θα αποκομίσουν από τη συναλλαγή μαζί του. Ο ίδιος ωστόσο είναι απλώς νουνεχής και απόμακρος, άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο δεδομένου του γεγονότος πως προέρχεται από μια οικογένεια στις top 50 πανευρωπαϊκά. Δεν είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να μην είναι επιφυλακτικός, είναι παράταιρο να απαιτεί κανείς έναν χαλαρό και προσιτό τύπο, έναν επιχειρηματία τέτοιου βεληνεκούς να άγεται και να φέρεται από το entourage του.

Πραγματικό entourage ο Γιάννης Βαρδινογιάννης δεν είχε ποτέ, ακόμη και τις εποχές “Jigger” οι φίλοι του ήταν οι ίδιοι, οι μετρημένοι στα δάχτυλα παλιοί του συμμαθητές και συνοδοιπόροι, ποτέ οι όψιμοι υπερ-κοινωνικοί γόνοι ή οι επιδειξιομανείς. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο όταν αποφάσισε να αφήσει το club των εργένηδων (ο πιο περιζήτητος εργένης της Ελλάδας επί σειρά ετών) η επιλογή του ήταν η παντελώς ξένη με την ελληνική πραγματικότητα Melissa Elizabeth Gromel, η αριστοκρατικής καταγωγής Σουηδέζα σύζυγός του. Παντρεύτηκαν σε μια πολύ classy τελετή το 1996, απέκτησαν στην πορεία τρεις γιους, αποτελούν μέχρι και σήμερα ένα ιδανικό παράδειγμα. Η δική μας πια Μελίσσα Βαρδινογιάννη, μοιάζει να διαθέτει την ίδια αύρα με το σύζυγό της, αποπνέει αυτό που ένας φίλος πολύ εύστοχα αποκαλεί «παλιά λεφτά», θέλοντας να υπερτονίσει την παντελή απουσία έστω και ψήγματος νεοπλουτισμού στο φέρεσθαι και το συμπεριφέρεσθαι.

Η μέρα που κινδύνευσε η ζωή του

Ο γάμος ωστόσο δεν τον άλλαξε, στα 34 του χρόνια απλώς ξεκίνησε τη δημιουργία της δικής του οικογένειας, απλώς είχε αφήσει πίσω του τον οδηγό και πρωταθλητή Jigger και περνούσε στη φάση της απόλυτης ωριμότητας. Ουδέποτε βέβαια έπαψε να είναι εραστής του κινδύνου και της υψηλής έκκρισης αδρεναλίνης. Δεν είχαν περάσει 15 μήνες από το γάμο του, όταν ανοιχτά της Σαντορίνης, προς την πλευρά της Ανάφης, βούτηξε στο βαθύ μπλε του Αιγαίου. Η κατάδυση ήταν «επαγγελματική» από εκείνες πάνω από τα 15 μέτρα, αλλά στην ανάδυση ήρθε το choke και κινδύνεψε η ζωή του. Ανέβηκε στην επιφάνεια ταχύτερα από τον επιτρεπτό χρόνο, τα υγρά και οι ιστοί του σώματος του γέμισαν φυσαλίδες αζώτου, κινδύνεψε σοβαρά η ζωή του. Πιο σοβαρά κι από εκείνα τα ατυχήματα με το Quattro λόγω υπερβολικής ταχύτητας κι από το ντελαπάρισμα της Integrale στο χώμα της Ριτσώνας.

Ο Γιάννης ήταν ο εν τοις πράγμασιν διάδοχος του "Καπετάνιου" στον Παναθηναϊκό, αλλά διέθετε πολλούς ηθικούς φραγμούς για να ανακατευτεί με έναν χώρο που δεν συμπάθησε και δεν ένιωσε δικό του ποτέ.

Χρειάστηκε να διακομιστεί άμεσα με ελικόπτερο στο ΝΝΑ (Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών), να υποβληθεί σε πλέον των επτά ωρών αποσυμπίεση του οργανισμού του από το συσσωρευμένο άζωτο και να διενεργηθούν ειδικές εξετάσεις για να αποφευχθεί το shock της αιμοσυμπύκνωσης μετά την αποσυμπίεση του οργανισμού του. Ήταν η τελευταία φορά που ο Γιάννης Βαρδινογιάννης επιχείρησε κάτι τόσο extreme στη ζωή του, τα οικογενειακά παραδείγματα (μετά τον αιφνίδιο χαμό του Νίκου και την απόπειρα δολοφονίας του πατέρα του, προστέθηκε και ο αναπάντεχος θάνατος του Θόδωρου) ήταν απτά και επέτασσαν μια πιο συντηρητική προσέγγιση στο ζην, με μικρότερες ποσότητες εκτόνωσης του stress σε ακραίες δραστηριότητες. Ήταν πια 35άρης, υποδεχόταν τον πρώτο του γιο το Βαρδή, εξαρτούνταν από εκείνον κι άλλες ζωές, το στοίχημα δεν ήταν πια world Vs Jigger.

Από το χαμό του Θόδωρου δεν επηρεάστηκε μόνον ο ίδιος. Σύσσωμη η οικογένεια υπαναχώρησε τουλάχιστον όσον αφορά την επιθετική πολιτική της στο ποδόσφαιρο και τον Παναθηναϊκό, ο Γιώργος έμοιαζε έτοιμος να γυρίσει σελίδα, να παραδώσει τα σκήπτρα και να προετοιμάσει τη διάδοχη λύση στον Παναθηναϊκό. Στην εικοσαετία του η ομάδα είχε αποκτήσει ευρωπαϊκό προφίλ, είχε ξαναγγίξει δύο φορές τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ανέκαθεν όνειρο της οικογένειας και υπόσχεση όταν ανέλαβε τον Παναθηναϊκό, είχε κατακτήσει πρωταθλήματα, κύπελλα, διακρίσεις. Ο Γιάννης ήταν ο εν τοις πράγμασιν διάδοχος, αλλά διέθετε πολλούς ηθικούς φραγμούς για να ανακατευτεί με έναν χώρο που δεν συμπάθησε και δεν ένιωσε δικό του ποτέ.

Η μορφή και το status του ελληνικού ποδοσφαίρου ήταν και είναι πολύ μακριά από την ιδιοσυγκρασία του Γιάννη Βαρδινογιάννη, πολύ μακριά από τη δική του θεωρία περί ποδοσφαίρου και διοίκησης μιας αθλητικής εταιρείας. Η δική του προσέγγιση άπτεται περισσότερο της διακυβέρνησης των πρώτων ετών της ενασχόλησης της οικογένειας Agnelli στη γειτονική Ιταλία και τη Juventus, προκρίνει την πολιτική και το management συλλόγων όπως ο Ajax στην Ολλανδία, με το βάρος στην παραγωγή και τη διαρκή ανανέωση των ποδοσφαιριστών. Γι’ αυτό δεν ανέλαβε εξ αρχής τον Παναθηναϊκό μετά την αποχώρηση του Γιώργου και εξ αυτού του λόγου ο Παναθηναϊκός αμφιταλαντέυτηκε επί σειρά ετών μεταξύ σφύρας και άκμονος στα πρώτα χρόνια της ηγεμονίας Κόκκαλη στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Παρά την παρακαταθήκη του Καπετάνιου με την αρχικά απαξιωθείσα και κατόπιν αποθεώσασα «ομάδα του Κυράστα», ο Παναθηναϊκός υποχρεώθηκε στο ρόλο του δευτεραγωνιστή στο εγχώριο πρωτάθλημα, πληγώνοντας τον εγωισμό των φίλων του και απογοητεύοντας ακόμη και τους υποστηρικτές της οικογένειας Βαρδινογιάννη. Διότι ανέκαθεν ένα μέρος του κόσμου του Παναθηναϊκού, ειδικότερα το οργανωμένο κομμάτι, καθύβριζε την οικογένεια Βαρδινογιάννη και απαιτούσε αλλαγή ιδιοκτησίας, ακόμη και στα χρόνια παντοδυναμίας του Γιώργου.

Αυτή όμως είναι μια πτυχή της ιστορίας που θα βιώσει αργότερα πολύ πιο έντονα ο ίδιος ο Γιάννης Βαρδινογιάννης, όταν θα επιλεγεί ως μπροστάρης της αντεπίθεσης με μια πολιτική πολύ πιο επιθετική από τα χρόνια των ισχνών αγελάδων του θείου του.

 

Ανέλαβε και επισήμως τον Παναθηναϊκό το 2002, με τον Ολυμπιακό να μετρά ήδη έξι συνεχόμενες κατακτήσεις τίτλων και να αναγάγει τον έβδομο τίτλο σε ιερό δισκοπότηρο. Παρέμεινε στον Παναθηναϊκό ως τελικός αποφασίζων μέχρι το 2011 που έγινε «ανενεργός πλην όμως αρωγός». Η θεώρησή του για το ποδόσφαιρο ξένισε πολλούς, όχι τόσο επειδή δεν ξόδεψε χρήματα, όσο διότι δεν συμμετείχε ποτέ στο τρελό πανηγύρι της διαφθοράς και διότι δεν υπέκυψε στο νόμο της «παράγκας». Διότι αυτό που γνωρίζουν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ είναι πως το 2004 του προσφέρθηκε η ηγεμονία του ελληνικού ποδοσφαίρου στο πιάτο και εκείνος αρνήθηκε και να συζητήσει με τους αρχιερείς της διαπλοκής και της κατάπτωσης.

Ήταν παντοδύναμος, ο «δικός του» Παναθηναϊκός είχε κατακτήσει το πρώτο του νταμπλ μετά την πολυσυζητημένη χρονιά «της Ριζούπολης», η Εθνική ομάδα είχε καταπλήξει τον πλανήτη με το θαύμα της Πορτογαλίας, ο Παναθηναϊκός προερχόταν και από δύο ευρωπαϊκές σεζόν-όνειρο με πορείες στα προημιτελικά του Champions League το 2002 και του UEFA την αμέσως επόμενη σεζόν.

Προς τιμήν του αρνήθηκε να φορέσει το δαχτυλίδι, κατ’ άλλους διέπραξε έγκλημα που επέτρεψε να συνεχιστεί η καθεστηκυΐα τάξη, γεγονός είναι όμως ότι υπήρξε από τους πρωτεργάτες της μοναδικής μέχρι σήμερα πραγματικής προσπάθειας εξυγίανσης του ποδοσφαίρου και της αναγωγής του σε θελκτικό προϊόν. Πρώτα με τις συναντήσεις στο Πεντελικό με τους ομολόγους του σε Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ (η ΑΕΚ δεν είχε διοίκηση καθότι εξελισσόταν η εμπλοκή της ομάδας Νικολαΐδη στα διοικητικά της δρώμενα) και κατόπιν με την ίδρυση της Σουπερλίγκας και την άτυπη συμφωνία κυρίων με Ντέμη και Πέτρο Κόκκαλη για ένα καθαρό πρωτάθλημα που θα εκτόξευε την εμπορικότητα και τα έσοδά του.

 

Πίστευε τόσο πολύ το εγχείρημα της Σουπερλίγκας που διετέλεσε και Πρόεδρός της το 2007, πριν επιστρέψει ο Σωκράτης Κόκκαλης και ουσιαστικά «αδειάσει» τον ίδιο του το γιο από τη διοίκηση του Ολυμπιακού, με τα γνωστά επακόλουθα. Εκεί είναι και το βασικό σημείο ρήξης του Γιάννη Βαρδινογιάννη με μεγάλο μέρος του κόσμου του Παναθηναϊκού και τότε το γυαλί ράγισε οριστικά μέχρι να σπάσει εντελώς και η οικογένεια να λάβει την ιστορική απόφαση της διεύρυνσης του σχήματος τον Απρίλιο του 2008 σε εκείνη την ιστορική συνέντευξη Τύπου μετά το εξίσου ιστορικό συλλαλητήριο. Πολλοί παρομοίασαν εκείνη τη στιγμή με Ανάσταση του συλλόγου, ακόμη περισσότεροι με χαμόγελο αφού ήταν βέβαιο από τις εξαγγελίες κυρίως του Ανδρέα Βγενόπουλου, ότι θα γίνονταν τεράστιες επενδύσεις στην ομάδα, που επί σειρά ετών έλειψαν από τον κόσμο του Παναθηναϊκού.

Η ιστορία ωστόσο δικαίωσε το Γιάννη Βαρδινογιάννη, παρά το γεγονός ότι στην αποτυχία του εγχειρήματος της πολυμετοχικότητας συνετέλεσαν πάρα πολλοί παράγοντες, με πρώτο και κύριο την παγκόσμια οικονομική κρίση. Μετά από 33 χρόνια, σε μια διαδρομή από το 1979, η οικογένεια Βαρδινογιάννη έβαζε τίτλους τέλους στη σχέση της με τον Παναθηναϊκό, με ανάμεικτα συναισθήματα ως προς την προσφορά της στο σύλλογο. Είναι η μοναδική ίσως ενασχόληση του Γιάννη Βαρδινογιάννη που στέφθηκε κατά κοινή ομολογία με αποτυχία όσον αφορά τον απολογισμό της, αφού στις επιχειρήσεις του Ομίλου η πορεία του υπήρξε θαυμάσια. Από το 2005 Αντιπρόεδρος της ναυαρχίδας του Ομίλου, Motor Oil, από το 2009 και με εκτελεστικά καθήκοντα, σε μια περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη επιχειρηματικά και με πάρα πολλές στενωπούς.

Η πικρία του για τον Παναθηναϊκό

Λόγω χαρακτήρα, δεν θα εξωτερικεύσει ποτέ την πικρία του για τη συμπεριφορά μέρους του κόσμου του Παναθηναϊκού, λόγω ιδιοσυγκρασίας δεν θα παραδεχτεί ποτέ εάν η επιλογή της μετοχικής διεύρυνσης του 2008 και της ιστορικής φωτογραφίας στον εξωτερικό χώρο των γραφείων του συνδετικού κρίκου και μέλλοντος Πρόεδρου της ΠΑΕ Νικόλα Πατέρα, με τον Ανδρέα Βγενόπουλο και τον Παύλο Γιαννακόπουλο, υπήρξε ένας επιτυχής ελιγμός. Ήταν εξ ορισμού αντίθετος με την ασυδοσία της εποχής της πολυμετοχικότητας, πολέμιος της αλόγιστης επιθετικής πολιτικής σε όρια σπατάλης που βύθισε τον Παναθηναϊκό στη δίνη της οικονομικής αστάθειας και της αλλαγής του dna της εποχής των Βαρδινογιάννηδων.

 

Είναι πάρα πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε εάν η ιστορία τον δικαιώσει, ακόμα πιο νωρίς για να σκιαγραφήσει κανείς τη συνολική πορεία του στις παρυφές της κορυφής του Ομίλου μιας εκ των δυνατότερων οικογενειών στην πατρίδα μας. Το βέβαιο είναι, πως με το Γιάννη Βαρδινογιάννη, ο Όμιλος έπαψε να ασχολείται μόνο με πρωτογενείς τομείς παραγωγής και τη ναυτιλία και διευρύνθηκε και στο χώρο της ενέργειας, της επικοινωνίας, των τραπεζικών επενδύσεων, του real estate, της παραγωγής αγαθών, της ψυχαγωγίας, κ.ά.. Ο ίδιος πλέον, προτιμά να περνά τον ελεύθερο χρόνο του με το Βαρδή, τον Ανδρέα και το Νίκο, τους τρεις γιους του, μεταλαμπαδεύοντάς τους τα στοιχεία και την κληρονομιά των δικών του γονέων. Θα χρειαστεί κάποιος καινούριος Young, κάποιος νέος Champollion, για να μας βοηθήσουν στην πλήρη αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών του χαρακτήρα του και να καταλάβουμε ποιος είναι πραγματικά ο Γιάννης Βαρδινογιάννης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:

Η μεγάλη έρευνα για τον Παναθηναϊκό