Κώστας Κατσουράνης: Ο αρχηγός που δίχασε

Το "μικρόβιο" της μπάλας από τον πατέρα του, η απόρριψη από τον Σάντος όταν ο Πορτογάλος είχε αναλάβει τον Παναθηναϊκό, η καταξίωση στην Ελλάδα με την ΑΕΚ, η παγκόσμια καταξίωση με την Μπενφίκα και την Εθνική Ελλάδος, οι κόντρες και οι κλίκες στα αποδυτήρια. Ο Zastro γράφει για τον ποδοσφαιριστή που μας έδωσε για μια 10ετία την ψευδαίσθηση ως χώρα πως ανήκαμε στην παγκόσμια ποδοσφαιρική elite

"Πάρε την απόφαση και πράξε όπως πρέπει ακόμα κι αν αυτό είναι το δύσκολο. Πράξε αυτό που αποφάσισες, χωρίς να αποτυγχάνεις". Αυτό το αξίωμα του Benjamin Franklin ακολούθησε ο Κώστας Κατσουράνης σε όλη του την καριέρα, προτού ανακοινώσει λίγες μέρες πριν την αποχώρησή του από την ενεργό δράση.

Έκλεισε μια καριέρα μοναδική για Έλληνα ποδοσφαιριστή, γεμάτη επιτυχίες, πάθη, αμφισβήτηση, αναγνώριση, ολοκλήρωσε μια ξεχωριστή διαδρομή γεμάτη ένταση, ακρότητες φιλίες και λυκοφιλίες.

Είναι από τις μοναδικές περιπτώσεις ποδοσφαιριστών που δίχασε τόσο πολύ το κοινό, όχι τόσο για την αδιαμφισβήτητη ποδοσφαιρική του αξία, όσο για πτυχές του χαρακτήρα του, τις σχέσεις με προπονητές και δημοσιογράφους, την πολύ ιδιαίτερη σχέση του με το κοινό των ομάδων στις οποίες αγωνίστηκε. Γι’ αυτό και θα περίμενε κανείς, η είδηση ότι «το κόβει» να γεμίσει όλο τον αθλητικό Τύπο και τα sites, αφιερώματα και αγιογραφίες, υπερβολές και διατυπώσεις που θα τον παρουσίαζαν κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι.

Διότι για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ο Κατσουράνης, αυτός ο εκπληκτικός ποδοσφαιριστής με χαρακτηριστικά που δεν είχε και δεν έχει κανείς άλλος Έλληνας χαφ, χαρακτηρίστηκε από την πλειοψηφία του κοινού πότε σαν «το αγαπημένο παιδί της διοίκησης», πάντοτε σαν τον «καλύτερο φίλο των δημοσιογράφων», συχνά σαν «κλικαδόρος», ακόμα συχνότερα σαν το «κουμάντο των αποδυτηρίων». Απ’ όπου κι αν πέρασε, αυτή η κατάρα τον συνόδευε. «Παικταράς, αλλά...». Δεν υπάρχει αλλά. Ο Κατσουράνης ήταν ένας πολύ μεγάλος παίκτης, με τα χρόνια απέκτησε και το θάρρος ή θράσος της γνώμης του, μιλούσε και αποφάσιζε όπως πρέπει για τον ίδιο και την ομάδα και δεν ήταν ούτε θα γινόταν ποτέ ο τυπικός Έλληνας ποδοσφαιριστής. Και αυτό φάνηκε από τις πρώτες στιγμές που κόλλησε τη μπάλα στα πόδια του στην αλάνα στα Ζαρουχλέικα.

Το "μικρόβιο" της μπάλας

Το μικρόβιο το κόλλησε από τον πατέρα του, εκείνος τον πήρε μαζί του στον Παναχαϊκό, την τοπική ομάδα στο Παλιό Σούλι στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και εκείνος τον καθιέρωσε στη Χαλανδρίτσα, όταν έφηβος πια, ήταν φανερό ότι και ήθελε και μπορούσε να γίνει ποδοσφαιριστής, καλύτερος από τον πατέρα του, που είχε αγωνιστεί σε τοπικό επίπεδο στον Εθνικό Πατρών. Από τότε ξεκίνησε η αμφισβήτηση: «ο γιος του μπαμπά», «παίζει γιατί ο πατέρας του είναι προπονητής», «έχει μέσον». Μόλις είχε κλείσει τα 17 όταν τον πήρε ο Τάκης Κυριακόπουλος να δοκιμαστεί στην Παναχαϊκή, πασχίζοντας να πείσει τον Άρη Λουκόπουλο ότι ο μικρός αξίζει και η ομάδα θα βγάλει κάποτε λεφτά απ’ αυτόν. Ο μικρός ήταν ψηλός, δεμένος και κυρίως είχε ένα προσόν σπάνιο για την ηλικία του: έπαιζε με το κεφάλι ψηλά.

Η Παναχαϊκή

Το τελευταίο ήταν και το στοιχείο που έπεισε περισσότερο απ’ όλα τα άλλα τον τότε προπονητή της Παναχαϊκής, Χρήστο Αρχοντίδη, να εισηγηθεί θετικά για την απόκτηση του μικρού και να τον στηρίξει στα δύσκολα, όταν εφηβεία και επαγγελματικό περιβάλλον ήταν έτοιμα να τον λυγίσουν. Ο Αρχοντίδης έφυγε, στον πάγκο κάθισε ο θρύλος της ομάδας Ανδρέας Μιχαλόπουλος και ένα κρύο απόγευμα του Γενάρη του ’97 στα «Νταμάρια» του Βύρωνα, ο μικρός θα χριστεί και με τη βούλα επαγγελματίας. Θα κάνει ακόμα 10 ματς μέχρι το τέλος της σεζόν σκοράροντας μάλιστα και δύο φορές, αλλά δεν θα καθιερωθεί. Την επόμενη σεζόν θα εμφανιστεί μόλις 4 φορές στο φύλλο αγώνα και στην καταστροφική σεζόν της Παναχαϊκής που υποβιβάστηκε, είναι από τους λίγους που δεν φέρουν ευθύνη. Θα σκύψει το κεφάλι, θα δουλέψει, θα «σκυλιάσει». Και θα επιστρέψει για τα καλά.

Στη Β’ Εθνική ανδρώθηκε, μόνο μέσα από αυτήν την πολύ δύσκολη κατηγορία μπορεί να επιβεβαίωσει κανείς εάν το αντέχει το ποδόσφαιρο.

Και ο Κατσουράνης όχι απλώς το άντεξε αλλά εξελίχθηκε σε αναντικατάστατο στέλεχος της επιστροφής του ιστορικού αχαϊκού συλλόγου στη μεγάλη κατηγορία, αγωνιζόμενος ως κεντρικός χαφ, ένα πρώιμο είδος box to box, την εποχή που η ορολογία ήταν άγνωστη στο ελληνικό ποδόσφαιρο και την χρησιμοποιούσε πιθανώς μόνον ο Κώστας Μπότος. Ο Κατσουράνης θα μπει στην ενδεκάδα και δεν θα ξαναβγεί ποτέ. Τρία χρόνια, 78 παιχνίδια, πολλές ασίστ, 11 γκολ. Ένα από αυτά ήταν και «εκείνο το γκολ» του πολυσυζητημένου αγώνα της Παναχαϊκής με τον Παναθηναϊκό του Κυράστα, το γκολ που στέρησε από το τριφύλλι ένα ολόκληρο πρωτάθλημα και μετάλλαξε την ιστορία του. Ήταν φανερό, ότι ο Κατσουράνης έπρεπε να ανέβει επίπεδο, ήταν ηλίου φαεινότερον ότι η πόλη του δεν τον χωρούσε πλέον.

Η απόρριψη από τον Σάντος, ο Ολυμπιακός και η ΑΕΚ

Εκείνο το καλοκαίρι του 2002 που έμεινε ελεύθερος τον ήθελαν όλοι, αλλά κάπου δίσταζαν. «Έχει κακό χαρακτήρα» ήταν η μόνιμη επωδός των ειδικών, «είναι αργός» εκείνη των ακόμα ειδικότερων. Τον είδε ο Σάντος – ειρωνία της τύχης – που τότε είχε υπογράψει στον Παναθηναϊκό και τον απέρριψε. Προτιμούσε είτε τον Τεξέιρα Πετίτ είτε τον Κάρλος Σαΐνιο (που τελικά απέκτησε ο Παναθηναϊκός) και όχι το στοίχημα με τον 23χρονο Έλληνα. Ο Κατσουράνης το έφερε βαρέως καθότι παναθηναϊκών αισθημάτων παιδιόθεν, αλλά δεν πτοείται. Συζητάει και με τον Ολυμπιακό, αλλά τελικά στις 15 Ιουνίου η ΑΕΚ του Χαρίλαου «και πέντε» Ψωμιάδη (εξάδελφος και frontman του Μάκη Ψωμιάδη) εκδίδει τη λιτή ανακοίωση: «Ο διεθνής με την Ελπίδων μέσος, Κώστας Κατσουράνης συμφώνησε σήμερα για τη μετακίνησή του στην ΑΕΚ και τα επόμενα 4 χρόνια θα αγωνίζεται με τη φανέλα της Ενωσης.». Η επιλογή μοιάζει με τρέλα, η ΑΕΚ εκείνη την εποχή καιγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη.

 

Ο Μάκης έχει κάνει το αδιανόητο και μετά τη φυγή του αγαπημένου των οργανωμένων Σάντος για τον Παναθηναϊκό, παρουσιάζει στο «Πεντελικόν» το νέο προπονητή της ομάδας κύριο Ντούσαν Μπάγεβιτς. Και μόνο στο άκουσμα της είδησης ξεσπάει πόλεμος και η μεταγραφή του Κατσουράνη περνάει σε δεύτερη μοίρα. Κανείς άλλωστε εκείνη την εποχή δεν έδινε την παραμικρή πιθανότητα ο Πατρινός να αντικαταστήσει επάξια τον Άκη Ζήκο κι ακόμη περισσότερο να έχει την πολυτέλεια να δουλέψει τις αδυναμίες του με έναν προπονητή υπό μόνιμη αμφισβήτηση προτού καν αναλάβει. Η ΑΕΚ έχει χάσει τον Γκαμάρα, το Ζήκο, μα πάνω απ’ όλα την ηρεμία της και ο Μάκης έχει κάνει και πάλι «προσωπικές» μεταγραφές. Ο Κατσουράνης είναι μια από αυτές και οι 100 χιλιάδες ευρώ που του προσφέρει για κάθε χρόνο συμβολαίου είναι τα πρώτα καλά χρήματα του Πατρινού στο ποδόσφαιρο. Χρήματα ασφαλώς που δεν θα δει ποτέ εν όλω να πιστώνονται στο λογαριασμό του.

Η ΑΕΚ παρά τις απίστευτες εσωτερικές έριδες, το πογκρόμ των οπαδών και την... ιδιαίτερη διοίκηση, θα ρολάρει και θα χαρίσει μοναδικές στιγμές στον κόσμο της.

Σε μια απ’ αυτές το βράδυ της 9 Μαρτίου στη Ριζούπολη με γκολ του Κατσουράνη θα κερδίσει 1-2 τον Ολυμπιακό και θα θέσει υποψηφιότητα ακόμα και για την κατάκτηση του τίτλου (ο οποίος κατέληξε στον Ολυμπιακό μετά το αλήστου μνήμης παιχνίδι «της Ριζούπολης» κόντρα στον Παναθηναϊκό) ο οποίος θα χαθεί για δύο μόλις βαθμούς.

Η παρθενική χρονιά του Κατσουράνη όμως στο ποδόσφαιρο «που μετράει» δεν σημαδεύτηκε ούτε από την καλή πορεία της Ένωσης στο Πρωτάθλημα, ούτε από το τρομερό σερί της ομάδας του Μπάγεβιτς με τις 12 σερί νίκες, πολλές εκ των οποίων με θέαμα αντάξιο των χρυσών ετών της ομάδας. Όλη η χρονιά για την ΑΕΚ και τον Κατσουράνη ήταν στο Champions League.

Τα παιχνίδια κόντρα στην Ρεάλ

Σαν σήμερα, 13 χρόνια πριν, 2 Οκτωβρίου του 2002, ο Κώστας Κατσουράνης στήθηκε στη σειρά στο «Νίκος Γκούμας» και χαιρέτησε το Ρομπέρτο Κάρλος, το Ζινεντίν Ζιντάν, τον Ίκερ Κασίγιας, το Λουίς Φίγκο, το Ραούλ, το Μακελελέ, τον Μακμάναμαν, το Γκούτι, τον «δικό μας» πλέον, Εστεμπάν Καμπιάσο. Οι ποδοσφαιριστές συνηθίζουν να λένε πάντοτε ότι όλα τα παιχνίδια είναι ίδια, εκείνο που μετράει είναι οι τρεις βαθμοί και λοιπές κοινοτυπίες. Ο Κατσουράνης εκείνη τη βραδιά είπε την αλήθεια μετά το τέλος του απίστευτου 3-3 της ΑΕΚ με τους Galacticos: η καρδιά χτυπούσε πιο δυνατά, πιο γρήγορα, οι σφυγμοί ήταν πολύ ψηλότερα από ποτέ. Και πως να μην είναι όταν από την Περιβόλα και τους φίλους σου, βρίσκεις απέναντί σου το Ζιντάν, ο οποίος μάλιστα σου δίνει και το χέρι στο τέλος για να συγχαρεί για την εμφάνιση.

 

Ήταν κομβικό εκείνο το ματς για τον Κατσουράνη, στάθηκε μαζί με το Ζαγοράκη και τον Πετκόφ απέναντι στα ιερά τέρατα του Ντελ Μπόσκε και έγινε άντρας. Τίποτα δεν είναι πλέον το ίδιο και όταν δεκατέσσερα βράδια αργότερα πάτησε το χορτάρι του Μπερναμπέου, το δέος δεν επισκίασε τη θέληση για να μείνει στην ιστορία. Ένα τέταρτο πριν τη λήξη, ο Σεντένο εκτελεί το κόρνερ και στην καρδιά της άμυνας των Μερένχες πετιέται η ριγέ φανέλα με το όνομα «Katsouranis». Η μπάλα από το κεφάλι του Πατρινού αναπαύεται στα δίχτυα του Ίκερ και δέκα λεπτά αργότερα το θαύμα ολοκληρώνεται: μετά το απίστευτο σόλο του Ίλια Ίβιτς ο Κοσταρικανός Σεντένο γράφει το 2-2 και η ΑΕΚ φεύγει από το Μπερναμπέου με το βαθμό, επιστρέφοντας από το 2-0 της βασίλισσας. Είναι το πρώτο παράσημο στην καριέρα του Κατσουράνη, ο οποίος σε μια βραδιά που τα μεγάλα αστέρια (ο Τσιάρτας και ο Νικολαΐδης) της Ένωσης υστέρησαν, ήταν εκ των κορυφαίων του γηπέδου.

Εκείνος ο Οκτώβριος ήταν ο μήνας που εδραίωσε τον Κατσουράνη στις συνειδήσεις των αεκτζήδων, το διάστημα στο οποίο ξεκίνησε η συζήτηση για τον Πατρινό που τελικά δεν είναι μια ανώνυμη μεταγραφή του Μάκη, αλλά ένα από τα next big things του ελληνικού ποδοσφαίρου.

 Πλάι στο Ζαγοράκη θα μάθει πολλά μυστικά της θέσης, αρχίζει και αποκτά λόγο στα αποδυτήρια και επιλέγει σιωπηρά την πλευρά «του Ντέμη» στην άτυπη μάχη του ελέγχου των αποδυτηρίων που εμαίνετο μεταξύ Τσιάρτα και Νικολαΐδη εκείνα τα χρόνια στα ενδότερα της Νέας Φιλαδέλφειας. Με το Ντέμη θα κάνει παρέα και εκτός γηπέδου, είναι άλλωστε στο ίδιο στυλ, όχι οι τυπικοί επαγγελματίες που δεν ενδίδουν στις παρατυπίες ενός τσιγάρου ή ενός ποτού. Η θητεία σε εκείνη την ηλεκτρισμένη ΑΕΚ του 2002/04 είναι το μεγαλύτερο σχολείο για τον Κατσουράνη, οποιαδήποτε «ειδική συνθήκη» που συναντά αργότερα στην καριέρα του, είναι παιδική χαρά μπροστά στη διετία Ψωμιάδη και του εμφυλίου Μπάγεβιτς.

Στην Εθνική του Ρεχάγκελ

Ποδοσφαιρικά έχει προοδεύσει απίστευτα, έχει εξελιχθεί σε έναν μοντέρνο χαφ που διαβάζει το παιχνίδι και προσφέρει τόσο ανασταλτικά όσο και επιθετικά, προσόντα που έχει διακρίνει και ο νέος προπονητής της Εθνικής ομάδας, ο Γερμανός Ότο Ρεχάγκελ. Στην Εθνική είναι ο βενιαμίν σε μια ονειρώδη γραμμή χαφ στην οποία για διαφορετικούς λόγους ο καθένας δεν χωρούσαν ο Ζήκος και ο Στολτίδης. Όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου για το «Γερμανό» Κωνσταντινίδη, ο Ρεχάγκελ επιλέγει Κατσουράνη και τον Αύγουστο του 2003, σε ένα φιλικό με τη Σουηδία στο Νόρκεπινγκ, του δίνει το βάπτισμα του πυρός με τη γαλανόλευκη. Ο Κατσουράνης, έτσι ακριβώς όπως δέθηκε και αγάπησε την ΑΕΚ, μοιάζει να «γουστάρει» όπως ο ίδιος έλεγε και την ατμόσφαιρα σε εκείνη την τρομερή παρέα της Εθνικής.

Ο χαρακτήρας του Κατσουράνη είναι ακριβώς αυτός: παρορμητικός, συναισθηματικός, αποφασιστικός και όπου χρειαστεί κόντρα στο ρεύμα.

Σε μια περίοδο που το lifestyle στην Ελλάδα γνωρίζει πιένες, ο Κατσουράνης αρχίζει και προβάλλεται από τα αντίστοιχα ΜΜΕ της εποχής: Active, εφημερίδες, αναγνωρισιμότητα. Εκείνος στην προσωπική του ζωή είναι το ακριβώς αντίθετο από την πληθωρική παρουσία του στο γήπεδο: με την Έφη, μαζί από μικρά παιδιά, αποφεύγουν τις κοσμικές εμφανίσεις και το συρμό της εποχής που αναζητούσε αδηφάγα νέα φανταχτερά είδωλα.

Εκεί όμως θα χτίσει και τις πρώτες σχέσεις με δημοσιογράφους, που παρόντων μεγαλύτερων «stars» αντιμετωπίζουν τον Κατσουράνη σε ένα πιο φιλικό επίπεδο. Δεν είναι άλλωστε ακόμα η σειρά του να ανακηρυχθεί σε πρώτο βιολί, ούτε στην Εθνική ούτε στην ΑΕΚ, παρόλο που η παρουσία του στην Ένωση είναι άκρως επιτυχημένη, αντιστρόφως ανάλογη με την πορεία της ίδιας της ομάδας που μοιάζει να διαλύεται, θαμμένη στα υπέρογκα χρέη της και στα συντρίμμια του κατεδαφισθέντος «Νίκος Γκούμας».

Την ίδια εποχή που στα Λιόσια (η ΑΕΚ αγωνιζόταν στο γήπεδο του Ακράτητου) μαινόταν πόλεμος και η ΑΕΚ βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης, ο Κατσουράνης ενημερώνεται ότι αποτελεί μέρος της αποστολής για τα τελικά του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος στην Πορτογαλία. Η Εθνική έχει κάνει ήδη το χρέος της για όλους μας, μετά από ένα καταπληκτικό ντεμαράζ με κορυφαία στιγμή τη μεγάλη νική εναντίον της Ισπανίας με το γκολ του Στέλιου Γιαννακόπουλου, έχει προκριθεί στα τελικά μεγάλης διοργάνωσης μετά από δέκα χρόνια. Ο Κατσουράνης είναι το κρυφό χαρτί του Ρεχάγκελ σε μια τετράδα χαφ που σήμερα θα τρόμαζε οποιονδήποτε αντίπαλο της Εθνικής: Ζαγοράκης, Μπασινάς, Καραγκούνης και Κατσουράνης. Το τι επακολούθησε στην Πορτογαλία είναι ανώφελο να το επαναλάβουμε.

Το πανεπιστήμιο των αποδυτηρίων της Εθνικής

Η Εθνική κάνει το αδιανόητο, ξεπερνά τον εαυτό της παιχνίδι με το παιχνίδι και όταν πια βγάζει από τη μέση τους Γάλλους, είναι σαφές ότι τα άστρα είναι μαζί της και πάει «να το σηκώσει». Ο Κατσουράνης χρησιμοποιείται σε κάθε πιθανό ρόλο στα χαφ, άλλωστε σε εκείνη την ομάδα οι ρόλοι μοιράζονταν και μέσα στο ματς, από τους ίδιους τους ποδοσφαιριστές που διέκριναν ποιος είναι στη μέρα του και διάβαζαν το παιχνίδι αναλόγως τις αδυναμίες του αντιπάλου. Αυτό ήταν και το μεγάλο προτέρημα του Κατσουράνη από τα εφηβικά του χρόνια, η ποδοσφαιρική οξυδέρκεια και η επιλογή της λύσης που ενδείκνυται στο σωστό χρονικό σημείο του αγώνα. Μετά το σχολείο των αποδυτηρίων της ΑΕΚ, ήλθε το πανεπιστήμιο των αποδυτηρίων εκείνης της Εθνικής, που παρότι αντιμετωπίζεται ως αρραγές σύνολο, ήταν ένα εκρηκτικό μείγμα προσωπικοτήτων που το καθένα χάραζε τη δική του πολιτική.

Η κατάκτηση του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος, επί της ουσίας μετατρέπει τον Κατσουράνη σε ποδοσφαιριστή που τα έχει κάνει όλα από τα 25 κιόλας του χρόνια.

Πλέον η δημοσιότητα και οι φιλίες με τον Τύπο είναι αναπόφευκτες, όλη η Ελλάδα εκείνη την εποχή ήθελε να αγγίξει τους νικητές της Πορτογαλίας, όλοι οι ποδοσφαιριστές-μέλη εκείνης της ομάδας είναι εθνικοί ήρωες, γεγονός που στο μυαλό ενός 25χρονου μπορεί να αποβεί και μοιραίο για την καριέρα του. Ο Κατσουράνης όμως από τότε αποφασίζει κόντρα στο ρεύμα. Ενώ όλοι ποδοσφαιριστές της Εθνικής κεφαλαιοποιούν την επιτυχία της Εθνικής και κερδίζουν δόξα και (πολλά) χρήματα, ο Κατσουράνης παραμένει στην ΑΕΚ, η οποία στο μεταξύ πνέει τα λοίσθια και είναι άγνωστο εάν θα μετάσχει στο πρωτάθλημα της Σούπερ Λίγκας.

Ντέμης: "Ο Κατσουράνης κάνει χάρη που παίζει στην ΑΕΚ"

Σίγουρα εάν τις τύχες του συλλόγου δεν αναλάμβανε ο Νικολαΐδης με την ομάδα του, ο Κατσουράνης θα αποχωρούσε. Είχε άλλωστε το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή, να αποκτήσει την ελευθερία του και να υπογράψει σε οποιονδήποτε σύλλογο επιθυμούσε. Δεν το έκανε για δύο λόγους, εν αντιθέσει με άλλους συμπαίκτες του και στην Εθνική και στην ΑΕΚ που αποχώρησαν: πρώτον διότι πείστηκε από το όραμα του συμπαίκτη και φίλου του Ντέμη και δεύτερον διότι είχε αγαπήσει και είχε δεθεί με την ΑΕΚ.

Αποδέχθηκε το ρόλο του ηγέτη εξ ημισείας με το Νίκο Λυμπερόπουλο, χάρισε χρήματα που δεν του απέδωσε ποτέ ο Ψωμιάδης και κάπως έτσι ο Ντέμης έκανε την περίφημη δήλωση ότι ο Κατσουράνης «κάνει χάρη που παίζει στην ΑΕΚ», μια δήλωση που παρεξηγήθηκε και παρερμηνεύθηκε πολλάκις και κατ΄ επανάληψη αργότερα.

Ο Κατσουράνης παρέμεινε, συμμετείχε στο έτος του μέλιτος Νικολαΐδη και «οργανισμού ΑΕΚ» και παραλίγο μετά το θαύμα της Πορτογαλίας, να γίνει και το θαύμα της Ένωσης. Η ΑΕΚ χάνει στις λεπτομέρειες τον τίτλο, μέσα σε ένα κλίμα απόλυτης ομόνοιας και αισθήματος αυτοσυντήρησης, με τον κόσμο συνεχώς στο πλευρό της και τους ποδοσφαιριστές να υπερβάλλουν εαυτούς. Ο Κατσουράνης είναι ακριβώς αυτό που περίμενε ο Νικολαΐδης: ηγέτης μαζί με το Λυμπερόπουλο. Στο εσωτερικό της ομάδας μάλιστα, είναι ακόμη πιο σημαντικός, αφού είναι πιο παρεμβατικός στα αποδυτήρια, σε βαθμό να κατηγορείται ότι αποτελεί τον εξ απορρήτων του Προέδρου. Εάν ισχύει ή όχι κάτι τέτοιο, μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο από ποδοσφαιριστές εκείνης της ΑΕΚ. Γεγονός είναι πως Ντέμης – Σάντος – Κατσουράνης, ήταν σε απόλυτη σύμπνοια και ταύτιση απόψεων σχετικά και με το ποδόσφαιρο που πρέπει να παίζει η ομάδα και με το γενικότερο κλίμα που πρέπει να επικρατήσει στο σύλλογο.

 

Ο...χρόνος του μέλιτος περνά, οι οργανωμένοι γίνονται ορκισμένοι εχθροί του άλλοτε αγαπημένου τους Ντέμη και ο Κατσουράνης πληρώνει τη φιλία του με τον Πρόεδρο και με τους συμπαθούντες την πολιτική του δημοσιογράφους. Στο ποδόσφαιρο έχει εισχωρήσει για τα καλά η επικοινωνία, γίνονται και λάθη λόγω απειρίας, επί της ουσίας όμως, πρόκειται για άγραφο πίνακα σχετικά με το παρελθόν. Οι ποδοσφαιριστές των τετριμμένων του «νομίζω ότι ήμασταν καλύτεροι» και του «δεν μετράει ποιος έβαλε το γκολ, αλλά ότι κέρδισε η ομάδα», έχουν δώσει τη θέση τους σε πρόσωπα με το θάρρος της γνώμης τους που πολλές φορές διχάζουν. Ο ποδοσφαιρικός «πολιτισμός» που προσπάθησε να επιβάλλει ο Νικολαΐδης δεν ήταν αποδεκτός στο όζον περιβάλλον του ελληνικού ποδοσφαίρου, πολλές φορές οι επικοινωνιακοί μοχλοί ήταν και λάθος, σε βαθμό να αποσύρονται και δηλώσεις του αυτονόητου.

Πήγε στην Μπενφίκα για να φέρει λεφτά στην ΑΕΚ

«Ποτέ δεν είπα ότι πάμε για νίκη στο Καραϊσκάκη» ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά στη σχέση οργανωμένων – Κατσουράνη. Πήγαν περίπατο και η παραμονή στην εκκρεμή ΑΕΚ και τα γκολ στο τέλος και οι αγκαλιές με τον Σάντος και όλα.

Ο Κατσουράνης έχει καταλάβει μετά από 4 χρόνια και 116 ματς με την κιτρινόμαυρη, ότι πρέπει να αναζητήσει την τύχη του αλλού και «να φέρει χρήματα στην ΑΕΚ» όπως είχε πει το καλοκαίρι του 2004 στους έκπληκτους συνεργάτες του Ντέμη. Από την ΑΕΚ είχε αποχωρήσει ο «δάσκαλος» Σάντος για τους Αετούς της Λισσαβόνας, τη Μπενφίκα, η οποία ήταν και η ομάδα που έσπευσε να εξασφαλίσει την υπογραφή του Πατρινού μέσου. Ο Κατσουράνης απέφερε 2,2 εκατ. ευρώ στην ΑΕΚ, συν τα έσοδα από το φιλικό των δύο ομάδων στο ΟΑΚΑ, συν το ποσοστό μεταπώλησης που αργότερα καρπώθηκε η διοίκηση της Ένωσης, συν το δανεισμό του Γκουστάβο Μαντούκα.

Ο Κατσουράνης αποχώρησε αθόρυβα, σχεδόν κανείς δεν ένοιωσε την απώλεια και η μοίρα ήθελε να τον αντικαταστήσει εκείνος που ο ίδιος αντικατέστησε το 2002, όταν τον έφερε ο Ψωμιάδης στην ΑΕΚ: ο Άκης Ζήκος. Αυτό που οι περισσότεροι ίσως λησμονούν, είναι ότι το καλοκαίρι του 2005, ο Κατσουράνης είχε απορρίψει πρόταση της Βέρντερ Βρέμης, αρνούμενος να εγκαταλείψει το πρότζεκτ ΑΕΚ, μια απόφαση που 100% σημάδεψε την καριέρα του και τον ανέβασε στις υψηλές θέσεις εκτίμησης του Φερνάντο Σάντος που έδωσε αγώνα για να πείσει τη Μπενφίκα για τη χρησιμότητα της μεταγραφής του. Η παρουσίασή του στο Ντα Λουζ ήταν η τυπική: χαμογελαστές φωτογραφίες με τη μασκώτ της Μπενφίκα, την Aguia, αφιέρωμα από την Α΄ΒΟLA, σκεπτικισμό από τους οπαδούς για την απόφαση του Βέιρα.

Η αναγνώριση στην Πορτογαλία

Ο Κατσουράνης δεν διέψευσε τον Σάντος και έκανε και τους πλέον σκεπτικιστές να αναθεωρήσουν πολύ γρήγορα.

Καθιερώνεται άμεσα στη μεσαία γραμμή των Λουζιτανών όπως θα έλεγε και ο Ζανό, είναι το πασπαρτού του Μeccanico (και όχι καρπουζά από το Εστορίλ όπως έλεγε ο Μάκης) και ψηφίζεται ως η καλύτερη μεταγραφή της χρονιάς από τους προπονητές της πορτογαλικής λίγκας στην πρώτη του χρονιά εκτός συνόρων. Εκείνο που προξενεί τρομερή εντύπωση είναι η άμεση προσαρμοστικότητα του Κατσουράνη, η ηγετική παρουσία του στη μεσαία γραμμή, ακόμα και όταν αποχωρεί η «ομπρέλα» Σάντος και αντικαθίσταται από τον σκληρό Καμάτσο. Οι ύμνοι των δημοσιογράφων για την παρουσία του Κατσουράνη είναι διαρκείς, οι εμφανίσεις του στην Πορτογαλία είναι πάντοτε θετικές και σαν να μην έφτανε αυτό αποπειράται να ηγηθεί και των εκεί αποδυτηρίων όταν αποκτά μια σχετική επαφή με τη γλώσσα.

Η σεζόν με τον Καμάτσο δεν είναι καλή, η Μπενφίκα δεν κατορθώνει να τερματίσει στις πρώτες θέσεις, παρόλα αυτά ο Κατσουράνης είναι σταθερά της ομάδας και περιζήτητος.

Ενδιαφέρεται να τον εντάξει στο δυναμικό της Τσέλσι ο Ζοσέ Μουρίνιο για το εξάμηνο του τραυματισμού του Εσσιέν, η Μπενφίκα δεν ενδίδει. Αργότερα όπως θα πει ο ίδιος, οι προτάσεις ήταν περισσότερες, ενδιαφέρθηκαν για εκείνον και η Ατλέτικο Μαδρίτης και πιο ζωηρά απ΄ όλους η Βιγιαρεάλ. Στην Μπενφίκα τον εκτιμούν απεριόριστα σε βαθμό που του παραδίδεται και το περιβραχιόνιο, ο κόσμος τον λατρεύει, είναι καταλύτης στη μεσαία γραμμή και όταν πια το 2009 αποχωρεί από το Ντα Λουζ, άπαντες αναγνωρίζουν την προσφορά του και τον επαγγελματισμό του, με εξαίρεση ίσως ένα θερμό περιστατικό με τον Λουιζάο που στιγμάτισε την παρουσία του στην Πορτογαλία και αποτέλεσε αφορμή για δεκάδες ρεπορτάζ.

Το κεφάλαιο Παναθηναϊκός και η κόντρα με Τεν Κάτε

Στην πιο ώριμη ποδοσφαιρική ηλικία, με διαμορφωμένο ποδοσφαιρικό χαρακτήρα και τον πορτογαλικό Τύπο να τον αποκαλεί «αφανή ήρωα» της Μπενφίκα, ο Κατσουράνης αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη. Πρώτη του επιλογή θα ήταν η ΑΕΚ, σίγουρα, εάν υπήρχε ακόμη Νικολαΐδης. Ο Ντέμης όμως είχε παραιτηθεί, η ΑΕΚ ήδη ξεκινούσε να (ξανα)πνίγεται στα χρέη πληγωμένη βάναυσα από την απώλεια του τίτλου με την υπόθεση Βάλνερ. Ο Νικόλας Πατέρας, στη δεύτερη σεζόν του στον προεδρικό θώκο του Παναθηναϊκού ήταν βέβαιος ότι μετά το Γιώργο Καραγκούνη, ο Κατσουράνης είναι η επιλογή που ενδείκνυται για το πολυπόθητο πρωτάθλημα. Ο πολυμετοχικός Παναθηναϊκός, θα πληρώσει και την ΑΕΚ προκειμένου να αποφύγει μια πιθανή δικαστική διαμάχη (περί τα 900 χιλιάδες ευρώ) και θα τον εντάξει στο δυναμικό του, σχηματίζοντας ένα εντυπωσιακό ρόστερ για δεδομένα ελληνικού συλλόγου.

 

Ο Τεν Κάτε στην αρχή ξετρελλαίνεται με τον Πατρινό, τον χρήζει κρυφό φορ και ο Κατσουράνης εκμεταλλεύεται στο έπακρο την παρουσία του Σισέ που ανοίγει το παιχνίδι για τους χαφ που έρχονται από πίσω, σκοράροντας ακατάπαυστα, πιο συχνά από κάθε άλλη εποχή στην καριέρα του. Ο Ολλανδός προϊόντος του χρόνου ενοχλείται όμως από την «αδιαφορία» στις προπονήσεις, δεν μπορεί να κατανοήσει τη σχέση ρεπόρτερ-ποδοσφαιριστή που είναι μια σχέση διαχρονική και παγιωμένη στο ελληνικό ποδόσφαιρο και με τον δύστροπο χαρακτήρα του, διαταράσσει ολοκληρωτικά τις σχέσεις του με τους ποδοσφαιριστές. Μοιραία απολύεται μετά την ήττα από τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκης και ο ρόλος του Κατσουράνη με το Νιόπλια στον πάγκο ξαναγίνεται πιο συμβατός με τους μέσους όρους της καριέρας του. Ο Παναθηναϊκός κατακτά τον τίτλο σχετικά άνετα, ενοχλούμενος μόνο από τον ΠΑΟΚ του Σάντος και βάζει και κερασάκι το Κύπελλο στο νικηφόρο τελικό εναντίον του Άρη στο ΟΑΚΑ.

Το "κάλυπτα και εγώ τον Κατσουράνη"

 

Η επιστροφή του στο ελληνικό ποδόσφαιρο, εκτός από χρήματα του χαρίζει και το πρώτο του νταμπλ, τη δυνατότητα να αγωνιστεί στην ομάδα που υποστήριζε όταν ήταν μικρό παιδί. Οι αλκυονίδες του Παναθηναϊκού διήρκεσαν μόλις έναν χρόνο, μαζί με την Ελλάδα κατέρρευσε και ο πολυμετοχικός Παναθηναϊκός των φανταχτερών μεταγραφών και της αλόγιστης σπατάλης, σε μια Ελλάδα που ήταν έτοιμη να ζητήσει βοήθεια από το ΔΝΤ προκειμένου να συνεχίσει να στέκεται στα πόδια της. Η δεύτερη σεζόν του είναι συγκινητική αν και σε δεύτερο πλάνο, αφού Σισέ και Λέτο παίρνουν από το χέρι τον Παναθηναϊκό και τον οδηγούν σε μετωπική με το αντίπαλο δέος και σε συλλογικό και σε «προεδρικό» επίπεδο. Ο επιστήθιος φίλος του Πατέρα, ο Βαγγέλης Μαρινάκης έχει «μπουκάρει» στον Ολυμπιακό και θέλει να τα σαρώσει όλα. Κάπως έτσι γεννιέται και το «κάλυπτα και εγώ τον Κατσουράνη» το πρώτο social αστείο που συνδέθηκε με την καριέρα του.

Με το Φερέιρα πλέον στον πάγκο, ο Παναθηναϊκός παρότι βρέθηκε πίσω στο σκορ, ισοφάρισε στο δεύτερο ημίχρονο με το Σεμπάστιαν Λέτο και στο 82΄ παίρνει κεφάλι στο σκορ με γκολ του Κατσουράνη. Προς έκπληξη τηλεθεατών και παρευρισκομένων, το γκολ του Κατσουράνη ακυρώνεται ως offside, ακολουθεί και γκολ του Τζεμπούρ στην εκπνοή και το πρωτάθλημα επί της ουσίας τελειώνει από το Φεβρουάριο. Το ματς γενικώς δεν αντέχει σε κριτική, ήταν ένα ντέρμπι δυσφήμηση του αθλήματος, μια ελληνικής πατέντας «μάχη» από αυτές που ο Κατσουράνης καταδίκαζε μετά μανίας όσο καιρό έπαιζε ποδόσφαιρο στο εξωτερικό. Ενοχλήθηκε πάρα πολύ σε εκείνο το αλήστου μνήμης ντέρμπι, ενοχλείτο χρόνια από τη συμπεριφορά των διαιτητών στην Ελλάδα. Όπως δήλωσε στην πρόσφατη συνέντευξή του στο contra.gr «ο ίδιος διαιτητής μας έπαιζε 100% τη μία σεζόν και 200% κόντρα την επόμενη. Ο διαιτητής αυτός είναι Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός; Τίποτα από τα δύο. Ο Θεός του είναι το χρήμα. Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι, ακόμα σφυρίζουν οι ίδιοι διαιτητές. Τι να αλλάξει στο ελληνικό ποδόσφαιρο έτσι;»

Για όλα στον Παναθηναϊκό έφταιγε ο "κακός" Κατσουράνης

Η σεζόν ολοκληρώνεται με ανάμεικτα συναισθήματα, από τη μία την έντονη δυσαρέσκεια για τα γεγονότα στο Καραϊσκάκης (για τα οποία ακόμη και ο Βαγγέλης Μαρινάκης έχει ζητήσει συγνώμη, εκτιμώντας ότι παραφέρθηκε) και από την άλλη το θετικό κλίμα στον Παναθηναϊκό με τον Ζεσουάλδο Φερέιρα που αγαπούν παίκτες και οπαδοί, παρά τη διοικητική θύελλα που μαινόταν.

 

Ο Παναθηναϊκός ειδικά μετά το ατυχές αποτέλεσμα στο Φάληρο καταρρέει οικονομικά. Ο Κατσουράνης έχει ακόμη συμβόλαιο και μάλιστα από τα πλέον πλουσιοπάροχα στο σύλλογο που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά. Ξεκινά ένα ιδιότυπο mobbing, διαρρέονται και διοχετεύονται «στο σωστό Τύπο» όλα τα κουσούρια του Κατσουράνη, είναι ο κύριος υπεύθυνος κάθε στραβού αποτελέσματος, ο άνθρωπος που ελέγχει τα αποδυτήρια και καθοδηγεί τους συμπαίκτες του να αντιτίθενται στη διοίκηση. Αυτός όμως ήταν πάντα ο Κατσουράνης.

Και τη χρονιά του νταμπλ φώναζε και «έδειχνε με τα χέρια στο κέντρο» όπως του καταμαρτυρούσαν οι επικριτές του αργότερα. Τότε δεν ενοχλείτο κανείς, η ομάδα κέρδιζε, οι ποδοσφαιριστές έβρισκαν τα χρήματα των συμβολαίων τους στους λογαριασμούς τους στην ώρα τους. Ο Κατσουράνης έγινε περίπου η μητέρα των κακών, στοχοποιήθηκε και με αφορμή την αποβολή του στο παιχνίδι με τον ΠΑΣ στο ΟΑΚΑ, στήνεται στο απόσπασμα, παρά την αντίθετη αρχικά επικοινωνιακή πολιτική του Παναθηναϊκού. Το πρόβλημα ήταν οικονομικό, ο Παναθηναϊκός της μνημονιακής εποχής Αλαφούζου ήταν αδύνατον να «σηκώσει» το συμβόλαιο ενός 33χρονου μέσου, ο οποίος μουρμούριζε και είχε την κακή συνήθεια να μιλάει πολύ. Προς έκπληξη όλων, το συμβόλαιό του λύεται αρχές Οκτωβρίου, με τον ποδοσφαιριστή να αποδέχεται τις προτάσεις διακανονισμού προκειμένου να διευκολύνει τον σε τραγική κατάσταση Παναθηναϊκό.

Η Εθνική του Σάντος και ο ΠΑΟΚ του Σαββίδη

 

Από την πρώτη κιόλας στιγμή που έμεινε ελεύθερος, άπαντες θεωρούν δεδομένο ότι θα καταλήξει στον ΠΑΟΚ του Ιβάν Σαββίδη, την ομάδα που (τότε) αγκάλιαζε με ζέση όλους τους διεθνείς. Ο Σαββίδης τον είχε παρακολουθήσει και διά ζώσης στο Euro της Πολωνίας, θαύμαζε τον ποδοσφαιριστή που με την Εθνική ήταν πάντα «Κατσουράνης» παρά τη χαμένη φρεσκάδα από την πάροδο των ετών. Στην Εθνική όμως ήταν ελεύθερος, απολάμβανε την άτυπη «διαρχία» μαζί με το Γιώργο Καραγκούνη και το κυριότερο, είχε ξαναβρεθεί στο γνώριμο περιβάλλον της καθοδήγησης από τον αγαπημένο του προπονητή: τον Φερνάντο Σάντος. Ίσως, σύμφωνα και με όσα ακολούθησαν αργότερα, η Εθνική να ήταν τελικά η ομάδα του, αφού με τη φανέλα της, εκτός από την κατάκτηση του κυπέλλου στην Πορτογαλία, είχε εκπληρώσει πολλά από τα όνειρα της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής. Είχε αγωνιστεί σε Μουντιάλ, στο Συνομοσπονδιών, ξανά σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, σχεδόν σαν αρχηγός της αποστολής.

Έκανε τα πάντα για την Εθνική, δεν αρνήθηκε ποτέ την κλήση, αγωνίστηκε όπου του ζητήθηκε, όποτε του ζητήθηκε. Και με γνώμονα ακριβώς το καλό της Εθνικής και της προσωπικής του φιλοδοξίας, συμφώνησε - όπως αναμενόταν - με τον ΠΑΟΚ τον Ιανουάριο του 2013.  Η ποιότητά του αδιαμφισβήτητη, το ίδιο όμως είναι και το περιβάλλον στον ερμαφρόδιτο ΠΑΟΚ του Σαββίδη εκείνης της εποχής. Με δικό του γκολ σώνει τη χρονιά στα Γιάννενα, στο τελευταίο λεπτό της τελευταίας αγωνιστικής των play offs. Και στον ΠΑΟΚ κατηγορείται για τα ίδια πράγματα που κατηγορήθηκε παντού: «κλίκα – κολλητός – μιλάει συνέχεια – διαταράσσει το ήρεμο κλίμα των αποδυτηρίων». Τον συμπαρασύρει η φρενίτιδα Σαββίδη με τις αλλαγές πλάνου κάθε δίμηνο, η δυσπιστία του κόσμου του ΠΑΟΚ σε κάθε τι που σχετίζετο με την Εθνική ή μια μεταγραφή από τον Παναθηναϊκό και την Αθήνα και ασφαλώς η σχέση του και φιλία του με το Δημήτρη Σαλπιγγίδη.

Το Μουντιάλ της Βραζιλίας και το "Όχι Κατσουράνη με Κόστα Ρίκα"

Δεν «κόλλησε» στον ΠΑΟΚ, δεν τον σεβάστηκαν όσο του αναλογούσε και η αλήθεια είναι ότι και ο ίδιος δεν προσέφερε στο Δικέφαλο εκείνα που μπορούσε. Είχε κάποιες εκλάμψεις, έδειξε κάποια δείγματα της αξίας του, αλλά και τα χρόνια είχαν περάσει και η χημεία με το υπόλοιπο υλικό του ΠΑΟΚ ήταν κακή. Η μιάμιση σεζόν του πάντως είναι «γεμάτη» ολοκληρώνει την παρουσία του στην Τούμπα με 48 συμμετοχές και 6 γκολ, νούμερα κοντά στο μέσο όρο της καριέρας του. Η παρουσία του το καλοκαίρι στην αποστολή της Εθνικής για τη Βραζιλία, αδιαπραγμάτευτη για το Φερνάντο Σάντος, στο κύκνειο άσμα του στον πάγκο της Εθνικής.

Η Εθνική ξεκινάει ράθυμα, οι Έλληνες φίλαθλοι είναι έτοιμοι να κατακρεουργήσουν την ομάδα και η ήττα από την Κολομβία είναι βούτυρο στο ψωμί των «ατακαδόρων».

 Η αποβολή στο ισόπαλο παιχνίδι με τους Κορεάτες ξεσηκώνει το κοινό των social media, 103 χιλιάδες likes καλούν τον προπονητή να μην χρησιμοποιήσει τον Κατσουράνη με την Κόστα Ρίκα, αφού στο παιχνίδι με την Ακτή που απουσίαζε, η Ελλάδα κέρδισε.

Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν τον αγγίζουν τα γκρουπάκια ή ο περίφημος ελληνικός καννιβαλισμός, άγνωστο εάν ενοχλήθηκε εν τέλει ή όχι από το κύμα «αντικατσουρανισμού» που κυριάρχησε στο ιδιαίτερο κομμάτι των social media στη χώρα. Η Εθνική θα αποκλειστεί δραματικά, θα κάνει ένα τρομερό παιχνίδι χωρίς να έχει κανείς το δικαίωμα να την κατηγορήσει για «παθητικό ρόλο» ή «καταστροφή του ποδοσφαίρου» όπως ήταν η μόνιμη επωδός περασμένων ετών. Είναι η τελευταία φορά που Καραγκούνης και Κατσουράνης, οι δύο τελευταίοι από το «μυστικιστικό» clan της Πορτογαλίας, φοράνε τη γαλανόλευκη και μας κάνουν να κολλήσουμε το πρόσωπο στις οθόνες. Από εκείνο το άτυχο ματς και εντεύθεν, η Εθνική είναι στο ναδίρ, έρμαιο ακόμη και ερασιτεχνών. Ο Κατσουράνης συνέχισε πιστός στο καθήκον, ο «Κάρα» αποχώρησε δακρυσμένος και σκασμένος.

Η Ινδία, ο Ατρόμητος, η Αυστραλία και το τέλος

Με το πέρας του μουντιάλ της Βραζιλίας και κατόπιν οργίου φημών περί επιστροφής στην ΑΕΚ, ο Κατσουράνης μένει χωρίς ομάδα. Δεν είναι δα και στα χειρότερά του, στη Βραζιλία απέδειξε ότι «το έχει» ακόμα. Τελικά θα συμφωνήσει Οκτώβρη μήνα με τους Ινδούς της Πούνε, της νεοσύστατης ομάδας του Μαχαράστρα και θα μας εκπλήξει όλους. Θα γνωρίσει ακόμη μια κουλτούρα, θα λατρευτεί από τους Ινδούς βλέποντας τη μορφή του ζωγραφισμένη στο πούλμαν της ομάδας, θα βοηθήσει με το όνομα και την εμπειρία του το ίδιο το άθλημα να αναπτυχθεί στην παρθένα ασιατική ζώνη.

Το χειμώνα επιστρέφει στην Αθήνα, αυτή τη φορά για τον Ατρόμητο, όπου για 6 μήνες με πείσμα αποδεικνύει ότι μπορεί ακόμη να προσφέρει σε υψηλό επίπεδο.

Με την πόρτα της ΑΕΚ (στην οποία κατά τα φαινόμενα επιθυμούσε να κλείσει την καριέρα του) κλειστή τη χρονιά της επιστροφής στη Σούπερ Λίγκα, ολοκληρώνει επί της ουσίας την καριέρα του στην Αυστραλία, σε ένα παιχνίδι, φορώντας την κίτρινη φανέλα της Χάιντελμπεργκ Γιουνάιτεντ.

Είναι τέλη Σεμπτέμβρη, σκάρτες 20 μέρες από την ημέρα που δήλωνει στο Contra.gr ότι του έχει περάσει από το μυαλό να σταματήσει: «Η συνήθεια είναι αυτή που το δυσκολεύει. Ξαφνικά είσαι αναγκασμένος να κάνεις στροφή 180 μοιρών και να ζήσεις αλλιώς. Θα μου λείψουν η ποδοσφαιρική καθημερινότητα, τα αποδυτήρια, τα ταξίδια, οι αγώνες, όλα θα μου λείψουν.». Μόλις είχε γράψει τον επίλογο μόνος του, άθελά του περιγράφοντας το αδιέξοδο του ποδοσφαιριστή όταν μεγαλώνει και εκ των πραγμάτων καλείται να αλλάξει τη ζωή του. Τελικά 29 Σεπτεμβρίου ανακοίνωσε ότι κλείνει την καριέρα του, όντας ο τρίτος ρέκορντμαν συμμετοχών στην Εθνική ομάδα και εις εκ των τεσσάρων «του club των 100». Πάνω απ’ όλα ως μέλος εκείνης της ομάδας που επί μία δεκαετία μας έκανε να αισθανθούμε ότι ανήκουμε στην ποδοσφαιρική elite. Δεν ανήκουμε, παίκτες σαν τον Κατσουράνη μας έδωσαν αυτήν την ψευδαίσθηση.

Διαβάστε ακόμη:

"Βόμβες" Κατσουράνη στο Contra.gr: "Ο Θεός του διαιτητή είναι το χρήμα"