Μάικλ Τζόρνταν: Δάκρυα για το πρώτο δαχτυλίδι

Ο Τζόρνταν έπρεπε πια να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα. Οι φωνές στους συμπαίκτες του, το sweep επί των Pistons και το unfair του Isiah Thomas. The spectacular move και τα δάκρυα για το πρώτο δαχτυλίδι.

Μάικλ Τζόρνταν: Δάκρυα για το πρώτο δαχτυλίδι

Ο ανασφαλής Collins είχε δώσει τη θέση του στον ευθύ και εκκεντρικό Jackson, που προτιμούσε να προσεγγίζει τους αγώνες βασιζόμενος στην ψυχολογία και τα mind games. Ο Jordan τη λάτρεψε αυτήν την προσέγγιση, αυτή την εσωτερικότητα, σχεδόν θρησκευτικότητα του Phil. Οι μέθοδοι του Jackson, με το ινδιάνικο ταμπούρλο πριν τους αγώνες, μπορεί να φαντάζουν τρελές στο ευρύ κοινό, για το εσωτερικό των Bulls όμως ήταν βάλσαμο. Ο Phil έκανε τους Ταύρους κάτι σαν ινδιάνικη φυλή, ο καθένας είχε το ρόλο του και οι υπόλοιποι τον σέβονταν. Ο ίδιος ήταν ο τρελός μάγος, ο Jordan εκείνος που πρώτος θα ξέθαβε το τσεκούρι του πολέμου. Ο Jackson κατόρθωσε να μετατρέψει εκείνο το επίπονο «μόνος εναντίον όλων» του Michael, σε «μόνοι μας και όλοι τους». Έδωσε στον Jordan να καταλάβει ότι ο εχθρός είναι απέναντι, όχι μέσα στην ομάδα και στο λιγότερο ταλέντο που έχουν οι συμπαίκτες του, τον απελευθέρωσε και τον έκανε πραγματικό leader.

Η ώρα του Zen Master

Σε εκείνον το μυστικισμό του Jackson στηρίχθηκε η σχέση τους, στο ιερό μυστήριο της «καύσης του λευκού βίσωνα» θεμελιώθηκε η γένεση της δυναστείας του Chicago, μιας από τις πιο ωραίες αθλητικές ιστορίες όλων των εποχών. Το γεγονός ότι ο coach ήταν χρόνια κοντά στην ομάδα, τον είχε βοηθήσει αφάνταστα να αποκρυπτογραφήσει τον Jordan, να ερμηνεύσει συγκεκριμένες αντιδράσεις και συμπεριφορές, να μην χρειάζεται χρόνο προσαρμογής και ανοχής για τα χούγια του. Ήξερε ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια, τι τον εκνεύριζε, τι τον ηρεμούσε, πόσο σου επέτρεπε να εμβαθύνεις σχετικά με τα προσωπικά του, να μιλήσεις για την οικογένειά του, να θίξεις ευαίσθητες χορδές όπως η μητέρα του, ο πατέρας του, τα αδέλφια του, η γυναίκα του, το παρελθόν. Ήταν μια συνομωσία πλανητών που μας χάρισε τα καλύτερα μπασκετικά μας χρόνια.

Η αλλαγή έγινε ορατή από το training camp. O Jackson είχε ρίξει το 90% του βάρους στην άμυνα και στόχευε στο υψηλό αίσθημα ανταγωνιστικότητας του Jordan και των υπολοίπων πιτσιρικάδων. Αναγόρευσε σε ηγέτη #2 τον Pippen, στις προπονήσεις έβαζε τον έναν απέναντι στον άλλον με ομηρικές μάχες να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια των «μετριοπαθών» όπως ο Paxson ή των βετεράνων όπως ο Cartwright. Στο ρόστερ προστέθηκε ο rookie B. J. Armstrong από την Iowa, οι επίσης rookies Stacey King και Jeff Sanders και ανανέωθηκε ο Craig Hodges, υπερπολύτιμο εργαλείο στο αμάλγαμα που δημιουργείτο. Η μαγιά υπήρχε, η χημεία ξεκινούσε να δένει, έπρεπε μόνο να γίνει κατανοητό το σύστημα της τριγωνικής επίθεσης και κυρίως να το καταλάβει απόλυτα ο Jordan που απορούσε με το γεγονός ότι η μπάλα έπρεπε απαραιτήτως να περάσει από τα χέρια του Bill Cartwright, κάτι σαν το γέρο της φυλής σε εκείνο το ιδιότυπο ινδιάνικο πείραμα του Jackson.

 

Στην πρεμιέρα ο Jordan γράφει 54, τρίτη αγωνιστική οι Bulls κερδίζουν τους Pistons, αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς παίζουν. Η τριγωνική επίθεση δεν είναι εύκολη, είναι ένα σύστημα βασισμένο στο triple-post που εμπλέκει και τα πέντε μέλη της πεντάδας που πρέπει διαρκώς να κινούνται και να πασάρουν στο σωστό χρόνο. Για χρόνια το παιχνίδι βασιζόταν στο isolation και στα one-on-one setups, το triple-post βγήκε από το χρονοντούλαπο εξελιγμένο και δουλεμένο για χρόνια από τον Winter. Όλο αυτό ήθελε χρόνο και χρόνο οι Bulls δεν είχαν πολύ, αφού το project του Krause ήταν ήδη κατά ένα έτος ληξιπρόθεσμο. Όταν όμως ο Reinsdorf είδε για πρώτη φορά αρμονία στην ομάδα και όλο τον οργανισμό να είναι προσηλωμένος στο στόχο, η παράταση δόθηκε, ο Winter αναβαθμίστηκε πλήρως, από πλήρως αγνοούμενος γερο-ξεκούτης έγινε κάτι σαν γκουρού του μπάσκετ. Η πειθαρχία ήταν στρατιωτική.

Ο Jordan πιστεύει στο πλάνο, αλλά είναι ανυπόμονος. Όσο η σεζόν προχωράει και βλέπει ότι δεν έρχεται το climax, τόσο οι αμφιβολίες γιγαντώνονται μέσα του. Τα Χριστούγεννα ζητάει να δει τον Jackson, να του εκφράσει τους προβληματισμούς του. Ο Jackson τον ακούει προσεκτικά και μόλις του απευθύνει την τελευταία ερώτηση, αντί να απαντήσει, ανοίγει το συρτάρι του και του δίνει ένα βιβλίο. Είναι το Song of Solomon της Toni Morrison, μια αλληγορική νουβέλα σχετικά με τον αγώνα μιας αφρο-αμερικανικής οικογένειας και του πρωτότοκου χρυσοθήρα, Macon "Milkman" Dead, ήρωα του βιβλίου και «κάτι σαν Jordan». Ο Michael το πήρε, το διάβασε και δεν διαμαρτυρήθηκε ξανά, ακόμα κι όταν οι σερί ήττες ξεσήκωναν θύελλα διαμαρτυριών και σκληρών άρθρων από τον Τύπο του Chicago.

Get off the boat!

Ακόμα και στις μεγάλες βραδιές του, όπως εκείνο το απίστευτο 69 πόντοι και 18 ριμπάουντς στο νικηφόρο παιχνίδι στο Cleveland, ο Phil τον προσγείωνε και τον παρότρυνε να κάνει τους συμπαίκτες του καλύτερους. Είναι προτιμότερο να πετύχαινε 40, να μοίραζε 10 παραπάνω ασίστ και η ομάδα να κέρδιζε άνετα, παρά να κερδίζει στην παράταση με 69 δικούς του. Ο Jordan το αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα, οι συμπαίκτες του δεν το πίστευαν σχεδόν, μερικοί μέχρι που είχαν αρχίσει και να τον συμπαθούν. Οι Bulls τελικά ολοκλήρωσαν δεύτεροι στη Central, πίσω από τους Pistons, με ρεκόρ 55-27. Ο Jackson το υποβάθμισε, ο Jordan μίλησε στα αποδυτήρια σαν πραγματικός αρχηγός πριν την έναρξη των play offs, εφιστώντας την προσοχή όλων στην τήρηση του πλάνου και όχι σε μια ευκαιριακή επιτυχία όπως την προηγούμενη σεζόν. Ήταν απίστευτη η αλλαγή.

Εύκολος πρώτος γύρος με τους Bucks και μπροστά η Philadelphia του Sir Charles. O Jordan είναι καταπληκτικός: 43.7 μ.ο. χωρίς να περιορίζει τους συμπαίκτες του, ο Pippen ξεκάθαρο δεύτρο βιολί να έχει τη μπάλα αρκετή ώρα στα χέρια, ο καθένας το ρόλο του. Πρόκριση στον τελικό της περιφέρειας. Και πάλι Pistons. Αυτή τη φορά οι Bulls δεν έχασαν κάνοντας φασαρία. Για την ακρίβεια, έχασαν κερδίζοντας. Οι Pistons κέρδισαν μια πύρρειο πρόκριση στον τελικό που ουσιαστικά σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας τους. Το αντιαθλητικό παίξιμο και το ξύλο ήταν παροιμιώδες, με κορυφαίο γεγονός το χτύπημα του Laimbeer στο έκτο παιχνίδι που οι Bulls κερδίζουν και πάνε στο καθοριστικό έβδομο. Οι Bulls διαλύονται με 93-74, έχοντας τον Pippen και τον Paxson εκτός νυμφώνος λόγω προβλημάτων υγείας. Όπως θα πει ο Jordan πολλά χρόνια αργότερα, είναι η ήττα που τον πείραξε πιο πολύ απ’ όλες στην καριέρα του, αλλά και η τελευταία που κατάλαβε ότι χωρίς την ομάδα δεν μπορείς να κερδίσεις τίποτα.

Στη λήξη και με τους πάντες περίλυπους, πήρε το λόγο στα αποδυτήρια: “Hey, now we’ve gotta go over the top, and I’m gonna take us there. If you don’t want to be on the boat, get off!”. Τους άφησε όλους να πάνε διακοπές με αυτή τη φράση. Ήταν μεν εκνευρισμένος, αλλά είχε κουραστεί να χάνει, δεν άντεχε για την ακρίβεια να χάνει άλλο. Ήδη στις ΗΠΑ είχε αρχίσει το γνωστό σενάριο του «μεγάλου που δεν θα κερδίσει ποτέ τίποτα, του καταραμένου καλύτερου» κλπ κλπ. Ήταν άλλωστε απόλυτα συνηθισμένο αυτό στο ΝΒΑ, μια πραγματική "ασθένεια" που έπληξε πολλούς "εξωπραγματικούς" παίκτες στην εποχή τους, οι οποίοι δεν κέρδισαν τίποτα διότι έπεφταν πάνω σε καλύτερες ομάδες, πιο άρτιες και πιο έτοιμες, αν και με λιγότερο ταλέντο.

Η ώρα των τελικών, το τέλος των Pistons και το unfair του Thomas

Δεν ήταν κάτι νέο, έγινε και πριν και μετά από αυτόν, συνεπώς ουδεμία έκπληξη. Αυτή η "νόσος" νικήθηκε ακριβώς την περίοδο 1990/91 και έμεινε απλά μια ανάμνηση, μια αναφορά στο ξεκίνημα της καριέρας στην περίπτωση του Jordan. Μια ξεθωριασμένη ανάμνηση, ένα παράδοξο, που σήμερα δεν μπορεί παρά να χαρίζει ένα χαμόγελο σε εκείνους που έζησαν και θυμούνται τη συζήτηση της εποχής, τους τόνους μελάνης που είχαν χυθεί για να εξηγήσουν την "κατάρα" του Jordan, που ναι μεν είναι ο καλύτερος, αλλά είναι καταδικασμένος να μείνει χωρίς δαχτυλίδι, χωρίς το πρωτάθλημα (παγκόσμιο πρωτάθλημα όπως αρέσκονται να το αναφέρουν οι Aμερικανοί) που θα του χάριζε την αιωνιότητα.

Μετά από ένα πολυσυζητημένο “Nike-Trip” στην Ευρώπη και κάποιες παλινωδίες με κάποιους αγώνες επίδειξης για τον αμερικανικό στρατό, που έφεραν ένα είδος μποϋκοτάζ στα προϊόντα του από την αφορ-αμερικανική κοινότητα, ο Jordan επιστρέφει στο Chicago και την πέντε μηνών έγγυο (στο Marcus) Juanita για να ηρεμήσει από το πολιτικό παιχνίδι που στήθηκε γύρω του και να προετοιμαστεί για τη σεζόν των αποδείξεων. Ο Krause μετά την πολλοστή αποτυχημένη προσπάθεια να φέρει στο Chicago το Walter Davis, κατέληξε στον Dennis Hopson για τα guard, πρόσθεσε στα forward τον πολύ γνωστό μας Cliff Levingston από την Atlanta και υπέγραψε και το Scott Williams έναν ψηλό εκτός draft από το North Carolina για να αποκτήσει έναν ακόμα protegè ο Jordan.

Αυτή τη φορά η τριγωνική επίθεση δούλευε στην εντέλεια, ο Jordan μπορούσε και ήξερε να αντιδρά σε κάθε περίπτωση και υποπερίπτωση που είχε διδάξει ο Tex, συμπαρέσυρε τους πάντες στους ρυθμούς του. Η βασική πεντάδα δούλευε ρολόι, το πρόβλημα υπήρχε μόνο όταν στο παζλ ερχόταν κάποιο κομμάτι από τον πάγκο. Armstrong, Hodges, Perdue, King, Levingston, Williams και Hopson δούλευαν πολύ, ίσως περισσότερο από κάποιους βασικούς, αλλά δεν είχαν ούτε το χρόνο ούτε το ταλέντο των starters. Στην άμυνα όμως, το πράγμα είχε αγγίξει το τέλειο. Οι Bulls περιόριζαν τους αντιπάλους ακόμη και σε 5 πόντους σε μια περίοδο, όπως το Δεκέμβριο εναντίον των Cavs στο Stadium. Έκαναν 30 σερί νίκες εντός έδρας, κέρδισαν 61 παιχνίδια, νέο ρεκόρ στην ιστορία τους, ο Jordan κατέκτησε το δεύτερο MVP της καριέρας του, συμπεριλήφθηκε εκ νέου στην καλύτερη πεντάδα, ψηφίστηκε και για την καλύτερη αμυντική πεντάδα, βγήκε πέμπτη φορά πρώτος σκόρερ με 31.5 μ.ο..

Στον πρώτο γύρο των play offs ήρθε το sweep κόντα στους εν πλήρη ανακατασκευή Knicks. Στη συνέχεια, ένα εύκολο 4-1 με τους Sixers και μπροστά στο Chicago πλέον ήταν ο δαίμονας. Οι Bad Boys, ο Isiah, o Dumars, o Mahorn, ο Laimbeer, o Rodman, η πολύ σκληρή άμυνα του Daly, στα όρια του αντιαθλητικού. Αυτή τη φορά όμως, η σειρά δεν ξεκίνησε ποτέ. Οι Bulls επιτέλους δεν ήταν μόνο Jordan, ήταν μια ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης, μια απόλυτα συγκεντρωμένη μηχανή, προγραμματισμένη να νικά. 4-0 απόλυτη επικράτηση. Οι Pistons προσπάθησαν να διασώσουν την αξιοπρέπειά τους στο τέταρτο ματς, αλλά έχασαν τα πάντα. Πάνω απ’ όλα έχασαν την τιμή τους όταν η πιο εμβληματική φιγούρα τους, ο Isiah Thomas βιαστικά έκανε νόημα στους συμπαίκτες του να αποχωρήσουν στα αποδυτήρια χωρίς καν να περιμένουν την κόρνα της λήξης, προκειμένου να μην υποχρεωθούν να συγχαρούν τους αντιπάλους τους. Με εκείνη την κίνηση ο Thomas ουσιαστικά έθετε εαυτόν εκτός Ολυμπιακής Ομάδας, ο Daly δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Ο Jordan θα ήθελε πολύ να κρατήσει περισσότερο εκείνη η στιγμή, μπροστά του όμως είχε το πρώτο μεγάλο ραντεβού της καριέρας του, την πρώτη φορά σε τελικούς. Και τι τελικούς...Chicago Vs Lakers, Jordan Vs Magic.

The spectacular move

Ο Michael ξαναβρίσκει και τους δύο συμφοιτητές, James Worthy και Sam Perkins, οι τρεις τους έχουν καλές σχέσεις πλέον, ενώ με τον Magic τα πράγματα ακόμη είναι παγωμένα, αν και αμβλυμένα σε σχέση με εκείνο το περιβόητο freeze-out του 1985 που ο Jordan εξακολουθεί να μην ξεχνάει ποτέ. Στον πρώτο αγώνα της σειράς, τα παλιά φαντάσματα επέστρεψαν για να στοιχειώσουν τον MJ. Οι Lakers επιβλήθηκαν με 93-91 χάρη σε ένα σουτ τριών του Perkins. Πολλοί προέβλεψαν sweep, είχαν υπολογίσει όμως χωρίς το ιστορικό μέχρι σήμερα "perfect match": Οι Bulls σούταραν με 62% ευστοχία (50 στα 81 σουτ), το πρώτο ημίχρονο έκλεισε στο 48-43, ένα +5 που άφηνε το παιχνίδι ανοιχτό. Στην τρίτη όμως περίοδο, τα 17 στα 20 σουτ δεν άφησαν περιθώρια, παρόλο που οι Lakers έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να παρακολουθήσουν, εκείνη η τρίτη περίοδος υπήρξε αποφασιστική για τη σειρά, ίσως και για την ιστορία του ΝΒΑ.

Pippen και Grant με 20 πόντους ο καθένας, Paxson και Cartwright 16 και 12. Επιπλέον ο Scottie αποδείχθηκε καταλυτικός και στον περιορισμό του Magic,  κρατώντας τον στο φτωχό 4 στα 13 σουτ, αποδιοργανώνοντας πλήρως το pick ‘n’ roll του Los Angeles. O Jordan υπήρξε θεϊκός: σκόραρε 33 πόντους με 15 στα 18 σουτ, τα 13 εκ των οποίων ήταν συνεχόμενα εύστοχα, έκανε ίσως το καλύτερο παιχνίδι της καριέρας του, ένα από τα καλύτερα στην ιστορία του NBA. Σε εκείνο το δεύτερο παιχνίδι έγινε και η φάση που επαναλαμβάνεται ασταμάτητα έκτοτε σε όλα τα αφιερώματα των τελικών, μια εποποιΐα που το NBC παρουσιάζει κάθε μα κάθε χρονιά προσθέτοντας απλώς μια αναφορά: just perfect.

Ο Jordan απέφυγε τον προσωπικό φρουρό του με μια "πλαστική" προσποίηση, μπήκε στο ζωγραφιστό και απογειώθηκε για το - αναμενόμενο - κάρφωμα. Τη μπάλα την είχε στο δεξί του χέρι, όταν ο AC Green ορθώθηκε μπροστά του για να τον σταματήσει. Κάθε άλλος παίκτης θα είχε πασάρει ή θα προσπαθούσε να πάρει το φάουλ αναζητώντας την επαφή, έστω θα προσπαθούσε να περάσει τη μπάλα πάνω από το χέρι του αμυντικού και να δώσει καμπύλη στην τροχιά. Όχι όμως ο Jordan. Eν πτήση, πέρασε την μπάλα από το δεξί στο αριστερό, απέφυγε με μια απίστευτη κίνηση του σώματος τον AC Green που έμεινε έκπληκτος να απορεί κοιτώντας τον Air να αφήνει τη μπάλα στο καλάθι. Just perfect.

 

Συγκλονιστικό και το τρίτο παιχνίδι στο Chicago, όπου οι Bulls επικράτησαν με 104-96 στην παράταση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Jordan σκόραρε τους 6 από τους 12 πόντους της ομάδας. Το τέταρτο παιχνίδι πιο άνετο: 97-82 και η σειρά στο 3-1, το δαχτυλίδι λαμπύριζε, ήταν πιο κοντά από ποτέ. Οι Lakers παγιδευμένοι στην άμυνα και τη διάθεση των Bulls πυροβoλούσαν άσφαιρα. 36% στα σουτ, με μόνο διασωθέντα έναν συγκινητικό Vlade Divac που αποδείχθηκε o πιο αξιόπιστος κρίκος των Lakers κλείνοντας εκείνη τη σειρά με μέσους όρους hall of famer: 18.2 πόντους, 8.8 ριμπάουντ και 2.4 κοψίματα. Το πέμπτο ματς είναι το ματς του John Paxson, οι δικοί του 10 πόντοι στο τελευταίο πεντάλεπτο έκριναν τον τίτλο, δικαίως ανακηρύχθηκε σε αφανή ήρωα εκείνης της βραδιάς. Η σειρά όμως ανήκε σε έναν. Ο Jordan ολοκλήρωσε τους πέντε αγώνες των τελικών έχοντας τρομακτικά στατιστικά: 31.2 πόντοι, 56% στα σουτ και 85% από τη γραμμή. Επιπλέον, 11.4 ασίστ, 6.6 ριμπάουντ, 1.4 μπλοκ και 2.8 κλεψίματα.

Με το που τελείωσε το πέμπτο παιχνίδι, έτρεξε στα αποδυτήρια του Forum. Εκεί, με τον πατέρα του James στα αριστερά και τη Juanita δεξιά, έκλαψε. "I‘m numb" ήταν η φράση που ψέλλισε σαν – επιτέλους – πρωταθλητής του ΝΒΑ. Ήταν η πρώτη δικαίωση για πολλά χρόνια αμφισβήτησης, το πρώτο δαχτυλίδι και ως γνωστόν, ποτέ δεν είναι ξανά σαν την πρώτη φορά. Την ίδια στιγμή, στο παρκέ ο Jack Nicholson (αιώνιος Laker fan) αγκάλιαζε το Phil Jackson και ο Magic έψαχνε τον Jordan. Πήγε στα αποδυτήρια, ζήτησε να τον δει. Του είπε με ειλικρίνεια ότι θέλει να θάψουν τις όποιες παλιές διαφορές, του έδωσε συγχαρητήρια και ευχήθηκε όλα αυτά να είναι η απαρχή μιας ειλικρινούς και δυνατής φιλίας. Ο Jordan συγκινήθηκε ξανά, ο Magic ήταν το είδωλο των παιδικών του χρόνων, ο ίδιος είχε αλλάξει, δεν ήταν πια ο άξεστος rookie από το North Carolina, ήταν ο Michael Jordan.

 

Δάκρυα για 1.25 εκατομμύρια

Μετά το καθιερωμένο πάρτι στο Ritz Carlton στη Marina del Rey, οι νικητές Bulls επέστρεψαν στο Chicago όπου τους περίμεναν στο Grant Park περισσότεροι από 700 χιλιάδες άνθρωποι. Όλοι με την ίδια φράση κολλημένη στο στόμα: “I wanna be like Mike”. Έγινε μέχρι και trademark από τη Gatorade, έναν από τους δεκάδες σπόνσορες του Jordan, που είδε τη δημοτικότητά του να εκτοξεύεται σε επίπεδα που και ο ίδιος δεν μπορούσε να φανταστεί. Αγκαλιάστηκε μέχρι και με τον Krause, η ευτυχία ήταν έκδηλη σε όλο το Chicago εκείνον τον καιρό, ο Michael ήταν επιτέλους ευτυχισμένος. Αποφάσισε να χαλαρώσει το καλοκαίρι παίζοντας golf με τον Esquinas, ο οποίος στο μεταξύ, χρωστούσε πια 98 χιλιάδες δολάρια στον Jordan από διάφορα στοιχήματα μέσα στη σεζόν.

Ο Esquinas του πρότεινε ένα κλασσικό «διπλά ή τίποτα» ο Jordan δέχτηκε αμέσως. Για δέκα μέρες στο Aviara Golf Club του San Diego έπαιζαν golf στοιχηματίζοντας όλο και πιο «χοντρά». Ο Jordan όχι μόνο έχασε τα 98 χιλιάδες δολάρια, αλλά έφτασε να χρωστάει στον Esquinas 626 χιλιάδες. Ήταν πολύ εκνευρισμένος που έχανε συνέχεια, όταν ο Esquinas του είπε να σταματήσουν, αντιπρότεινε «διπλά ή τίποτα». O Esquinas κοντοστάθηκε. Πια μιλούσαν για 1,25 εκατ. δολάρια. Ο Jordan ξαναέχασε και εξοργισμένος αποχώρησε. Επέστρεψε στο Wilmington να τιμηθεί, παρόντος του Dean Smith, άρχισε να κλαίει ενώ δεν το συνήθιζε ποτέ. Η Juanita έτοιμη σκούπισε τα δάκρυα και απέδωσε τα πάντα στη συγκίνηση από την εκδήλωση, αλλά και από την είδηση ότι επιλέχθηκε για την Ολυμπιακή ομάδα των ΗΠΑ στους αγώνες της Βαρκελώνης. Ο Smith κούνησε απλώς το κεφάλι του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Μάικλ Τζόρνταν: Η γέννηση και τα παιδικά χρόνια

Μάικλ Τζόρνταν: Το γυμνάσιο, ο βιασμός και ο ρατσισμός

Μάικλ Τζόρνταν: Το κολλέγιο και το σουτ-πεπρωμένο

Μάικλ Τζόρνταν: Το πρώτο αίμα και το deal με τη Nike

Μάικλ Τζόρνταν: Η ιστορική πτήση και η "εξωγήινη" σεζόν

Μάικλ Τζόρνταν: The Shot

Μάικλ Τζόρνταν: Three-peat, θάνατος του πατέρα και αντίο

Μάικλ Τζόρνταν: Διάλειμμα για baseball και "I'm back"

Μάικλ Τζόρνταν: Σκάνδαλα, back-to-back και Dream Team

Μάικλ Τζόρνταν: Το δεύτερο three-peat, το τέλειο αντίο

Μάικλ Τζόρνταν: Τελευταία επιστροφή, τελευταίο αντίο