Μάικλ Τζόρνταν: Τελευταία επιστροφή, τελευταίο αντίο

Ο Τζόρνταν λέει ξανά αντίο αλλά και never say never. Ο ρόλος του παράγοντα δεν του πηγαίνει και επιστρέφει στα 38, κόντρα σε όλους. Όχι για εκείνον, για το παιχνίδι. Μαγεύει στα 38, στα 39, στα 40. Αποχωρεί. Τότε, τώρα και για πάντα.

Μάικλ Τζόρνταν: Τελευταία επιστροφή, τελευταίο αντίο

Ο τελευταίος χορός στο Salt Lake City έχει τελειώσει, ο Jordan μετά τους καθιερωμένους εορτασμούς, σβήνει τις μηχανές, θέλει να ηρεμήσει και να φύγει από μέσα του όλο το άγχος και η πίεση μιας σεζόν που σε όλους φάνηκε «η τέλεια σεζόν», αλλά ίσως ήταν η δυσκολότερη από άποψη προσωπικών σχέσεων μέσα στην ομάδα. Θα δει το Jerry Reinsdorf προτού φύγει στο Great Hills για να παίξει golf. Ο ιδιοκτήτης των Bulls ουσιαστικά του λέει πως τώρα είναι η στιγμή, είναι το τέλειο timing να αποχωρήσει στον κολοφώνα της δόξας του. Είναι 35 ετών, έχει κατακτήσει κάθε πιθανή και απίθανη ατομική διάκριση, 6 πρωταθλήματα, ολυμπιακά χρυσά μετάλλια. Τα χρήματα είναι μια ξεχωριστή συζήτηση, επί της ουσίας για πολλά χρόνια το κύριο εισόδημά του δεν προερχόταν από τη σύμβασή του με τους Bulls, αλλά από χορηγούς και λοιπές συμφωνίες εκμετάλλευσης του ονόματος και της εικόνας του. Η Nike δεν είχε απολύτως καμία πρόθεση να διακόψει τη συνεργασία μαζί του, ήταν ο Michael Jordan, πάντα θα είναι ο Michael Jordan.

Νever say never

Μέσα του δεν είχε ξεκαθαρίσει τι θα κάνει, η απόφαση του Phil Jackson να αποχωρήσει από τους Bulls ήταν η πρώτη και κύρια απογοήτευση, όταν ο Krause αποφάσισε να ανταλλάξει τον Pippen στο Houston, η απογοήτευση έγινε αποδοχή. Άπαντες υπέθεταν ότι ο Jordan αποχώρησε από το μπάσκετ. Επίσημη τοποθέτηση δεν υπήρχε, το lock out και η σύγκρουση ιδιοκτητών και ένωσης παικτών είχε βάλει το ΝΒΑ σε μια διαδικασία «εσωτερικότητας» και με την αλλαγή δεδομένων δεν υπήρχε καν ο χρόνος για να κλείσει η εποχή Michael Jordan. Ο ίδιος εμπιστευόταν ελάχιστους ανθρώπους, ανέκαθεν οι φιλίες του ήταν ένα προβληματικό κομμάτι του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του, συνήθιζε να κλείνεται ακόμα περισσότερο στον εαυτό του μπροστά σε κάθε μεγάλη αλλαγή στη ζωή του, στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για μια απόφαση ζωής.

 

Παρόλα αυτά, έδειχνε σαν παγιδευμένος σε ένα limbo, έμοιαζε σαν να χρειαζόταν ένα πολύ οικείο πρόσωπο να αποταθεί και τέτοιο δεν υπήρχε. Ίσως εκεί έγινε αντιληπτό για ποιον λόγο σε κάθε δύσκολη καμπή της ζωής του αναζητούσε το James και πόσο σημαντική ήταν η απώλειά του και σε επίπεδο προσωπικότητας. Η σχέση του με τη Deloris δεν ήταν η ίδια με παλιότερα, με τα αδέρφια του ήταν απομακρυσμένος, ειδικά με τη Sis από τη στιγμή που έφτασε στ’ αυτιά του η πρόθεσή της να εκδώσει βιβλίο σχετικά με την οικογένεια, η σχέση ήταν ανύπαρκτη. Ο Jordan θεωρούσε ότι ο απώτερος σκοπός της ήταν ανέκαθεν οικονομικός, ήξερε ότι το μισό δις δολάρια της περιουσίας του ήταν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των στενών συγγενών του. Δεν του ζητούσαν ευθέως χρήματα, πάντα όμως εμπλεκόταν πλαγίως είτε στις αποτυχημένες επενδύσεις τους είτε στις έκτακτες ανάγκες του καθενός. Κι όταν εμφανιζόταν κατ’ αρχήν αρνητικός, πάντα θα βρισκόταν κάποιος από το περιβάλλον του να του υπενθυμίσει ότι με τον James «που τους είχε καταστρέψει τη ζωή», υπήρξε πάντα γενναιόδωρος.

Ο Jordan βίωνε μια κατάσταση που ήταν πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήθελε ο κόσμος απ’ αυτόν, τι ήθελαν οι Bulls, οι fans, η οικογένειά του. Κατά βάση δεν ήξερε ούτε ο ίδιος. Το Δεκέμβριο το lock out επιτέλους τελειώνει, ο Reinsdorf τηλεφωνεί πρώτα στον Jordan: «Τον Ιανουάριο είναι η κατάλληλη στιγμή να επικοινωνήσεις στον κόσμο την απόφασή σου». 13 Ιανουαρίου του 1999 σε μια απίστευτα ευρεία συνέντευξη Τύπου στο United Center, ο Jordan ανακοινώνει την αποχώρησή του από την ενεργό δράση. Όταν οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν εάν η απόφασή του είναι τελική, χαμογελάει και με τη μπάσα φωνή του απαντά “never say never”. Δεν είναι ότι δεν είχε ωριμάσει η ιδέα μέσα του όπως θα πει αργότερα, απλώς βιωματικά πια, ήξερε ότι στη ζωή δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα. «Όταν το είπα ήμουν σίγουρος 99% ότι θα είναι έτσι. Πάντοτε υπήρχε όμως το 1%». Από εκείνη τη συνέντευξη Τύπου έλειπαν όλα τα μέλη της οικογένειάς του.

Ο ρόλος στους Wizards

Λίγο καιρό μετά την αποχώρησή του, ξεκίνησε μια τεράστια κουβέντα σχετικά με το πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τους Bulls. Ο ίδιος θα ήθελε ένα ποσοστό συνιδιοκτησίας, αλλά αυτά ήταν δύσκολα πράγματα όταν απέναντί σου έχεις έναν πολύ σκληρό επιχειρηματία όπως ο Jerry Reinsdorf. Ο Falk έκανε μια προσέγγιση, αλλά ήταν η πρώτη φορά που δεν είχε εκείνος το καλό χαρτί στα χέρια του. Ο Reinsdorf θα μπορούσε να ενδώσει μόνο στην περίπτωση που θα ήθελε να το δει σαν «επιβράβευση» της προσφοράς του Jordan στους Bulls. Δεν το είδε, αναμενόμενο. Ο Jordan πιθανόν πικράθηκε, αλλά ο εγωισμός του δεν επέτρεπε να το βγάλει ποτέ προς τα έξω. Συνέχισε να παίζει golf και άφησε το entourage του να ασχοληθεί με τον τρόπο που θα μείνει «κοντά» στο ΝΒΑ.

Οι πρώτες φήμες ενέπλεξαν τους Bucks και πράγματι υπήρχε βάση και μάλιστα και ένα είδος κατ’ αρχήν συμφωνίας. Ο ιδιοκτήτης των Bucks όμως, Herb Kohl, φέρεται να έκανε πίσω λίγο πριν τις υπογραφές για αδιευκρίνιστο λόγο. Το πρόσκαιρο κενό εκμεταλλεύθηκε ο κροίσος της the America Online Ted Leonsis, συνιδιοκτήτης των Washington Wizards, ενώ ο Jordan είχε δηλώσει στον Falk την πρόθεσή του να προσεγγιστεί ο George Shinn, ιδιοκτήτης των Charlotte Hornets. Ο κύριος μέτοχος των Bullets (και νυν Wizards) Abe Pollin πείστηκε τελικά από τον Kohl και ο Jordan μπήκε στο σχήμα, του δόθηκε μάλιστα και ο τίτλος του  basketball executive, παρ’ ότι δεν είχε την παραμικρή εμπειρία από management. Ο Jordan πήρε σοβαρά το ρόλο του, ξεκίνησε να στελεχώνει τους Wizards με αποκλειστικής του επιλογής συνεργάτες, προσπάθησε μάλιστα να πείσει και τον John Paxson να αφήσει τη θέση assistant στους Bulls για να τον ακολουθήσει. Λίγο αργότερα θα έπειθε τον Doug Collins, κίνηση που ουσιαστικά του επέτρεψε να επιστρέψει για τρίτη φορά.

Θα φέρει στην Washington τον παλιό συμπαίκτη και φίλο Rod Higgins, κυρίως θα πείσει το πρώην μέλος του τεχνικού team των Bulls, Johnny Bach πάρει μέρος στο project που ήθελε να στήσει, για να αναστήσει μια (πολύ) μέτρια ομάδα του ΝΒΑ, η οποία υπό την ιδιοκτησία του Pollin, είχε ήδη μετακομίσει από τη Βαλτιμόρη στην πρωτεύουσα και κατόπιν για λόγους marketing και αμερικανικού πουριτανισμού, είχε αλλάξει και την ονομασία της από Bullets σε Wizards. O Jordan περίμενε ότι και μόνο η παρουσία του στο management θα άλλαζε το status της ομάδας και οι νεαροί παίκτες θα εμπνευστούν αποδίδοντας τα μέγιστα. Έκανε λάθος και ξεκίνησε να προβληματίζεται πολύ σοβαρά, αφού δεν μπορούσε να αποβάλλει από μέσα του το competitiveness που είχε ως παίκτης. Ήταν άνοιξη όταν στράφηκε στον Bach με τον οποίον γνωρίζονταν πολλά χρόνια και του εκμυστηρεύθηκε την πρόθεσή του να παίξει.

 

Το κάνω για το παιχνίδι

Ο Bach εξεπλάγη, αλλά είδε στο βλέμμα του Jordan μια φλόγα που του θύμισε τον παλιό Michael, εκείνον που θεωρούσε εαυτόν καλύτερο όλων. Το πρόβλημα ήταν πως η φυσική του κατάσταση σε συνδυασμό με τα κατεστραμμένα του γόνατα, απαγόρευαν την εμπλοκή σε επαγγελματικό επίπεδο με το μπάσκετ. Είχε παχύνει, δεν ζούσε τη ζωή ενός αθλητή και απολύτως φυσιολογικά η ηλικία του, είχε πάρει μαζί της την πλειονότητα των αθλητικών προσόντων του. Ο Jordan τα γνώριζε βέβαια αυτά που αντέταξε ο Bach, γι’ αυτό φρόντισε να (ξανα)καλέσει τον Tim Grover, τον άνθρωπο που τον είχε «επαναφέρει» στην επιστροφή του στο μπάσκετ μετά το ατυχές διάλειμμα του baseball.O Bach και πάλι προσπάθησε να τον μεταπείσει λέγοντάς του πως η ομάδα δεν είναι ανταγωνιστική και θα βρεθεί να μάχεται χωρίς λόγο σε σχέση με το παρελθόν, ο κόσμος τον θυμάται πρωταθλητή και όχι μέλος μιας ομάδας που μετά βίας μπορεί να βρεθεί στη ζώνη των play offs.

Ο Jordan όμως τον αφόπλισε: «εάν οι μικροί δουν εμένα να δουλεύω και να μάχομαι, θα ενδιαφερθούν. Δεν το κάνω για μένα, το κάνω για το παιχνίδι». Τελικά αυτός ήταν ο Jordan, ένας άνθρωπος που αγαπούσε το παιχνίδι πιο πολύ και από το νάρκισσο εαυτό του. Ίσως βέβαια μέσα του να ήξερε πως αν γυμναστεί θα κατορθώσει και πάλι να καταπλήξει το μπασκετικό σύμπαν. Ο Bach πείστηκε, έβγαλε και έναν δακρύβρεχτο λόγο περί Rocky Marciano και Joe Di Maggio που συγκίνησε τον Jordan και έκανε τον Pollin να τρίβει τα χέρια του σκεπτόμενος τα δολάρια να ρέουν. Ο Jordan όχι μόνο επέστρεψε αλλά λίγο πριν τα 40 του χρόνια έκλεισε με 22 πόντους μ.ο. γέμισε μια αρένα που δεν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ τόσο μεγάλες δόξες και στην ουσία απέδειξε πως ακόμα και στα 38 και στα 40 του, είναι ανώτερος όλων εκείνων των «αστέρων» που τον διαδέχτηκαν. Αυτό που έκανε ο Michael με τους Wizards, ήταν και θα παραμείνει το μεγαλύτερο επίτευγμα για τους λάτρες του. Ο Θέμης Καίσαρης το αποτύπωσε άψογα στο Contra.gr το Σεπτέμβριο του 2014.

Στις 16 Απριλίου του 2003 δόθηκε η τελευταία παράσταση στη Philadelphia. Καθόταν στον πάγκο χαμογελαστός όταν ολόκληρο το First Union Center κραύγαζε “We want Mike”. O Doug Collins πήγε από πάνω του, ο Michael χαμογελούσε αμήχανα πια, προσπαθούσε να τον πείσει να επιστρέψει στο παρκέ. Με 2’35’’ για το τέλος, ο Mike σηκώνεται, το πλήθος τρελαίνεται. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, ο Eric Snow του κάνει φάουλ για να τον στείλει στη γραμμή. Ευστοχεί και στις δύο. Ο Simmons ξανακάνει φάουλ στον Salmons για να ξανασταματήσει το χρονόμετρο και ο Michael Jordan απολαμβάνει το τελευταίο standing ovation της καριέρας του. Είχαν προηγηθεί πάρα πολλά, σε κάθε γήπεδο που εμφανιζόταν να αγωνιστεί στην τρίτη επιστροφή, το κοινό ήξερε μέσα του ότι ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία. Επί 4 λεπτά τον χειροκροτούν fans, συμπαίκτες, αντίπαλοι, διαιτητές, η γραμματεία, οι δημοσιογράφοι, οι κάμεραμεν, όποιος άνθρωπος ανέπνεε μέσα στο Union Center. Η αυλαία έπεσε.

Έξω απ'τα νερά του

Ο μοναδικός που δεν συγκινήθηκε από την αποχώρηση του MJ ήταν ο Abe Pollin. Δεν πέρασαν ούτε τρεις εβδομάδες από την αποχώρησή του όταν στις 7 Μαΐου του ανακοίνωσε πως απολύεται από το διοικητικό σχήμα των Wizards. Ο Jordan το εξέλαβε ξεκάθαρα σαν προδοσία, είχε παραχωρήσει το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του στον Pollin όταν αποφάσισε να επιστρέψει στους αγωνιστικούς χώρους και είχαν συμφωνήσει πως όταν ολοκληρώσει την καριέρα του, θα επέστρεφε στο διοικητικό σχήμα. Ως παράγοντας όμως ποτέ δεν ήταν τόσο επιτυχημένος, η θέση του ήταν πάντοτε μέσα και όχι έξω από το παρκέ. Μια διοικητική θέση θα κόστιζε πολλά χρήματα στον Pollin που δεν ήταν διατεθειμένος να αναλαμβάνει τα οικονομικά ρίσκα από τις αποφάσεις του Jordan και παρά τη γενική κατακραυγή, το κεφάλαιο Wizards από οποιοδήποτε πόστο, έκλεισε.

Άνοιξε βέβαια εκείνο των Bobcats στους οποίους αγόρασε ένα μικρό ποσοστό λίγο καιρό αργότερα, μετά από μια τρελή ιστορία σε ένα strip-club στη Charlotte, όπου μαζί με τον Mark Cuban (ιδιοκτήτη των Dallas Mavericks) τον παλιό του συμπαίκτη Charles Oakley και μερικούς ακόμη φίλους, γνώρισε τον Robert Johnson και προέκυψε η συνεργασία μετά από μια παρτίδα μπιλιάρδο. Εκείνη την εποχή βέβαια, το τελευταίο που τον απασχολούσε είναι το management, αφού αντιμετώπιζε ένα από τα σκληρότερα διαζύγια στην αμερικανική νομολογία. Με τη Juanita είχαν απομακρυνθεί πολύ καιρό, οι αλλαγές στη ζωή του, η μεταβατική περίοδος από αθλητής σε παράγοντας, ξανά αθλητής και πλέον «απλώς» Michael Jordan, επέφεραν και αναπόφευκτες αλλαγές στην προσωπική του ζωή. Ο δικαστικός συμβιβασμός του πολύκροτου διαζυγίου, κόστισε στον Jordan το αστρονομικό ποσό των 150 εκατομμυρίων δολαρίων.

 

Είχε ήδη γνωρίσει το top model Yvette Prieto, που θα γινόταν η μέλλουσα σύζυγός του, ήταν εμφανές όμως πως εκτός μπάσκετ αισθανόταν έξω απ’ τα νερά του. Του έλειπε πολύ το μπάσκετ, φάνηκε πάνω απ’ όλα όταν το 2009 εντάχθηκε στο Hall of Fame, όπου περιέργως επέλεξε τον Johnny Bach να τον συνοδεύσει και όχι το Phil Jackson όπως θα περίμενε κανείς. Τα δάκρυα του Jordan κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ήταν το μεγάλο παράπονο που η καριέρα του δεν κράτησε για πάντα. Έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του εκείνη η βραδιά στο Springfield, μίλησε για τον αείμνηστο Dean Smith, θυμήθηκε στιγμές της καριέρας του, μεγάλες και μικρές, ήταν τόσο τρακαρισμένος όσο την πρώτη φορά που ο coach του στο Lane High του είπε «μπαίνεις». Τα έχασε, ο λόγος του έγινε αντικείμενο κριτικής και τα media, ο κόσμος του μπάσκετ, τον αποδοκίμασαν, διότι είπε τόσα πολλά, επιδοκίμασε και αποδοκίμασε τόσους ανθρώπους που οι παρευρισκόμενοι απορούσαν. Δεν είχε καν ετοιμάσει το λόγο του, άνοιξε την ψυχή του και μίλησε.

Ποτέ άλλοτε δεν είχε εμφανιστεί αυτός ο Jordan ενώπιον κοινού, πολλοί κατάλαβαν τότε τη σχέση του με τον πατέρα του, το πόσο εύθραυστος ήταν και πόσο προσπαθούσε να διατηρήσει την εικόνα που είχαν όλοι γι’ αυτόν. Έβγαλε από μέσα του όλα όσα δεν είχε πει για δεκαετίες, το timing ήταν πολύ κακό, αλλά αν δεν εξωτερίκευε τα συναισθήματά του, δεν θα έβρισκε ποτέ ένα μέρος από την ψυχική του ισορροπία. Δεν έπεται ότι ο καλύτερος εντός παρκέ είναι και ο καλύτερος εκτός. Στο μυαλό του θα είναι πάντα ο #1, είναι ο #1 αλλά υπό διαφορετικό πρίσμα, με άλλες συνθήκες, αποτυπωμένος κυρίως σε εκείνους που τον έζησαν και ήταν τυχεροί να ζουν την ίδια εποχή μαζί του. Αλλά είχε αδυναμίες, είναι ανθρώπινος, θνητός. Αυτό ο κόσμος δεν μπορούσε να το καταλάβει, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την ψυχοσύνθεση αυτού του ανθρώπου, πολύ απλά γιατί κανείς δεν θα κατορθώσει ποτέ έστω να πλησιάσει το επίπεδό του στο άθλημα που μεγαλούργησε.

Τότε, τώρα και για πάντα

Δεν έχουν σημασία ούτε οι τίτλοι, τα ρεκόρ, οι πόντοι, τα βραβεία mvp, η παραμυθένια καριέρα. Σημασία έχει ότι, όπως γίνεται με όλους τους χαρισματικούς ανθρώπους, τις προσωπικότητες που σημάδεψαν και άλλαξαν για πάντα τομείς της ζωής μας, ο Michael Jordan παραμένει ένας άνθρωπος που ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβουμε. Μπορούμε μόνο να μεταδώσουμε την κληρονομιά του στις νεότερες γενιές και να τον βάλουμε στο ίδιο κάδρο με τον Ayrton Senna, το Diego Armando Maradona, τον Usain Bolt, τον Cassius Marcellus Clay ή αλλιώς Muhammad Ali. Το κάδρο υπογράφεται από την ίδια την ιστορία και έχει τίτλο «τότε, τώρα και για πάντα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Μάικλ Τζόρνταν: Η γέννηση και τα παιδικά χρόνια

Μάικλ Τζόρνταν: Το γυμνάσιο, ο βιασμός και ο ρατσισμός

Μάικλ Τζόρνταν: Το κολλέγιο και το σουτ-πεπρωμένο

Μάικλ Τζόρνταν: Το πρώτο αίμα και το deal με τη Nike

Μάικλ Τζόρνταν: Η ιστορική πτήση και η "εξωγήινη" σεζόν

Μάικλ Τζόρνταν: The Shot

Μάικλ Τζόρνταν: Δάκρυα για το πρώτο δαχτυλίδι

Μάικλ Τζόρνταν: Three-peat, θάνατος του πατέρα και αντίο

Μάικλ Τζόρνταν: Διάλειμμα για baseball και "I'm back"

Μάικλ Τζόρνταν: Σκάνδαλα, back-to-back και Dream Team

Μάικλ Τζόρνταν: Το δεύτερο three-peat, το τέλειο αντίο