"Μπει μπει ή μπει δεν μπει";

Το "χλατσωτό", η "άκοφτη" πάσα, το "βραζιλιάνικο", το "ρολόι". Το Contra.gr κάνει βουτιά στο μπασκετικό μας παρελθόν και θυμάται όλα όσα είχαμε ζήσει μικροί στο γήπεδο μπάσκετ της γειτονιάς μας.

"Μπει μπει ή μπει δεν μπει";

Κάθε μπασκετόφιλος που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να έχει σε μια κούτα κάπου στο πατάρι του ένα ξεφτισμένο περικάρπιο με σήμα ομάδας του NBA, μία μπάλα Spalding με τουλάχιστον ένα "καρούμπαλο" και ένα μπλουζάκι από τη συμμετοχή του σε κάποιο τουρνουά 3on3.

Εμείς κατεβάσαμε αυτή την κούτα από το πατάρι, φορέσαμε το περικάρπιο στον αγκώνα όπως το φορούσε ο Τζόρνταν, πήραμε την μπάλα με το "καρούμπαλο" -την μπλούζα δεν την φορέσαμε, γιατί μας έφτανε μέχρι τον αφαλό -και πήγαμε στο γηπεδάκι της γειτονιάς. Μετά από δύο μονάκια στα "21" και μπόλικα αγκομαχητά αράξαμε στα παγκάκια και χαζεύαμε τις μπασκέτες.

Μέχρι να έρθει ο φύλακας να κλείσει τα φώτα και να μας "διώξει" ευγενικά είχαμε προλάβει να κάνουμε ένα ταξίδι αναμνήσεων στο μπάσκετ που παίζαμε στα γηπεδάκια της γειτονιάς μας, όταν ήμασταν μικροί.

Ανεβείτε στο πατάρι, ανοίξτε την κούτα των μπασκετικών σας αναμνήσεων και ελάτε να ταξιδέψουμε παρέα.

Το λεξικό του μπάσκετ

Πριν την έναρξη κάθε "μονού" ακολουθούσε ο εξής διάλογος μεταξύ των δύο αντιπάλων ή των εκπροσώπων των δύο αντίπαλων ομάδων για να αποφασιστεί ποιος θα έπαιρνε την μπάλα:

-Πρότεινε.

-Από εδώ (και ο παίκτης πήγαινε π.χ. στην βολή κρατώντας την μπάλα). Το χεις;

-Ναι. "Μπει μπει" ή "μπει δεν μπει";

Κατά 95% διάλεγε "μπει δεν μπει", σούταρε και ξεκινούσε το παιχνίδι.

"Μπει μπει": Δύο παίκτες σούταραν από το ίδιο σημείο μέχρι να το έβαζε μόνο ο ένας από τους δύο. Τότε αυτός θα είχε την μπάλα στην πρώτη φάση του παιχνιδιού. Το "μπει μπει" επιλεγόταν πολύ σπάνια, γιατί ήταν χρονοβόρο, αφού μπορούσε να συνεχιστεί επ' άπειρον όσο ευστοχούσαν ή αστοχούσαν και οι δύο παίκτες.

"Μπει δεν μπει": Εδώ τα πράγματα ήταν πιο γρήγορα και πιο απλά. Μετά από συνεννόηση των δύο αντιπάλων σούταρε μόνο ο ένας. Αν έβαζε το σουτ, έπαιρνε την μπάλα, ενώ αν το έχανε την έπαιρναν οι αντίπαλοι.

Ασάλιωτο/ Άγγιχτο/Χλατς/Χλατσί/Χλάτσα/Χλατσαριστό: Το σουτ που έμπαινε στο καλάθι χωρίς να ακουμπήσει καθόλου στο ταμπλό ή στο στεφάνι. Το "χλατς" ήταν ο ήχος που θεωρητικά έκανε η μπάλα ακουμπώντας μόνο το διχτάκι.

Σε έβγαλα παρθένα/Παρθενιά: Τη συγκεκριμένη φράση την χρησιμοποιούσε ο νικητής του μονού και σήμαινε ότι κέρδισε χωρίς να αφήσει τον αντίπαλο του να πετύχει ούτε ένα πόντο.

Τούβλο: Σουτ με περισσότερη δύναμη από αυτή που χρειαζόταν, με αποτέλεσμα να βρίσκει συνήθως μόνο το ταμπλό.

"Πατάει γραμμή": Αγαπημένη φράση και αιτία ξεκινήματος πολλών καβγάδων για το κατά πόσο κάποιος παίκτης που είχε την μπάλα πατούσε γραμμή.

Καρούμπαλο: Έτσι ονομάζαμε τα εξογκώματα που έβγαζε μια μπάλα μπάσκετ μετά από κακή χρήση και έμοιαζαν με καρούμπαλα. Όταν έβγαζε μια μπάλα "καρούμπαλο" στην ουσία αχρηστευόταν, αφού αλλού την έσκαγες και αλλού βρισκόταν. Για αυτό υπήρχε ο άγραφος κανόνας πως δεν έπρεπε με τίποτα να κλωτσάμε μια μπάλα μπάσκετ.

Οι κανόνες

 

Οι βασικοί κανόνες του "μονού" ήταν ίδιοι με αυτούς του διπλού με κάποιες εξαιρέσεις:

Πόντοι: Για κάποιον λόγο που θα μείνει αδιευκρίνιστος στα βάθη των αιώνων τα δίποντα στο μονό μετρούσαν για ένα πόντο και τα τρίποντα για δύο.

Τρίποντο ή φάουλ: Στην αρχή του παιχνιδιού οριζόταν αν η κάθε ομάδα θα έπρεπε να βγάλει την μπάλα από το τρίποντο ή από την ρακέτα (γραμμή των ελευθέρων βολών) πριν ξεκινήσει την επίθεσή της.

Κομμένη/Άκοφτη: Άλλο ένα πράγμα που έπρεπε να οριστεί πριν ξεκινήσει το παιχνίδι ήταν το κατά πόσο επιτρεπόταν να κοπεί η πρώτη πάσα.

Τα φάουλ έπρεπε να τα ζητάει αυτός που τα δεχόταν: Επρόκειτο για τον πιο παράλογο κανόνα του παιχνιδιού, για αυτό και αποτελούσε αιτία για χοντρούς τσακωμούς. Αν σε κάποια φάση γινόταν φάουλ, αλλά το ζήταγε κάποιος άλλος πλην αυτού που το δεχόταν, δεν δινόταν φάουλ. Εκείνη τη στιγμή ο παίκτης που είχε κάνει το φάουλ σε ένδειξη ανωτερότητας αλλά και ταυτόχρονης επίδειξης έλεγε: "Ήταν φάουλ, αλλά δεν το ζήτησε".

Για αυτό το λόγο ήταν συχνές οι παραινέσεις από συμπαίκτες σε άτομα που δεν ζητούσαν σχεδόν ποτέ φάουλ, να ζητούν και να μην το παίζουν σκληροί.

Η ισοπαλία: Τα περισσότερα μονά τα παίζαμε στα "21". Αν οι δύο ομάδες ήταν ισόπαλες 20-20, τότε το παιχνίδι παιζόταν μέχρι τα 22. Το ίδιο συνέβαινε και σε περίπτωση που το ματς έληγε στα 11 και το σκορ ήταν 10-10.

Τα παιχνίδια

Μονό/Μονάκι: Αγώνας που παιζόταν από 2 έως 10 παίκτες και βασιζόταν στους κανόνες του διπλού, έχοντας κάποιες δικές του ιδιομορφίες, τις οποίες αναφέρουμε στην κατηγορία "κανόνες".

 

Ρολόι: Στο ρολόι κάθε παίκτης άρχιζε με ένα σουτ κάτω από την μπασκέτα. Αν το έβαζε σούταρε από τρία "σημειωμένα" σημεία στην δεξιά πλευρά του "ζωγραφιστού". Μετά ακολουθούσε η βολή και μετά τα αντίστοιχα τρία σημεία από την αριστερή πλευρά του "ζωγραφιστού (στην ουσία ακολουθούσαμε την φορά του ρολογιού).

Στη συνέχεια ακολουθούσε το τρίποντο, όπου σουτάραμε από τα πέντε σημεία που γίνονται και οι σημερινοί διαγωνισμοί τριπόντων. Το παιχνίδι ολοκληρωνόταν όπως άρχισε, με σουτ δηλαδή κάτω από την μπασκέτα.

Ο κάθε παίκτης είχε δύο ευκαιρίες να σκοράρει από κάθε σημείο. Αν προσπαθούσε και 3η φορά και το έχανε, ξεκινούσε από την αρχή. Για το σουτ κάτω από την μπασκέτα επιτρεπόταν μόνο μία προσπάθεια.

Αλόγα: Επρόκειτο στην ουσία για ένα παρατεταταμένο "μπει δεν μπει". Στο παιχνίδι αυτό συμμετείχαν από δύο παίκτες και πάνω. Ο πρώτος που έπαιζε διάλεγε ένα σημείο του γηπέδου για να σουτάρει ή προσπαθούσε να κάνει ένα "εξεζητημένο" μπάσιμο. Αν σκόραρε, οι υπόλοιποι παίκτες ήταν υποχρεωμένοι να βάλουν το σουτ από το ίδιο σημείο ή να κάνουν το ίδιο ακριβώς μπάσιμο.

Σε περίπτωση που αποτύγχαναν έπαιρναν το πρώτο γράμμα από την λέξη "Α-Λ-Ο-Γ-Α". Σε κάθε γύρο του παιχνιδιού αναλάμβανε άλλος παίκτης να διαλέξει το σημείο που θα σούταρε και θα έπρεπε να τον μιμηθούν και οι υπόλοιποι. Κάθε αποτυχημένη προσπάθεια σήμαινε ένα επιπλέον γράμμα. Όποιος συμπλήρωνε τη λέξη "Α-Λ-Ο-Γ-Α" έβγαινε από το παιχνίδι. Νικητής ήταν αυτός που θα έμενε τελευταίος. 

Υπήρχε και αντίστοιχο παιχνίδι στο Game Boy το οποίο λεγόταν "H-O-R-S-E".

Βραζιλιάνικο/Πουστιά/31/21: Το παιχνίδι παιζόταν από δύο έως τέσσερις παίκτες. Ο πρώτος παίκτης σούταρε από την βολή. Αν το έβαζε έπαιρνε ένα πόντο. Αν το έχανε ξεκινούσε το πραγματικό παιχνίδι. Αφού η μπάλα έσκαγε δύο φορές, έπρεπε να την πιάσει ο επόμενος παίκτης και να σουτάρει από όποιο σημείο βρισκόταν. Κάθε σουτ μετρούσε για δύο πόντους και το τρίποντο για τρεις. Αν έβαζε το σουτ πήγαινε στις βολές, όπου για κάθε εύστοχη έπαιρνε έναν πόντο. Αν κάποιος παίκτης έκανε airball, ο επόμενος είχε το δικαίωμα να κάνει λέι απ.

Στο παιχνίδι γινόταν χαμός από την στιγμή που οι πόντοι κάποιου παίκτη πλησίαζαν τους "21", "31" ή όποιους είχε οριστεί ότι θα έβγαζαν τον νικητή. Τότε άρχιζε το παιχνίδι σκοπιμοτήτων. Ο προηγούμενος παίκτης από αυτόν που πλησίαζε την νίκη έπρεπε να "ζυγίσει" την απόφασή του. Αν το σουτ ήταν από θέση που πίστευε ότι το είχε, προσπαθούσε να το βάλει. Αν όχι, πετούσε με δύναμη την μπάλα στο στεφάνι ή στο ταμπλό, ώστε να πάει σε σημείο που ο αντίπαλος που διεκδικούσε τη νίκη να μην μπορεί να ευστοχήσει με τίποτα.

 

Αξιοσημείωτα ήταν τα άλματα που κάναμε αφού πιάναμε την μπάλα στον αέρα μετά το δεύτερο σκάσιμο της μπάλας. Προσπαθούσαμε να "προσγειωθούμε" μέσα ή έξω από την γραμμή του τριπόντου, ανάλογα με το τι ήταν πιο συμφέρον με βάση τους πόντους που είχαμε εκείνη τη στιγμή. Όποιος δεν προλάβαινε να πιάσει την μπάλα πριν εκείνη έσκαγε κάτω τρεις φορές, έδινε το δικαίωμα στον επόμενο να κάνει λέι απ.

Αν κάποιος μάζευε παραπάνω πόντους από τους "21" ή "31" "καιγόταν" και έχανε 10 ή ξεκινούσε από την αρχή.

Φόλοου: "Φόλοου" παίζαμε είτε για ζέσταμα είτε γιατί βαριόμασταν να παίξουμε οτιδήποτε άλλο. Εδώ δεν υπήρχαν πολλοί κανόνες, απλώς δύο διαφορετικοί τρόποι παιχνιδιού. Στον πρώτο, οι παίκτες έφτιαχναν ένα κύκλο και αντάλλαζαν πάσες όντας στον αέρα. Στην ουσία πηδούσαν για να δεχτούν την πάσα και την έδιναν πριν πατήσουν ξανά το έδαφος.

Στην δεύτερη εκδοχή, δεν αντάλλαζαν πάσες μεταξύ τους, αλλά όντας ο ένας πίσω από τον άλλο πέταγαν διαδοχικά την μπάλα στο ταμπλό. Και πάλι από τη στιγμή που έπιαναν την μπάλα μέχρι που την πέταγαν έπρεπε να βρίσκονται στον αέρα.

Οι "ποζεριές"

 

 

 

Τα γήπεδα μπάσκετ βρίσκονταν είτε μέσα σε σχολικά προαύλια, είτε κοντά σε πάρκα, με αποτέλεσμα στα γήπεδα ή γύρω από αυτά να περνάνε πέρα από τους παίκτες και διάφορα άλλα άτομα, όπως οι φίλοι, οι γονείς αλλά και τα (υποψήφια) κορίτσια των παικτών.

Η παρουσία κυρίως των κοριτσιών είχε ως αποτέλεσμα η απόδοση του κάθε παίκτη να βελτιώνεται σημαντικά σε σχέση με τις φορές που έπαιζε χωρίς κόσμο, ενώ παράλληλα υπήρχαν μία σειρά από πράγματα που έκανε το κάθε παιδί για να εντυπωσιάσει τόσο αντιπάλους και συμπαίκτες όσο και το "κοινό".

Κόλπα με την μπάλα: Το στριφογύρισμα της μπάλας πάνω στον δείκτη του χεριού. Δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρχε κόντρα για το ποιος μπορούσε να περιστρέφει την μπάλα για περισσότερα δευτερόλεπτα στο δάχτυλο του.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προθέρμανσης γινόντουσαν λέι απ με ντρίμπλες κάτω από τα πόδια ή πίσω από την πλάτη και γενικά κινήσεις που σχεδόν κανείς δεν μπορούσε να επαναλάβει κατά την διάρκεια ενός αγώνα.

 

Το ταμπλό: Πολλές φορές πριν από τα παιχνίδια παίρναμε φόρα και πηδούσαμε προσπαθώντας να ακουμπήσουμε το ταμπλό ως απόδειξη του ποιος πηδούσε πιο ψηλά. Σε μπασκέτες με διχτάκι, κάποιοι πηδούσαν, έπιαναν το διχτάκι και στην συνέχεια κάρφωναν για να αποθεωθούν από τους υπόλοιπους.

Τα περικάρπια: Δεν πρέπει να υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος που είχε σκουπίσει τον ιδρώτα του στο περικάρπιό του. Βασικά δεν πρέπει να υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος που να ήξερε σε τι χρησίμευε το περικάρπιο. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι είχαμε αγοράσει 2-3 περικάρπια με το σήμα ομάδων του ΝΒΑ τα οποία φορούσαμε στα 90's επηρεασμένοι από τις ελεύθερες μεταδόσεις των αγώνων του ΝΒΑ στην τηλεόραση.

Οι αερόσολες: Ιδέα δεν είχε κανείς και για τη χρησιμότητα της αερόσολας. Παρόλα αυτά, όλοι προσπαθούσαμε να πάρουμε το παπούτσι που είχε την μεγαλύτερη αερόσολα. Αν είχαμε το απαραίτητο χαρτζιλίκι αγοράζαμε παπούτσια με αερόσολα που έπιαναν ακόμα και ολόκληρη την σόλα.

Τα γήπεδα

 

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του μπάσκετ που παίζαμε μικροί σε σύγκριση με αυτό του ποδοσφαίρου ήταν ότι το μπάσκετ χρειαζόταν οριοθετημένο γήπεδο για να παιχτεί. Ακόμα και αν τα γήπεδα μπάσκετ ήταν πολλά σε ολόκληρη τη χώρα, πάντα τίθετο θέμα για το σε ποιους ανήκε το εκάστοτε γήπεδο.

Ο νόμος των "μεγάλων": Ένας προαιώνιος κανόνας που ίσχυε σε όλα τα μπασκετάκια ήταν αυτός των "μεγάλων". Δεν μπα να είχε πιάσει η παρέα σου πρώτη το γήπεδο, δεν μπα να βρισκόσασταν στη μέση ενός μονού που συναγωνιζόταν σε θέαμα το All Star Game του ΝΒΑ, μόλις εμφανιζόντουσαν οι πιο μεγάλοι ηλικιακά της περιοχής έπαιρναν το γήπεδο με το στανιό.

Η μεγαλύτερη παραχώρηση που έκαναν στους "μικρούς" ήταν να παιχτεί ένας ακόμη πόντος. Στο "τσακίρ" κέφι οι "μεγάλοι" αν δεν σχημάτιζαν ομάδα έπαιρναν 1-2 άτομα από τους "μικρούς", αφού πρώτα έκαναν κάποια υποτιμητική ερώτηση του τύπου "ξέρεις να σουτάρεις;" στον μέλλοντα συμπαίκτη τους.

Ο νόμος του καλύτερου: Σε περίπτωση που η ηλικιακή διαφορά των ομάδων που διεκδικούσαν το γήπεδο δεν ήταν μεγάλη, έπαιζαν ένα μονό μεταξύ τους και ο νικητής έπαιρνε το γηπεδάκι.

Η διαθεσιμότητα του γηπέδου: Πέρα από τις μεγαλύτερες ηλικιακά και τις καλύτερες ομάδες, κάθε παρέα που ήθελε να παίξει μπάσκετ είχε και κάποιους επιπλέον "εχθρούς". Ο πρώτος από αυτούς ήταν οι προπονήσεις των ερασιτεχνικών ομάδων. Στα περισσότερα γηπεδάκια έκαναν προπονήσεις όλα τα τμήματα των ερασιτεχνικών ομάδων (οι "junior", οι "παμπαίδες", οι παίδες, κτλ.), με αποτέλεσμα να υπήρχαν συγκεκριμένες ώρες μέσα στην εβδομάδα που μπορούσε κάποιος να πετύχει τα γήπεδα άδεια.

Ο δεύτερος είχε να κάνει με τα φώτα, αφού σε μερικά γήπεδα δεν άναβαν τους προβολείς το βράδυ ή δεν είχαν καθόλου προβολείς. Επομένως, κάθε παρέα που αγαπούσε το μπάσκετ όφειλε να "χαρτογραφήσει" όλα τα γηπεδάκια της περιοχής της, ώστε να ξέρει ποιες ώρες ήταν ελεύθερα από προπονήσεις και ποια είχαν φώτα, ειδικά το χειμώνα που νύχτωνε νωρίς. Επίσης, το ιδανικό γήπεδο διέθετε μπασκέτες με διχτάκι, για να ακούγεται το χαρακτηριστικό "χλατς" του εύστοχου σουτ.

Οι λεπτομέρειες που έδιναν "νοστιμιά" στο παιχνίδι

Η μπάλα: Πριν ξεκινούσαμε να παίζουμε αφιερώναμε λίγο χρόνο στο να αποφασίσουμε ποια μπάλα θα χρησιμοποιούσαμε. Κάθε ένας που είχε δική του μπάλα προσπαθούσε να πείσει τους υπόλοιπους ότι εκείνη ήταν η καλύτερη, αφού πίστευε πως κατά τη διάρκεια του αγώνα θα ήταν πιο εύστοχος με αυτή.

 

Η βρύση: Κάθε γηπεδάκι που "σεβόταν" τον εαυτό του είχε μια βρύση. Αυτή η βρύση έβγαζε νερό το οποίο είχε μεν γεύση σκουριάς, αλλά μετά από 2-3 μονάκια αποτελούσε το πιο "ξεδιψαστικό" νερό που είχαμε πιει στη ζωή μας.

Όσον αφορά τα διαλείμματα ανάμεσα στα παιχνίδια, πάντα κάποιοι προειδοποιούσαν τους υπόλοιπους να μην πιουν πολύ νερό, γιατί οι περισσότεροι έπιναν τόσο πολύ που δεν μπορούσαν από εκεί και πέρα να κουνηθούν και στην ουσία η μπασκετική ημέρα τελείωνε κάπου εκεί.

Τα σύρματα: Αρκετά από τα γηπεδάκια είχαν φύλακα, ο οποίος είχε συγκεκριμένο ωράριο. Έλα, όμως, που η όρεξη μας για μπάσκετ δεν περιοριζόταν στο πρόγραμμά του εκάστοτε φύλακα. Για να μην έχουμε, λοιπόν, την ανάγκη του είχαμε τρυπήσει τα σύρματα σε κάποια πλευρά του γηπέδου, σε τέτοιο μέγεθος, ώστε να μπορούμε να περάσουμε από μέσα.

Οι "μασκότ": Κάθε γηπεδάκι είχε έναν τύπο, ο οποίος ήξερε "καντάρια" μπάσκετ και άφηνε διάφορους μύθους να "κυκλοφορούν" γύρω από το όνομά του. Όπως ότι είχε πάθει χιαστούς λίγες μέρες πριν πάρει μεταγραφή σε ομάδα της Α1 ή ότι είχε τσακωθεί με τον προπονητή του, γιατί το ταλέντο του δεν μπορούσε να μπει σε "καλούπια" και συστήματα. Πήγαινε κάθε μέρα πρώτος στα γηπεδάκια και έφευγε τελευταίος, ενώ δεν υπήρχε άτομο στην περιοχή που δεν είχε παίξει μαζί του είτε ως συμπαίκτης είτε ως αντίπαλος.

 

ΥΓ: Ευχαριστoύμε τους Κώστα, Βαγγέλη, Τσίλια, Ηλία και Χρήστο για τις μπασκετικές τους αναμνήσεις.

Φωτογραφίες: Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Απαγορεύονται οι "καραβολίδες"

Για περισσότερο ρετρό μπάσκετ