Δημήτρης Διαμαντίδης: Ευλογημένος Αρχηγός

Ο Zastro υποκλίνεται στον Δημήτρη Διαμαντίδη, γράφοντας το επιμύθιο της πλούσιας καριέρας του. Από την Καστοριά στον Ηρακλή, στον Παναθηναϊκό, στην Εθνική, στους πολυάριθμους τίτλους, στην απόλυτη καταξίωση.

"Όταν κάθομαι και σκέφτομαι όλα αυτά τα χρόνια μου στο μπάσκετ, στην ομάδα, στον αθλητισμό δεν περίμενα ποτέ ότι θα ζήσω τέτοια πράγματα. Το έχω ξαναπεί, νιώθω ευλογημένος." Πράγματι, το έχει πει κι άλλες φορές ο Δημήτρης Διαμαντίδης, στις λιγοστές προϊόντος του χρόνου συνεντεύξεις του ή δημόσιες τοποθετήσεις του.

Αυτή είναι η κοσμοθεωρία του

Ανέκαθεν λιγομίλητος ήταν, «αντιδημοσιογραφικός» όπως έχουμε μάθει να αποκαλούμε όποιον δεν είναι λαλίστατος και αποφεύγει την υπερέκθεση. Δεν ήταν επιλογή, είναι η κοσμοθεωρία του, άπτεται της αγωγής του και του γεγονότος ότι διακατέχεται από μια απαράμιλλη σεμνότητα παιδιόθεν. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκλείεται να παραδεχτεί δημόσια ότι η δήλωσή του, ο αυτοπροσδιορισμός του, ισχύει πάνω απ’ όλα για όλους εμάς που είχαμε την τύχη να ζήσουμε την εποχή του.

Εμείς είμαστε οι ευλογημένοι που το ελληνικό μπάσκετ εξακολουθεί και παράγει ήρωες, που είναι ίσως το μοναδικό άθλημα που προσφέρει δυσανάλογα πολλές μεγάλες προσωπικότητες σε σχέση με άλλους τομείς – και δη αθλητικούς – της δημόσιας ζωής. Ο Διαμαντίδης είναι πιθανόν μια μοναδική περίπτωση αντιήρωα στις μέρες μας, δεν είναι ένας προαναγγελθείς πρωταθλητής, δεν είναι το παιδί θαύμα που το περιμέναμε και ανέβηκε στον Όλυμπο των Θεών του ελληνικού μπάσκετ, δεν ήρθε από την Αμερική όπως ο μεγάλος Νίκος Γκάλης, δεν μιλούσε για εκείνον όλη η Ελλάδα όπως ο Γιαννάκης, δεν αδίκησε τον εαυτό του όπως ο Φάνης. Ο Διαμαντίδης έχει διαβεί το δικό του, ξεχωριστό δρόμο, η πορεία του μοιάζει φυσιολογική κι όμως η ροή των πραγμάτων που καθόρισαν την καριέρα του είναι μοναδική στα χρονικά.

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ "ΤΙΡΙΝΙΝΙ"

Όταν στις 6 Μαΐου του 1980 ο Θωμάς και η Μαρία υποδέχονταν το δεύτερο γιο τος μετά τον τρίχρονο Βασίλη, το μπάσκετ στην Ελλάδα ήταν σε πρωτόγονα στάδια. Το άθλημα ήταν underground, απείχαμε επτά ολόκληρα χρόνια από το θαύμα του ευρωμπάσκετ και τον οργασμό του αθλήματος με την πορτοκαλί μπάλα. Η κοζανίτικη οικογένεια είχε εγκατασταθεί στη Μηλίτσα της Καστοριάς - γουνέμποροι γαρ - όπου ζήτημα να υπήρχαν τρεις μπασκέτες.

Όλα τα παιδιά μια μπάλα κλωτσούσαν, οι αλάνες ήταν γεμάτες πιτσιρικαρία, τα γόνατα λιώνανε στο χαλίκι. Κι ο Δημήτρης μπάλα έπαιζε, μέχρι που έζησε κι εκείνος όπως όλα τα παιδιά το παραμύθι του Ιουνίου του 1987. Final Countdown, «τιρινίνι», η Ελλάδα – όλη η Ελλάδα – στους δρόμους και στις πλατείες, το μπάσκετ μπήκε στις ζωές μας με τόσο όμορφο τρόπο που το ερωτευτήκαμε όλοι κεραυνοβόλα.

ΣΑΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

Στα παιδικά μάτια του Δημήτρη, τα ανδραγαθήματα του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Φάνη, ήταν βάλσαμο, η αντιληπτικότητά του, η οξυδέρκεια του παιδιού ήταν σπάνια για την ηλικία του. Ίσως να μην το γνωρίζουν οι περισσότεροι, ο Δημήτρης όμως είναι αμφιδέξιος, χρησιμοποιεί και τα δύο του χέρια.

Οι αμφιδέξιοι άνθρωποι έχουν μεσολόβιο (η δέσμη των ινών νεύρων που ενώνουν τις δεξιές και αριστερές πλευρές του εγκεφάλου) κατά 11% μεγαλύτερο από τον υπόλοιπο πληθυσμό, όσο περισσότερο χρησιμοποιούν και ασκούν τον εγκέφαλό τους, τόσο περισσότερο αυξάνεται, είναι συναισθηματικά πιο ανεξάρτητοι, προσαρμόζονται ευκολότερα στις νέες καταστάσεις. Μεγαλοφυείς καλλιτέχνες όπως ο Μιχαήλ-Άγγελος, ο Leonardo Da Vinci ζωγράφιζαν συχνά και με τα δύο χέρια, επιστήμονες όπως ο Fleming, ο Einstein και ο Tesla ήταν αμφιδέξιοι. You get the picture.

 

Όταν η οικογένεια μετακόμισε απέναντι απ’ τη λίμνη, στο μαγευτικό Δισπηλιό, μια περιοχή με ιστορία άνω των πεντέμισι χιλιάδων ετών με δεσπόζοντα τον περίφημο Δίσκο σφηνοειδούς σουμεριακής γραφής από τη νεολιθική εποχή, ο Δημήτρης είχε αποφασίσει ότι θέλει να γίνει μπασκετμπολίστας. Ούτως ή άλλως στο σχολείο δεν πρώτευε, απείχε από αυτό που λέμε «καλός μαθητής» απλούστατα διότι δεν του κέντριζε το ενδιαφέρον.

Πέρασε όλες τις βαθμίδες των τμημάτων υποδομής στην Καστοριά, «μίνι», παιδικό, εφηβικό τμήμα. Οι προπονητές του, ο Γιάννης Δημητριάδης, ο Σπύρος Πυροδέτσης, ο Κώστας Παπαγιάννης, κάνουν λόγο για ένα παιδί που έμαθε πάρα πολύ γρήγορα, που αφομοίωνε τις εντολές άμεσα, που δούλευε και εκτελούσε αδιαμαρτύρητα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο προσόν του νεαρού, η μοναδική ικανότητα να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα, το ταλέντο να αναλύει σε κλάσματα δευτερολέπτου τη φάση, να προβάλλει στο μυαλό του την κατάληξή της.

Έχω την αίσθηση ότι ακριβώς αυτή η ικανότητα προσδιόρισε και όλη του την καριέρα, αυτή η «οιωνοσκόπηση» για τα μελλούμενα - κι ας είναι αδόκιμος ο όρος - που κατά διαβολικό τρόπο κατέληγε όπως ακριβώς την είχε φανταστεί στο μυαλό του. Είναι τρομερή η γεωμετρική πρόοδος της βελτίωσής του, το πόσο κάθε λεπτό που περνούσε γινόταν καλύτερος, το πόσο εκμεταλλευόταν τα φυσικά του προσόντα, τα μεγάλα άκρα, την περιφερειακή όραση, τα δυνατά σημεία των συμπαικτών του και τα αδύνατα των αντιπάλων του.

Όλο αυτό το ατέλειωτο περιθώριο εξέλιξης, το κατάλαβε πρώτος ο Κώστας Πιλαφίδης όταν ο Δημήτρης είχε φτάσει πλέον στο τέλος της εφηβείας. Του πιστώνεται του Πιλαφίδη η ανακάλυψή του, είδε πρώτος αυτό που οι υπόλοιποι καταλάβαμε αργότερα, ότι το ύψους 198 εκατοστών μελαχρινό αγόρι απλούστατα δεν είχε ταβάνι.

Ο Πιλαφίδης μια τριετία αργότερα κλήθηκε από το Ντράγκαν Σάκοτα να στελεχώσει το επιτελείο του στον Ηρακλή, ο Μακεδόνας τεχνικός δεν ξέχασε το ακατέργαστο διαμάντι της Καστοριάς, έπεισε τον ίδιο το Σάκοτα και τη διοίκηση του Γηραιού ότι ο μικρός την άξιζε την επένδυση.

Μην φανταστείτε τρομερές δαπάνες, 9 εκατομμύρια δραχμές, 10 εμφανίσεις και άλλες τόσες μπάλες. Άλλωστε ο μικρός δεν ήταν καν στα εθνικά κλιμάκια, ήταν άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ουδέποτε υπήρξε «εκλεκτός» ή «παιδί του σωλήνα». Ο Δημήτρης είχε μόνο το ταλέντο, το μυαλό του και το πεπρωμένο. Αυτοί ήταν οι σημαντικότεροι σύμμαχοί του, στη θέλησή του για δουλειά και στην ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το παιχνίδι στηρίχθηκε το οικοδόμημα «Διαμαντίδης» και είδαμε αργότερα στο παρκέ έναν εκ των κορυφαίων guard στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΜΑ

Κάπως έτσι, το 1999, ο Δημήτρης βρέθηκε από τη Γ΄ Εθνική στην Α1, έκανε ένα τεράστιο άλμα που άλλους πιθανόν να τους λύγιζε, να τους καταβαράθρωνε, ειδικά εάν η μεγαλούπολη είναι κάτι παντελώς ξένο με την ιδιοσυγκρασία και την οπτική σου. Ήταν μεγάλο σχολείο ο Ηρακλής, οι προπονήσεις, τα συστήματα, το «τακτικό» μπάσκετ που πίσω στην Καστοριά ήταν άγνωστη λέξη. Ωστόσο ο Δημήτρης δούλευε ατέλειωτες ώρες στην προπόνηση, αποκόμιζε εμπειρίες, «σπούδαζε» το παιχνίδι σαν εξωτερικός παρατηρητής και ανέπτυσσε την αντίληψή του σχετικά με βασικούς τομείς του παιχνιδιού που ήταν αδύνατον να συναντήσει στις χαμηλότερες κατηγορίες. Το μπάσκετ ήταν η διέξοδός του, μακριά από το παρκέ έμοιαζε σαν ψάρι έξω απ’ το νερό, η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον τρόμαξε, ότι οι ρυθμοί της δεν ταίριαξαν μαζί του.

Ο αείμνηστος Μάκης Δενδρινός τον εμπιστεύτηκε, το ίδιο κι ο Ηλίας ο Αρμένης αργότερα μέσα στη σεζόν, ο Ηρακλής ήταν μια νεανική ομάδα, πρέσβευε το μπάσκετ που άρεσε πολύ στο Δημήτρη, ήταν το αντίδοτο στην παρθενική του περιπέτεια μακριά από την αγαπημένη του Καστοριά. Τον βοήθησε πολύ η σχέση του με το Νίκο Χατζηβρέττα, η φιλία τους κρατάει χρόνια, το ίδιο και εκείνη με το Λάζο.

ΤΟ "ΟΧΙ" ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Το κομβικό σημείο υπήρξε η τρίτη του σεζόν, η χρονιά 2001/02 όταν ανέλαβε τον Ηρακλή το δίδυμο Πιλαφίδη-Μουρατίδη και είχε προηγηθεί το πρώτο σημάδι της μοίρας. Ο ιδιοκτήτης τότε της ΚΑΕ Ηρακλής, Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, τον είχε προτείνει στον Παναθηναϊκό στο πλαίσιο της μετακίνησης του Λάζαρου Παπαδόπουλου στους πράσινους, αλλά ο Θανάσης Γιαννακόπουλος δεν ενέδωσε. Δεν είχε έλθει ακόμη η ώρα να ενωθούν οι δρόμοι του Παναθηναϊκού με το Διαμαντίδη, ίσως εάν η μετακίνηση είχε γίνει από τότε, όλα να ήταν διαφορετικά.

Διότι ακριβώς εκείνη τη σεζόν ο Διαμαντίδης άνθισε, το ταλέντο του πλημμύρισε τα κλειστά της Α1, το ελληνικό μπάσκετ γνώρισε τον επόμενο ηγέτη του. Ήταν μόλις 21 στα 22, εξέπληξε τους πάντες με την παρουσία του, εμφανίστηκε ένας άλλος παίκτης στο πλάι του Μπλάκνει και οδήγησαν έναν θαυμάσιο Ηρακλή στην τέταρτη θέση στο πρωτάθλημα ενώ οι περισσότεροι λόγιζαν τους κυανόλευκους ανάμεσα στα φαβορί για υποβιβασμό. Ο Διαμαντίδης εξέπληξε πάνω απ’ όλους τον ίδιο τον Εμφιετζόγλου που είχε εντυπωσιαστεί από το συνεσταλμένο του χαρακτήρα του, ρουφούσε σαν σφουγγάρι τις εμπειρίες και τα προτερήματα των γύρω του, ανέλυε τα δεδομένα και κατέληγε στο πιο συμφέρον για την ομάδα αποτέλεσμα, όποια κι αν ήταν η περίσταση.

Ήταν το ίδιο χρήσιμος και στην άμυνα και στην επίθεση, είχε αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν “vision of the game” κι όταν την επόμενη σεζόν ο Κακιούσης και ο Δημητριάδης του εμπιστεύτηκαν τα ηνία της ομάδας, ο μειλίχιος Δημήτρης ήταν έτοιμος. Διπλασίασε τους μέσους όρους του σε όλες τις στατιστικές κατηγορίες, κράτησε όρθιο τον Ηρακλή που έμεινε μόνος κι αβοήθητος, δίχως την «ομπρέλα» Εμφιετζόγλου και παγιώθηκε στις συνειδήσεις της μπασκετικής κοινότητας ως ο επόμενος μεγάλος Έλληνας play maker. Ήταν αλματώδης η βελτίωση του Διαμαντίδη, εκείνης της ομάδας των απλήρωτων του «Γηραιού» που έπαιξε μοντέρνο, σύγχρονο μπάσκετ, κατευθυνόμενη από το «κομπιούτερ» όπως τον αποκαλούσαν τότε, από την Καστοριά.

Η τρίτη θέση στο τέλος της σεζόν 2003/04 με το εκπληκτικό 3-2 κόντρα στην ΑΕΚ, ήταν η επιβράβευση, το επιστέγασμα μιας προσπάθειας στην οποία δεν πίστευε κανείς, κι όμως απέδωσε τα μέγιστα. Διαμαντίδης και Λάζος (που στο μεσοδιάστημα είχε επιστρέψει από τον Παναθηναϊκό) είχαν κάνει το απροσδόκητο, το απίθανο, εκτός από κολώνες του Ηρακλή, μέσα σε μια διετία εξελίχθηκαν (μαζί με το Νίκο Χατζηβρέττα και το Σοφοκλή Σχορτσανίτη) και σε βασικούς πυλώνες της επόμενης «μεγάλης» Εθνικής ομάδας. Το κεφάλαιο το είχε ανοίξει – κανονικά και με το νόμο – από το ευρωμπάσκετ του 2003, είχε σποραδικές κλήσεις από τη δεύτερη σεζόν του στον Ηρακλή, αλλά με σαφώς λίγο χρόνο συμμετοχής, μέχρι το σημαδιακό 2004 και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Κέρδισε τον Ολυμπιακό για 50.000 ευρώ

Γενικώς το 2004 είναι η χρονιά ορόσημο, είναι η περίοδος που ολόκληρος Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς άσκησε βέτο στα αδέλφια και απαίτησε την απόκτησή του. Ο Παναθηναϊκός «ψαχνόταν», η φυγή του Μποντιρόγκα, το χαμήλωμα του μπάτζετ και η γενικότερη πτώση των οικονομικών συσχετισμών στο ελληνικό μπάσκετ, είχαν απαξιώσει το προϊόν το οποίο επί της ουσίας το διατήρησαν ζωντανό η Εθνική και ο Παναθηναϊκός.

Η κατά 50 χιλιάδες ευρώ μεγαλύτερη προσφορά των πρασίνων υπερίσχυσε εκείνης του Ολυμπιακού και ο Διαμαντίδης φόρεσε το τριφύλλι. Ειδικά τότε, αγνοούσε το μέγεθος των δυνατοτήτων του, δεν είχε επίγνωση του πόσο μεγάλος παίκτης είναι, δεν φανταζόταν ότι ο Ζοτς θα έχτιζε την ομάδα γύρω του διότι στο πρόσωπό του είχε διακρίνει τον επόμενο μεγάλο point guard της Ευρώπης. Ο ίδιος και κατ’ εντολήν Ιωαννίδη είχε δουλέψει το σουτ του που μέχρι τότε ήταν το αδύνατο σημείο του, είχε προσθέσει όγκο στο ούτως ή άλλως γυμνασμένο κορμί του και χαρακτηριζόταν ήδη «βιονικός».

Είναι κι αυτό. Βλέπετε ο Διαμαντίδης δεν έσπαγε με τίποτα, δεν λύγιζε με τίποτα, έπαιζε ανελλιπώς, δίχως σταματημό, δίχως τραυματισμό, αδιαμαρτύρητα, δίχως ίχνος φυγοπονίας. Είναι ένα δείγμα του πόσο αγαπά το μπάσκετ, πόσο αφοσιωμένος ένιωθε στο στόχο, πόσο αισθανόταν υπηρέτης του παιχνιδιού. Πάντοτε προτάσσοντας την ομάδα, ποτέ το ατομικό συμφέρον, μακριά από μεγαλοστομίες και βεντετισμούς. Δεν τον ενδιέφερε καν η «μεγάλη ζωή» όταν με το πρώτο συμβόλαιο απέκτησε τα πρώτα καλά χρήματα, δεν έσπευσε να αγοράσει το ακριβό και fancy αυτοκίνητο, δεν αγόρασε πανάκριβο ρολόι, ντυνόταν απλά, με ένα τζιν και ένα πουκάμισο ή ένα μπλουζάκι έξω απ’ το παντελόνι. Είναι τρομερό πόσο αδιάφορο τον άφηναν τα υλικά αγαθά, πόσο αντισυμβατική ήταν η εικόνα του σε μια εποχή που όλη η Ελλάδα ζούσε στην ψευδαίσθηση του glamour και της επίπλαστης οικονομικής πραγματικότητας.

 

Ήταν ο mvp του πρωταθλήματος και προτιμούσε να περνά τα βράδια του με το Νίκο (Χατζηβρέττα) και τη γυναίκα του τη Δήμητρα στην Πεύκη, τον είχαν υπό την προστασία τους γιατί η Αθήνα τον «τρόμαξε», δεν την αγάπησε ποτέ. Πολλή κίνηση, πολλή χάβρα, πολύ γρήγοροι ρυθμοί, χάος για τα γούστα του Δημήτρη, ενός ανθρώπου που την ηρεμία και τον εαυτό του, τα έβρισκε στην Καστοριά, στην απέραντη γαλήνη της λίμνης και του φυσικού τοπίου.

Δεν είχε καν υπολογιστή, δεν ασχολείτο ούτε με παιχνιδομηχανές όπως ήταν η μόδα της εποχής. Μια καλή ταινία, ένα φαγητό με φίλους, μακρινά ταξίδια και μπάσκετ. Πολύ μπάσκετ, κάθε μέρα μπάσκετ. Ο Δημήτρης ήταν ο πιο συγκεντρωμένος παίκτης που είχε πατήσει ποτέ το παρκέ, ο μεγαλύτερος star που δεν είχε κανένα πρόβλημα να μετατραπεί σε «στρατιώτη» της ομάδας όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

Κι άλλοι μεγάλοι παίκτες ήταν προικισμένοι ή διέθεταν σωματομετρικά πλεονεκτήματα, ο Διαμαντίδης όμως είναι εκείνη η πολύ σπάνια περίπτωση αθλητή που τον επιβάλλει ως ηγέτη η ίδια η συμπεριφορά της ομάδας, τον ενθρονίζουν οι ίδιοι του οι συμπαίκτες. Και το πιο τρελό απ’ όλα είναι πως όσο αυξάνονταν τα ωσαννά, τόσο πιο ταπεινός γινόταν ο Διαμαντίδης, όσο τον εκθείαζαν οι ειδικοί (που τον έχουν χαρακτηρίσει από Κούκοτς έως «νέο Γκάλη») τόσο πιο πολύ δούλευε για την ομάδα και βελτίωνε τους γύρω του.

Είναι τεράστια υπόθεση να προκύπτει ο ηγετικός ρόλος από την εμπιστοσύνη και το σεβασμό των συμπαικτών σου και όχι διά της επιβολής. Ίσως γι’ αυτό τον πρώτο καιρό να γκρίνιαζε ο Ομπράντοβιτς που τον ήθελε περισσότερο εγωιστή και σε κάθε ευκαιρία επαναλάμβανε πως ο Διαμαντίδης πρέπει να συνειδητοποιήσει ποιος είναι και τι προσφέρει στη λειτουργία της ομάδας.

"ΒΑΛ'ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ"

Χρειάστηκε το αλήστου μνήμης «βάλ’το αγόρι μου» του ημιτελικού με τη Γαλλία για να γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό. Εκείνο το τρίποντο που μας έκανε να καταλάβουμε ότι εκτός από μεγάλος παίκτης είναι και clutch player, ο άνθρωπος που θα σηκώσει το βάρος της ομάδας στις πλάτες του. Όχι επειδή το επιζητά για να αναδειχθεί σε ήρωα της βραδιάς, επειδή προκύπτει, επειδή μπορεί, επειδή «το’ χει». Είναι ευλογημένο το ελληνικό μπάσκετ που για μια περίοδο διέθετε τη συγκεκριμένη πεντάδα περιφερειακών.

Είμαι πεπεισμένος πως όμοιά της δεν πρόκειται να ξαναδούμε, είναι αδύνατον να συνυπάρξουν την ίδια εποχή παίκτες όπως ο Παπαλουκάς, ο Διαμαντίδης, ο Ζήσης, ο Σπανούλης και ο Χατζηβρέττας. Αλληλοσυμπλήρωναν ο ένας τον άλλον, συνέθεταν μια από τις ισχυρότερες, αν όχι την ισχυρότερη, γραμμή περιφερειακών στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ, ήταν κάτι μαγικά μοναδικό.

Δεν είναι ούτε το Βελιγράδι, ούτε η Σαϊτάμα η παρακαταθήκη εκείνης της Εθνικής. Είναι ότι εξέλιξε το ελληνικό μπάσκετ, ότι για πρώτη φορά στην ιστορία μας ως χώρα συμβάλλαμε τα μέγιστα στον εκσυγχρονισμό του αθλήματος, ότι αφήσαμε το στίγμα μας στο ευρωπαϊκό μπάσκετ με έναν τρόπο τόσο εμφαντικό που παρέπεμπε στη μαγική διετία 1987/89.

Τότε ήταν ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φάνης, ο Φασούλας. Τα «παιδιά» τους ήταν ο Διαμαντίδης, ο Παπαλουκάς, ο «Σόφο», ο Ζήσης, ο Σπανούλης. Τη θυμήθηκε εκείνη την «παρέα» στις τελευταίες του δηλώσεις, «αγκάλιασε» την ιδέα της Εθνικής που άφησε πρόωρα, ίσως στον μοναδικό αστερίσκο της τεράστιας καριέρας του. Ήταν όμως μια απόφαση που προήλθε έπειτα από πολλή σκέψη και αξιολόγηση προτεραιοτήτων. Το 2010 όταν άφησε την Εθνική ήταν 30 ετών, είχε ακόμη αρκετά χρόνια με το εθνόσημο. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει όμως εάν θα καταπονείτο σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο τόσο στον Παναθηναϊκό όσο και στην Εθνική.

 

Ξένισε αρκετούς έως πολλούς εκείνη η απόφαση, ενόχλησε πολύ κόσμο η επιλογή να μπει ο Παναθηναϊκός σε πρώτο πλάνο. Ταυτόχρονα όμως, απέδειξε και την αφοσίωση στο τριφύλλι, καλώς ή κακώς οι σημαίες (και) έτσι παραμένουν στον ιστό. Και ο Διαμαντίδης από την πρώτη του σεζόν στα χέρια του θαυματουργού Ομπράντοβιτς και με το τριφύλλι στο στήθος, είχε προϊδεάσει τους πάντες ότι κάποια μέρα η φανέλα με το όνομά του θα κοσμεί τον ουρανό του ΟΑΚΑ.

Δεν είναι μικρό πράγμα να αναδεικνύεσαι από το ντεμπούτο σου καλύτερος Ευρωπαίος αμυντικός και να κατακτάς το νταμπλ, έστω κι αν εκείνος ο Παναθηναϊκός είχε μετατρέψει τις εσωτερικές διοργανώσεις σε ταξίδι αναψυχής. Είναι καταπληκτικό το πώς «κόλλησε» με την ομάδα, με τον Ομπράντοβιτς, με το dna του συλλόγου, είναι απίστευτο πως ένας Έλληνας αθλητής αποτέλεσε στην ουσία τη φυσική συνέχεια του Μποντιρόγκα στην παναθηναϊκή ψυχοσύνθεση. Ο Διαμαντίδης δεν ήταν επιτηδευμένα ο καλύτερος. Ήταν ο καλύτερος με το class του, με την ταπεινοφροσύνη του, με την απίθανη χημεία με το οικοδόμημα του Ζοτς που σάρωσε τα πάντα και έζησε ανεπανάληπτες μέρες.

Νταμπλ και τη δεύτερη σεζόν, triple crown την τρίτη. Ο «βιονικός», ο 3D (Dimitris Diamantidis Defense), το «χταπόδι», ο “Spiderman”, ο «τρομερός σουτέρ» όπως είχε πει κάποτε ο Σιζέφσκι και είχε αφήσει σύξυλους τους Έλληνες δημοσιογράφους. Κι όμως, δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά, ήταν απλώς «ο Μήτσος». Τόσο απλά, τόσο λαϊκά, τόσο ταπεινά. Ο καλύτερος Ευρωπαίος παίκτης ήταν ένας από μας, ο αδιαφιλονίκητος επόμενος αρχηγός του Παναθηναϊκού (το πλήρωμα του χρόνου για τον Φράγκι είχε έρθει), ο τεράστιος ηγέτης που οδήγησε τον Παναθηναϊκό στο πολύ κλειστό club των μεγαλύτερων ομάδων όλων των εποχών στο άθλημα. Παρέμενε ο ίδιος cool τύπος, ο απλός Δημήτρης που σε κάθε ευκαιρία δραπέτευε στην Καστοριά ή στα ταξίδια της «απομόνωσης». Ήταν τόσο δεδομένο ότι θα συνεχίσει στον Παναθηναϊκό που δεν έθεσε καν οικονομικό θέμα, η μόνη έγνοια του ήταν να παραμείνει ο Ομπράντοβιτς.

Κι όπως κάποτε ο Ομπράντοβιτς έθεσε ως προαπαιτούμενο την απόκτησή του, έτσι κι ο Διαμαντίδης προέβαλε ως μοναδική απαίτηση την παραμονή του Ζέλικο στην Αθήνα και τον Παναθηναϊκό. Ούτε λόγος βέβαια για «αδικία» εκ μέρους των Γιαννακόπουλων στο οικονομικό σκέλος. Ο Διαμαντίδης με τα 5,1 εκατ. ευρώ για μια τριετία, έγινε ο δεύτερος πιο ακριβοπληρωμένος μπασκετμπολίστας στην Ευρώπη, πίσω από το Θοδωρή Παπαλουκά της ΤΣΣΚΑ που ανέκαθεν δαπανούσε τρελά ποσά για να διατηρήσει ή να προσελκύσει αστέρια στον ουρανό της Μόσχας. Τα (πολλά) χρήματα και πάλι δεν τον άλλαξαν ούτε κατ’ ελάχιστο. Το ίδιο και οι σπόνσορες, η δημοσιότητα, το γεγονός ότι πολύ καιρό τώρα δεν ήταν σε θέση να κυκλοφορήσει «ανώνυμα» όπως τον πρώτο καιρό στην Αθήνα. Σιγά σιγά είχε μάθει και τις βασικές οδικές αρτηρίες, παρόλο που σπανίως ξεμυτούσε από την Πεύκη. Για έκθεση προσωπικής ζωής ή φωτογραφήσεις και «φωτογραφήσεις» ούτε λόγος.

Το επίκεντρο ήταν πάντοτε το μπάσκετ, η ομάδα, η προπόνηση, οι στόχοι. Και ουδέποτε παίχτηκε λογής «παιχνίδι» με τον κόσμο ή με δημοσιογράφους, ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν άλλες οδοί παγίωσής του στις συνειδήσεις όλων, πλην της παρουσίας του στο παρκέ. Δεν είναι μικρό πράγμα μήτε το συναντάς συχνά. Μετά το πολλοστό νταμπλ του 2008, ο Δημήτρης έκανε κατανοητό τι θεωρεί σημαντικό και πρωτεύον στη ζωή του. Το τατουάζ στο δεξί του χέρι είναι η οικογένειά του, ο αδελφός του ο Βασίλης, ο πατέρας του ο Θωμάς, η μητέρα του η Μαρία. Οι άνθρωποι που όπως λίγοι γνωρίζουν (διότι δεν διαφημίστηκε ποτέ) έχουν βοηθήσει πάρα πολύ την τοπική κοινωνία της Καστοριάς, συνδράμουν αθόρυβα στη βελτίωση της ζωής συνανθρώπων μας στις δύσκολες εποχές που διάγει η ελληνική κοινωνία και δη η δοκιμαζόμενες στην επαρχία.

Η χρονιά της απόλυτης κυριαρχίας

Η σεζόν 2008/09 είναι θαρρώ η χρονιά της απόλυτης κυριαρχίας και σε συλλογικό και σε ατομικό επίπεδο. Δεύτερο triple crown, ένας Παναθηναϊκός που μπορούσε να σταθεί με αξιώσεις ακόμη και στο ΝΒΑ, ένας γαλαξίας αστέρων: Διαμαντίδης, Γιασικέβιτσιους, Σπανούλης, Νίκολας, Μπατίστ, Φώτσης, Πέκοβιτς, Περπέρογλου. Μια ομάδαπου έσπερνε τρόμο, που συνδύαζε θέαμα και ουσία, που διέθετε τα πάντα. Το Βερολίνο ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα, ο Διαμαντίδης είχε περισυλλέξει ακόμη ένα βραβείο κορυφαίου αμυντικού της ηπείρου (το πέμπτο συνεχόμενο για την ακρίβεια), είναι ανώφελο να αναλυθεί το αγωνιστικό σκέλος διότι έχει ειπωθεί πολλάκις και θα το διαβάσετε παντού. Σημασία έχει πως ο Παναθηναϊκός εκείνη τη σεζόν από «μια από τις καλύτερες ομάδες στην ιστορία», έγινε η καλύτερη ομάδα στην ιστορία της Ευρωλίγκας, η πιο επιτυχημένη ομάδα όλων των εποχών στον ελληνικό αθλητισμό. Δεν είναι υπερβολή ούτε ψέματα, είναι η αλήθεια.

Τότε (ξανα)ειπώθηκε το «είμαι ευλογημένος», τότε έγινε σαφές τοις πάσι πως έχουμε να κάνουμε με ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ, άξιο να μπαίνει δίπλα σε ιερά τέρατα και προσωπικότητες όπως ο Γκάλης και ο Γιαννάκης. Ο Δημήτρης ήταν 29 ετών, έναν χρόνο νεότερος από το Nick του ’87. Και τιμώντας τον άνθρωπο στον οποίο οφείλει την ενασχόλησή του με το μπάσκετ, μπήκε στο πάνθεον των κορυφαίων προσωπικοτήτων στο ιωβηλαίο του συλλόγου, λέγοντας πως χωρίς το Γκάλη δεν θα υπήρχε το άθλημα και κατά συνέπεια και ο ίδιος. Ταπεινός, φειδωλός, ο ίδιος άνθρωπος που κοιτούσε με δέος το Μπάιρον Ντίνκινς στην παρθενική του σεζόν στον Ηρακλή, είχε ακριβώς την ίδια συμπεριφορά και όντας ο καλύτερος Ευρωπαίος παίκτης.

Άπαντες απορούσαν πως είναι δυνατόν να μην έχει δοκιμάσει στο ΝΒΑ, γιατί δεν πέρασε τον Ατλαντικό για να διαπρέψει και στις ΗΠΑ, μετρώντας τις δυνάμεις του με τους καλύτερους. Το είχε ξεκαθαρίσει μέσα του πολύ νωρίς, είχε «μετρήσει» τον εαυτό του και αποφάσισε ότι το μπάσκετ εκεί δεν του ταιριάζει, δεν «παντρεύονται» τα δύο στυλ. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει ή να επικρίνει την απόφασή του, αλλά έτσι «νέτος» ήταν πάντα ο Διαμαντίδης. Όπως αποφάσισε – οδυνηρά για το ελληνικό μπάσκετ – να αποχωρήσει από την Εθνική ομάδα, έτσι αποφάσισε να διαγράψει πολύ νωρίς από την ατζέντα της ζωής του το κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου. Οι Αμερικανοί ασφαλώς και τον ήθελαν, αλλά ένας γάμος πολύ δύσκολα είναι επιτυχημένος ένα είναι μονομερής. Ο Διαμαντίδης ακολούθησε τη «σχολή Γκάλη» και παρέμεινε στην Ευρώπη, άλλωστε είχε ακόμη πολλά να ζήσει και να κατακτήσει με τον Παναθηναϊκό.

Και πράγματι αρχής γενομένης από το πρωτάθλημα του 2010, κεντήθηκαν κι άλλα παράσημα στη στολή της καριέρας του. Ήρθε η εποποιΐα της Βαρκελώνης το 2011 (τρίτο ευρωπαϊκό για τον ίδιο, έκτο για τον Παναθηναϊκό), το πρωτάθλημα με μειονέκτημα έδρας, ο καθαγιασμός και ως κορυφαίος πασέρ της ηπείρου μας. Έχει προηγηθεί το καλοκαίρι του 2010 η ανανέωση του συμβολαίου του με τον Παναθηναϊκό, μια ανανέωση που οδήγησε το φίλο του και διόσκουρο συμπαίκτη του Βασίλη Σπανούλη, στη δύσκολη απόφαση να διαβεί το Ρουβίκωνα και να αλλάξει στρατόπεδο. Ο Παναθηναϊκός ως ύψιστη αναγνώριση στην προσφορά του Δημήτρη Διαμαντίδη εξακολουθούσε να τον περιβάλλει με αμέριστη εμπιστοσύνη και να του εμπιστεύεται τα ηνία εν λευκώ. Κόντρα με το Σπανούλη δεν υπήρξε ποτέ, όσο κι αν πάσχιζαν τα οπαδικά έντυπα για κάτι τέτοιο.

ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΠΑΝΟΥΛΗΣ

Ούτε οικονομικοί ήταν οι λόγοι της απόφασης του Σπανούλη, ούτε ετέθη ποτέ ζήτημα «ή εγώ ή αυτός». Αυτά είναι σενάρια ελληνικού φυράματος, επειδή ανέκαθεν ως λαός αδυνατούσαμε να παραδεχθούμε το προφανές και το αυτονόητο. Δύο «πρώτα βιολιά», δύο ηγέτες σε μια ομάδα δεν γίνεται να υπάρχουν, δεν υπάρχει «διαρχία» ποτέ. Το ζήσαμε οι παλαιότεροι και με το «Γκάλης-Γιαννάκης», δεν χρειαζόταν ο Σπανούλης και ο Διαμαντίδης για να το κατανοήσουμε. Ο Δημήτρης συμπεριφέρθηκε ακριβώς όπως θα συμπεριφερόταν εάν ο Σπανούλης δεν ήταν «προδότης» ή άλλο τι. Και τον αγκάλιασε και σκυλίσια άμυνα τον έπαιξε και κοντραρίστηκαν. Πάντοτε σε αθλητικά πλαίσια, με τον προσήκοντα σεβασμό και σεβόμενος τις ισορροπίες. Είναι δύο κολοσσοί του ευρωπαϊκού μπάσκετ, δύο τοτέμ του ελληνικού, period. Τα υπόλοιπα είναι για τις μεσημεριανές εκπομπές και για όσους αρέσκονται στο κυνήγι μαγισσών.

 

Ο Διαμαντίδης εξακολούθησε να κάνει αυτό που ξέρει (είναι δύσκολο τόσο σύντομα να χρησιμοποιηθεί παρελθόντας χρόνος γιατί δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα ότι σταμάτησε) καλύτερα: έπαιζε αρχοντικό μπάσκετ, μεστό, το καλύτερο της καριέρας του σε ομαδικό επίπεδο. Χτυπημένος από τη βαρύτατη οικονομική κρίση και την αποχώρηση του Παύλου και του Θανάση από το προσκήνιο, ο Παναθηναϊκός προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Έχασε το πρωτάθλημα από τον Ολυμπιακό (κατέκτησε ωστόσο το Κύπελλο) έδωσε μια σπάνια παράσταση στο final 4 και τον συγκλονιστικό ημιτελικό με την ΤΣΣΚΑ στην Κωνσταντινούπολη όπου ηττήθηκε στο καλάθι, παρέμεινε σταθερός στην κορυφή, εκεί όπου ανήκει. Άλλωστε την επόμενη χρονιά το νταμπλ ξανακατακτήθηκε, με μια ομάδα εντελώς καινούρια, χωρίς το Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς να κρατά τη μπαγκέτα του μαέστρου, με το Διαμαντίδη όμως στην πρώτη γραμμή, πιστό στρατιώτη της ομάδας, στην υπηρεσία της στα 33 του χρόνια.

Τι κι αν είχε αρχίσει η πτώση, τι κι αν τα καλύτερα χρόνια ανήκαν στο παρελθόν, ο Διαμαντίδης ήταν πλέον η εμβληματική φιγούρα του Αρχηγού, η προσωποποίηση μιας ομάδας που κατέκτησε τα πάντα και με τη διάρκειά της είναι η κορυφαία όλων των εποχών. Το 2012 είχε γνωρίσει και τη Βερίνα, μαζί της θα δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, από τα νεανικά του χρόνια έμοιαζε βέβαιο ότι είναι φτιαγμένος για οικογενειάρχης. Παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο τον Απρίλιο του 2013 (τον Ιούλιο του 2014 τελέστηκε και ο θρησκευτικός), η κορούλα τους, η Μελίνα, ήρθε έναν μήνα αργότερα, πέρσι κατέφθασε και ο διάδοχος. Στο μεσοδιάστημα ο Παναθηναϊκός του Διαμαντίδη είχε κατακτήσει ακόμη ένα νταμπλ (τη σεζόν 2013/14), το περσινό Κύπελλο Ελλάδος, μέχρι να γίνει γνωστό στις 2 Σεπτεμβρίου από τον ίδιο το Δημήτρη, ότι η φετινή χρονιά θα είναι η τελευταία του στα παρκέ. Έκτοτε τα αφιερώματα αμέτρητα, οι…δοξολογίες σε εγχώριο και διεθνή Τύπο ασταμάτητες, το «κλειδί» της Καστοριάς, η αναγνώριση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ατέλειωτη. Θρύλος της Ευρωλίγκας, επετειακά videos, αποθέωση από σύσσωμο το μπασκετικό κοινό σε όλη την Ευρώπη.

Ο ίδιος παρέμενε ο γνωστός Διαμαντίδης, ο «ευλογημένος» Δημήτρης που σχεδόν μοναχικά πάλευε με τον Παναθηναϊκό σε μια χρονιά που όλα έμοιαζαν λάθος. Εκείνο το τρίποντο με το step back στη Βασκονία με τη Λαμποράλ, ήταν κάτι σαν κατάθεση ψυχής στα μάτια εκατοντάδων χιλιάδων θεατών. Το είχε ξανακάνει άπειρες φορές, τα highlights του θα παίζουν για χρόνια στα αφιερώματα του “devotion”. Ο Δημήτρης όμως με τους γκρίζους κροτάφους πια και το ταλαιπωρημένο κορμί ήξερε πως ό,τι κι αν γίνει, όσο κι αν βροντοφώναζαν οι οπαδοί σε κάθε ευκαιρία να άρει την απόφασή του, θα σταματούσε. Και σταμάτησε αφήνοντας την ανάμνηση των κορυφαίων τελικών στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ, σε μια άνευ προηγουμένου μονομαχία με το Βασίλη Σπανούλη, σε ένα κλίμα πρωτόγνωρο για μάχη αιωνίων σε τελικούς.

Δεν έχει σημασία που το παραμύθι δεν τελείωσε με το happily ever after για τον Παναθηναϊκό, το μπάσκετ κέρδισε πολλά περισσότερα με την αγκαλιά του Αγγελόπουλου, με τα λόγια του Σπανούλη, τα συγχαρητήρια του Δημήτρη Γιαννακόπουλου στα αποδυτήρια των αντιπάλων. Η διαχείριση του τέλους είναι το ήμισυ του παντός και ο Διαμαντίδης είχε ένα τέλος καριέρας αρμόζον στην ποιότητά του και ως ανθρώπου και ως αθλητή. Για όποιον αρνείται να μπει στην οπαδική μηχανή του κιμά, ο Διαμαντίδης είναι αξιέπαινος και αξιοθαύμαστος, είναι Αρχηγός είτε υποστηρίζει τον Παναθηναϊκό είτε όχι.

Ο πατριάρχης της αμερικανικής ποίησης Walt Whitman το αποτύπωσε καλύτερα απ’ όλους: «Ω Αρχηγέ, Αρχηγέ μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει. Το πλοίο βάσταξε κάθε αναποδιά, τα έπαθλα που αποζητήσαμε τα έχουμε σηκώσει. Το πλοίο έδεσε άγκυρα σώο και αβλαβές, η πλεύση του ανήκει πια στο χθες. Το πλοίο νικητής, εισπλέει με σκοπό επιτυχή, το φοβερό μας ταξίδι έχει τελειώσει.» Ήταν ένα φοβερό ταξίδι, γιατί ανέκαθεν σημασία είχε το ταξίδι και όχι μόνο ο προορισμός. Και το ταξίδι του Δημήτρη Διαμαντίδη ήταν ευλογημένο.