Το δικό μας "I love this Game"

Η φωνή του αείμνηστου Φίλιππα Συρίγου, ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, το απίστευτο ξύλο με τον Πρέλεβιτς, ο πέμπτος τελικός με τις χορεύτριες, η δυναστεία του Ολυμπιακού, το πρωτάθλημα μέσα στο Παλέ. Iδού οι αξέχαστοι τελικοί των 90s.

"Όχι τρίποντο". Συνειρμικά σε μια ολόκληρη γενιά η φωνή του Φίλιππου Συρίγου και εκείνο το "όχι τρίποντο" σημαίνει πολλά περισσότερα από το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 1987. Ο Γιοβάισα βρήκε δοκάρι, η ελληνική ομάδα "πήρε την πρόκριση" και όλα κατόπιν το δρόμο τους. Ήταν θέμα χρόνου να γίνει το μπάσκετ εθνικό άθλημα, μια ολόκληρη γενιά έζησε την αναγέννηση του αθλήματος, οι παρέες κάθε απόγευμα έδιναν ραντεβού μετά το μάθημα, το φροντιστήριο, την καφετέρια, τη δουλειά, στα ολοκαίνουρια γηπεδάκια που είχαν ξεφυτρώσει σε όλες τις γειτονιές. Όλοι προσπαθούσαν να αντιγράψουν το μπάσιμο του Γκάλη, το στυλ του Μπάνε, όποιος ζητούσε φάουλ με παράπονο αυτομάτως γινόταν "Γιαννάκης", ο πιο "βαρύς" ήταν ο Φάνης. Όλοι είχαν ένα κοινό: λάτρευαν το μπάσκετ, δεν έχαναν αγώνα στην τηλεόραση, η εκπομπή της ΕΡΤ Σάββατο μεσημέρι με Συρίγο και Γεωργιάδη ήταν ο πιο σοβαρός λόγος να κλειστείς μέσα και να "μορφωθείς".

Ήρθε το ασημένιο μετάλλιο στο Ζάγκρεμπ με το τρίποντο του Φάνη και το Γκάλη να υψώνει τις γροθιές πριν καν η μπάλα γυρίσει ανάποδα το διχτάκι, ήρθαν τα final 4 του Άρη μετά τις Πέμπτες που έμοιαζαν με εθνική αργία και η δεκαετία του ’90 δικαιωματικά ανήκε, μύριζε, ήταν μπάσκετ. Οι τελικοί του πρωταθλήματος σήμαιναν πολύ περισσότερα πράγματα από σήμερα, αφορούσαν όλο το κοινό, όχι μόνο τους οπαδούς των δύο ομάδων, μπροστά στις οθόνες στήνονταν ακόμη και γυναίκες "γιατί το μπάσκετ είναι πιο ευγενικό άθλημα, καμία σχέση με το ποδόσφαιρο". Δεν είναι μια βουτιά στο εξιδανικευμένο παρελθόν, δεν είναι υπερβολή για να καταδειχθεί η σημασία του μπάσκετ στις ζωές μας. Είναι η αλήθεια. Οι αναμνήσεις δεν περιορίζονται στο αμιγώς μπασκετικό περιεχόμενο, εμπεριέχουν μια αύρα αγνότητας, τη μαγεία εκείνης της εποχής που όλα ήταν πιο αθώα, πιο όμορφα, ξεκάθαρα.

Ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Άρης των Final-4

Δεν είχε σημασία εάν ήσουν Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ, οτιδήποτε. Τους τελικούς του Άρη με τον ΠΑΟΚ αποκλείεται να μην τους παρακολουθούσες, αποκλείεται να μην επέλεγες πλευρά. Η απόλυτη κυριαρχία και το αήττητο του Άρη είχαν σπρώξει πολύ κόσμο προς τον ΠΑΟΚ, που την περίοδο 1990-91 έμοιαζε έτοιμος να κάνει το μεγάλο κόλπο της ανατροπής. Διαφορετικό το σύστημα διεξαγωγής εκείνα τα χρόνια, μετρούσαν και οι αγώνες της κανονικής περιόδου, εκεί που ο Άρης είχε κερδίσει στην κόψη του ξυραφίου 89-85 στην παράταση και 73-72 το Γενάρη. Ο Άρης με Λάζαρο Λέσιτς στον πάγκο και Μιχάλη Κυρίτση αργότερα, χωρίς το Γιάννη Ιωαννίδη που μέχρι τότε ήταν άρρηκατα συνδεδεμένος μαζί του. Ήταν όμως εκεί ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο "Πίξι", ο Άρης των final 4. Το momentum ωστόσο έλεγε ΠΑΟΚ. Και τι ΠΑΟΚ...

 

Εν ενεργεία Κυπελλούχου Ευρώπης ΠΑΟΚ, μετά από εκείνο το συγκλονιστικό 76-72 επί της CAI Zaragoza στο Patinoir της Γενεύης, μιας ομάδας με Φασούλα, Κόρφα, Μπάρλοου, Παπαχρόνη, Σταυρόπουλο και τελευταίον εκείνον: το Μπάνε. Το 2-0 της κανονικής διάρκειας γίνεται μέσα σε ένα πενθήμερο 2-2, οι τελικοί αποκτούν μια άγρια ομορφιά, οι νίκες του ΠΑΟΚ είναι με αίμα, αλλά καθαρές. 84-79 τέλη Απρίλη, 74-65 (ξανά στην παράταση) μια μέρα μετά την Πρωτομαγιά. Το Αλεξάνδρειο κάθε φορά όχι απλώς γεμάτο, κόσμος καθόταν και στα σκαλιά, νεκρές ζώνες ούτε για δείγμα. Η πόλη ζούσε για αυτά τα παιχνίδια, ανέπνεε για εκείνα τα ματς, ήξερε – και το χαιρόταν – ότι όλα τα βλέμματα απ’ όλη τη χώρα, ήταν στραμμένα επάνω της. Το πέμπτο παιχνίδι προγραμματισμένο μόλις δύο ημέρες μετά την ισοφάριση του ΠΑΟΚ, το πιο σημαντικό απ’ όλα σύμφωνα με τους αναλυτές γιατί θα έδινε το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

Ο ΠΑΟΚ ελέγχει το παιχνίδι, προηγείται με γκολ-φάουλ του Μπάρλοου 83-78, το σουτ για τρεις του Σταυρόπουλου "μπαίνει και βγαίνει", το φόλοου του Φασούλα το ίδιο. Το μακρινό ριμπάουντ ο Μπραντ Σέλλερς, ο Σλόμπονταν Σούμποτιτς για τρεις: 83-81 με 16 δευτερόλεπτα για τη λήξη. Τα μάτια κολλημένα στις οθόνες του Mega που είχε χρυσοπληρώσει και εξασφαλίσει το προϊόν, η ατμόσφαιρα στο Παλέ ηλεκτρισμένη, στα σπίτια νευρικότητα, στο δρόμο ψυχή. Οι πάγκοι τότε "απέναντι", ο Σάκοτα κάθιδρος, με τα χέρια σταυρωμένα να προσπαθεί να κρύψει την ανασφάλεια. Ο Γιαννάκης κάνει φάουλ για να σταματήσει το χρονόμετρο, ο Τζον Κόρφας στήνεται στη γραμμή και όπως αναμενόταν δεν αστοχεί. Ο ΠΑΟΚ προηγείται με τέσσερις, μοιάζει να έχει ήδη πάρει το ματς, να είναι μια ανάσα από το πολυπόθητο πρωτάθλημα. Επαναφορά και αντί για σουτ τριών πόντων ή φάουλ, ανενόχλητο lay up του Γιαννάκη: 85-83, ο ΠΑΟΚ είναι εννέα δευτερόλεπτα μακριά από την τρίτη σερί νίκη.

Στην επαναφορά από την τελική γραμμή ο Κεν Μπάρλοου, τα δευτερόλεπτα κυλούν, όλοι είναι κλεισμένοι, ο Μάνος αρχίζει να μετράει. Ο Μπάρλοου στον πανικό επιλέγει τη μακρινή πάσα με την ελπίδα ότι τα μακριά χέρια του Φασούλα θα την πιάσουν πρώτη. Παρεμβαίνει ο Αγγελίδης, η πορτοκαλί καταλήγει στα χέρια του Γκάλη. Πέφτει πάνω ο Σταυρόπουλος τη στιγμή που έχει κάνει το άλμα, ο Νικ γυρνάει το κορμί αριστερά, σαν να ξέρει ότι κάποιος είναι δίπλα του. Ήταν ο Γιαννάκης που υψώνεται για τρεις πριν καν προλάβει και σηκωθεί ο Πρέλεβιτς. Μέσα. 85-86. Ο "δράκος" ανοίγει τα χέρια και κάνει το γύρο του γηπέδου, ο πρώτος που τρέχει να τον αγκαλιάσει μέσα στον πανικό είναι ο Γκάλης. Δεν έχω ξαναδεί έτσι το Γκάλη, να ουρλιάζει και να "καβαλάει" σχεδόν στην πλάτη του Γιαννάκη. Ο κατ’ εξοχήν παίκτης-κομπιούτερ, ο άνθρωπος που ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, που είχε κρύο αίμα ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, εκείνος που τότε ήταν "σκοτωμένος" με τον Παναγιώτη, να κρέμεται από πάνω του. Τόσο μεγάλο ήταν το άγχος, τέτοια η πίεση και ο εξαγνισμός μετά από το εύστοχο σουτ του Γιαννάκη που σηματοδότησε το 3-2.

Τρεις μόλις ημέρες αργότερα, ίδιο σκηνικό. Ερημωμένη πόλη, η μισή Ελλάδα στημένη μπροστά στις τηλεοράσεις, το Παλέ ασφυκτικά γεμάτο. Όλο το προηγούμενο διάστημα, η Θεσσαλονίκη συζητάει για τον τελικό, για το τρίποντο του Γιαννάκη, για την ψυχή του Άρη και το δράμα του ΠΑΟΚ. Ένα λεπτό πριν τη λήξη, ο ΠΑΟΚ προηγείται με 80-74. Υπό κανονικές συνθήκες, θα έλεγε κανείς ότι έχει πάρει το παιχνίδι, έχει ισοφαρίσει σε 3-3 και πάμε για το τελευταίο και τελικό παιχνίδι. Ο Γιαννάκης έχει κάνει συγκλονιστικό παιχνίδι, έχει 31 πόντους, κερδίζει έξυπνα 1+1 βολές και ευστοχεί και στις δύο: 80-76 και η μπάλα στα χέρια του Κόρφα. Ο Γκάλης κλεισμένος πολύ καλά, έχει μόλις 11 πόντους, αρνητικό ρεκόρ σε τελικούς. Ο Κόρφας ροκανίζει το χρόνο, η μπάλα καταλήγει στο Φασούλα μετά από ένα αποτυχημένο κλέψιμο του Σούμποτιτς και επαναφορά του Ιωάννου, ο ψηλός κερδίζει το φάουλ: ο Πιτσίλκας αντί να καταλογίσει δύο, δείχνει στη γραμματεία 1+1 βολή.

 

Ο Φασούλας εκτελεί μια κακή βολή, ο Άρης φεύγει πολύ γρήγορα στην επίθεση. Πάλι ο Γιαννάκης αναλαμβάνει την ευθύνη, το σουτ όμως θα βρει σίδερο. Από μηχανής θεός ο Βασίλης Λυπηρίδης, κερδίζει το ριμπάουντ ανάμεσα σε Φασούλα και Μπάρλοου και μειώνει στο καλάθι. 17 δευτερόλεπτα, ο ΠΑΟΚ μπροστά 80-78. Στην επαναφορά ο Φασούλας, η πάσα του προς τον Πρέλεβιτς είναι κακή, η μπάλα καταλήγει απ’ ευθείας έξω, η κατοχή και πάλι στον Άρη. Το Παλέ σηκώνεται στο πόδι. Ο Σούμποτιτς ψάχνει και πάλι το Γιαννάκη που επιλέγει τη διείσδυση.

Ο χρόνος περνά, ο Γιαννάκης κλείνεται και ψάχνει την πάσα. Με την άκρη του ματιού θα δει το Μπραντ Σέλλερς που έκοβε μέσα, πασάρει την κατάλληλη στιγμή, ο Αμερικανός την αφήνει στο καλάθι παρενοχλούμενος από τον Πιτ Παπαχρόνη. Είναι γκολ φάουλ. Χαλασμός. Φάουλ δεν υπάρχει, όσες φορές κι αν δει κάποιος το replay, ο Πιτσίλκας όμως ήταν βέβαιος. Ο Σέλλερς στη γραμμή για πρώτη φορά στο παιχνίδι, έχει 14 πόντους με επτά στα δέκα σουτ, βολή όμως δεν έχει εκτελέσει. Έμελλε να εκτελέσει μόνο μία σε εκείνο το παιχνίδι, δεν αστοχεί: 81-80. Baseball pass, ραβερσέ του Παπαχρόνη στο σίδερο, ο Άρης πρωταθλητής για έβδομη φορά στην ιστορία, "ποτέ-ποτέ-ποτέ".

Οι γροθιές Πρέλεβιτς - Γκάλη

Τα νεύρα έχουν σπάσει, η αδρεναλίνη είναι στα ύψη, το μυαλό κάθε άλλο παρά καθαρό. Ο Γκάλης χειρονομεί μπροστά στους οπαδούς του ΠΑΟΚ που είναι "πετρωμένοι" στις θέσεις τους, ακολουθεί πανδαιμόνιο. Στο παρκέ σχετικοί και άσχετοι, ο Γκάλης αποτραβιέται από κάποιους αστυνομικούς, εξακολουθεί να λέει κάτι, απευθύνεται στον Πρέλεβιτς που ανταπαντά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου ξεσπά σύρραξη, Πρέλεβιτς και Γκάλης ανταλλάσσουν γροθιές, έκπληκτοι όλοι παρακολουθούμε ένα ξύλο "του δρόμου", από εκείνα που απλώς ρίχνεις και δεν ξέρεις αν βρίσκεις στόχο. Τη φωτιά σβήνει ο Γιαννάκης που σπεύδει να ηρεμήσει το Μπάνε, τον παίρνει αγκαλιά, ο Πρέλεβιτς δείχνει να ηρεμεί, ο Γκάλης φυγαδεύεται στα αποδυτήρια. Δεν υπάρχει στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ πιο έντονη, πιο "γεμάτη" σειρά από εκείνη του 1991. Τα είχε όλα: ανατροπές, καταπληκτικό μπάσκετ, γεμάτο γήπεδο, ενδιαφέρον στα ύψη, ξύλο, τρίποντα, πάθος, "ποτέ-ποτε-ποτέ".

Ο ΠΑΟΚ μάζεψε τα κομμάτια του, βελτιώθηκε ακόμη περισσότερο, μετά την ήττα από τον Άρη και την απώλεια και του Κυπέλλου από τον Πανιώνιο στον τελικό του ΣΕΦ, αποφάσισε να ανέβει στο επόμενο επίπεδο. Ο Σάκοτα αντικαταστάθηκε από το Ντούσαν Ίβκοβιτς που περιέβαλε με εμπιστοσύνη την ομάδα, διατήρησε στο ρόστερ τον Κένεθ Μπάρλοου, αναβάθμισε το Νίκο Μπουντούρη, έκανε τον ΠΑΟΚ πιο κυνικό, νικητή. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος στο τέλος της σεζόν ήταν αναμενόμενη, ειδικά αφ’ ης στιγμής ο Άρης έδειξε ότι ο κύκλος έχει κλείσει μια για πάντα.

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΚΑΙ ΠΑΣΠΑΛΙ(Ε) ΤΑΡΑΖΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ

Η σεζόν χαρακτηρίστηκε από τις απεργίες των επαγγελματιών καλαθοσφαιριστών και από το ξύπνημα ενός γίγαντα που επί χρόνια τελούσε εν υπνώσει. Ο Ολυμπιακός, με αφεντικό το Σωκράτη Κόκκαλη, τάραξε τα νερά του ελληνικού μπάσκετ φέρνοντας στον Πειραιά το Γιάννη Ιωαννίδη και ζέστανε το διψασμένο κοινό του με την απόκτηση του παίκτη-τοτέμ της αναγέννησης: του Ζάρκο Πάσπαλι(ε).

Το κατάμεστο ΣΕΦ στην πρεμιέρα εναντίον του Άρη του Τζορτζ Φίσερ (Αμερικανός προπονητής που δεν άντεξε ούτε δίμηνο στη Θεσσαλονίκη και αντικείμενο trivia πλέον) ήταν η απόδειξη πως κάτι αλλάζει στο ελληνικό μπάσκετ. Αντίπαλος για τον ΠΑΟΚ ασφαλώς δεν υπήρχε, ο δικέφαλος έκανε "παρέλαση" στην κανονική περίοδο και στα play offs, με τη νίκη του σε εκείνο το αλησμόνητο ντέρμπι με τον Άρη που κρίθηκε στην παράταση με το τρίποντο του Μπάνε από το κέντρο. Σε εκείνο το παιχνίδι ο Άρης παρέδωσε τα σκήπτρα, ένας ολόκληρος κύκλος για το ελληνικό μπάσκετ είχε κλείσει και πέρασε οριστικά στην ιστορία. Υπό το φόβο των Ιουδαίων, ο ΠΑΟΚ "επέλεξε" και αντίπαλο στον τελικό του πρωταθλήματος τον Ολυμπιακό, ο τελικός έπαψε να είναι υπόθεση μόνο της μπασκετομάνας (κάτι για το οποίο οι αρειανοί τον κατηγορούν ακόμα στη Θεσσαλονίκη) και σιγά σιγά το πρωτάθλημα άρχισε να "φλερτάρει" με την Αθήνα.

Ο ΠΑΟΚ κέρδισε πολύ εύκολα τον Ολυμπιακό με 97-82 μέσα στο ΣΕΦ πανηγυρίζοντας το πρώτο του πρωτάθλημα μετά από 33 ολόκληρα χρόνια, σε ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία για την πρώτη προσφορά του σακακιού του Ιωαννίδη στο διαιτητή Τσανίδη, με τον ξανθό να μετέρχεται κάθε μέσον στη διάθεσή του προκειμένου να παγιώσει όσο συντομότερα γίνεται στη συνείδηση όλης της μπασκετικής κοινότητας ότι ο Ολυμπιακός δεν είναι πια η ομάδα του Παπαστράτειου που απασχολούσε διακόσιες ψυχές.

Το restart του Παναθηναϊκού

Η σεζόν εκτός από την αποκαθήλωση του Άρη, σηματοδότησε το restart και του μπασκετικού Παναθηναϊκού, ο οποίος μετά τη ντροπιαστική 8η θέση ανασυντάχθηκε και αντεπιτέθηκε. Η απόκτηση του Νίκου Γκάλη από τον Άρη μετατόπισε πια πλήρως το βάρος από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, σήμανε την αλλαγή σκηνικού σε όλα τα επίπεδα. Ήταν ένα τέλος εποχής από κάθε άποψη, αφού και το ίδιο το πρωτάθλημα πέρασε στη δικαιοδοσία του ΕΣΑΚ (αργότερα ΕΣΑΚΕ) με τα έσοδα να εκτοξεύονται, τις ομάδες να δυναμώνουν τρομερά και την Ελλάδα να εισάγεται στο κλειστό club της μπασκετικής ελίτ στην Ευρώπη.

Ο πρωταθλητής ΠΑΟΚ, με το final 4 να διοργανώνεται στην Ελλάδα για πρώτη φορά και διαθέτοντας μια από τις δυνατότερες πεντάδες στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ, είχε στόχο τη μεγάλη κούπα που τόσο έλειπε από τη χώρα μας. Η ήττα από την Μπενετόν γκρέμισε το οικοδόμημα του Ίβκοβιτς, μια ονειρεμένη πεντάδα με Κόρφα, Πρέλεβιτς, Μπάρλοου, Λέβινγκστον και Φασούλα που κατέρρρευσε σαν τραπουλόχαρτο μην μπορώντας να διαχειριστεί την αποτυχία. Αυτήν την κατάρρευση εκμεταλλεύτηκε ο Ολυμπιακός που με μειονέκτημα έδρας πέταξε έξω από τους τελικούς τον ΠΑΟΚ και έξαφνα έγινε το φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου. Ήταν ο πρώτος "ιωαννιδικός" Ολυμπιακός που μετά τις παλινωδίες και την αποτυχημένη επιλογή του Ροντ Χίγκινς στη δεύτερη θέση ξένου, κατέληξε στον Ουόλτερ Μπέρι και μαζί με τα "μωρά" Τάρλατς, Τόμιτς, Νάκιτς και το Γιώργο Σιγάλα έπαψε να είναι απλώς η ομάδα του Ζάρκο.

 

Απέναντί του επίσης ένας "πρωτάρης", ο Παναθηναϊκός, ο πρώτος μεγάλος Παναθηναϊκός του Παύλου Γιαννακόπουλου, με το ιερό τέρας Νίκο Γκάλη, το Στόγιαν Βράνκοβιτς και τον Άριαν Κόμαζετς. Παρασυρόμενος από την επιτυχία της Pop ’84, ο Παύλος είχε επιλέξει το Ζέλικο Παβλίτσεβιτς για τον πάγκο, μια ατυχής επιλογή από κάθε άποψη, η επιμονή στην οποία δεν επέτρεψε στους πράσινους να αποδώσουν το καλύτερο μπάσκετ που μπορούσαν βάσει του τρομακτικού ρόστερ που διέθεταν. Οικονόμου, Μυριούνης, Αλβέρτης, η νουβέλ βαγκ του Παναθηναϊκού, έδρα η Γλυφάδα, η αύρα του Γκάλη να καλύπτει κάθε αδυναμία, πλην όμως ο Ολυμπιακός ήταν ανώτερος. Εκτός παρκέ μαινόταν και η μάχη στο παρασκήνιο με τον Παναθηναϊκό να κατηγορεί ευθέως το "σύστημα" Ιωαννίδη-(Γιάννη) Γιαννάκη ότι ελέγχει τη διατησία για να ευνοείται ο Ολυμπιακός, ένας πόλεμος που οδήγησε στον θλιβερό τέταρτο τελικό "με τα μπαλέτα".

Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΠΑΣΚΕΤ

Μετά το αρχικό και αναμενόμενο 1-1 σε κάθε έδρα, ήρθε το 72-77 της Γλυφάδας και ο Παναθηναϊκός σε ένδειξη διαμαρτυρίας αποφάσισε να μην αγωνιστεί στον τέταρτο τελικό του ΣΕΦ. Έτσι, 11 Μαΐου του 1993 εκτυλίχθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας η παρωδία του εσωτερικού διπλού με τις στρίπερ του Diogenis Palace να δίνουν το δικό τους show στο ημίχρονο και γνωστές οπαδικές φιγούρες του Ολυμπιακού να φορούν πράσινες φανέλες και να παριστάνουν τις "κότες". Ήταν μια από τις χειρότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ, το μοναδικό επαγγελματικό πρωτάθλημα που κρίθηκε άνευ αγώνος και μελανό σημείο αμφότερων των νέων μεγάλων δυνάμεων του αθλήματος. Έγινε κατανοητό απ’ όλους ότι οι εποχές ρομαντισμού και αγνότητας είχαν αποχαιρετίσει ανεπιστρεπτί το άθλημα που γινόταν πλέον "πόλεμος", με πολλά λεφτά on stake και χωρίς τον καλώς εννοούμενο "επαρχιωτισμό" της Θεσσαλονίκης που κρατούσε το μπάσκετ σε ένα καθεστώς ημιεπαγγελματισμού.

Ο Ολυμπιακός ανακηρύχθηκε πρωταθλητής εν μέσω αποθέωσης και έχοντας αποκλείσει με μειονέκτημα έδρας, κατά σειρά τον Άρη, τον ΠΑΟΚ και με τον αστερίσκο του ματς με τα "μπαλέτα" και τον Παναθηναϊκό. Ο Ιωαννίδης έγινε τραγούδι στο στόμα των φίλων του, ο Ζάρκο ο ξένος που αγαπήθηκε περισσότερο από κάθε άλλον και το τμήμα του μπάσκετ το μεγάλο αποκούμπι ενός δοκιμασμένου κόσμου που στο ποδόσφαιρο διήγαγε τα λεγόμενα "πέτρινα" χρόνια. Ο Ολυμπιακός ήταν πια το #1 brand, ο πρώτος που οι υπόλοιποι ήθελαν να εκθρονίσουν από την κορυφή και ο μεγάλος του στόχος ήταν το final 4 και η μεγάλη κούπα.

 

Με αυτό το σκεπτικό ο Ιωαννίδης αποφάσισε να αλλάξει τον Ουόλτερ Μπέρι με το Ρόι και με κάθε τρόπο πίεσε για την απόκτηση και του Φασούλα από τον ΠΑΟΚ. Ο ψηλός ούτως ή άλλως είχε χάσει το feeling με το δικέφαλο, κατηγορήθηκε δίκαια και άδικα για την παρουσία του στην αποτυχημένη χρονιά του στραπάτσου και η κάθοδός του στον Πειραιά, ήταν ένα ακόμη δείγμα ότι η Θεσσαλονίκη ολοένα και έχανε τη δύναμή της στον πλανήτη μπάσκετ, αφού μαζί με την "αράχνη" κατηφόρισε και ο "δράκος" στην Αθήνα για τον Πανιώνιο.

Κι όμως ο ΠΑΟΚ άντεξε, άρπαξε την ευκαιρία και υπέγραψε τον Μπέρι μόλις τον άφησε ελεύθερο ο Ολυμπιακός και με την προσθήκη του Νάσου Γαλακτερού και του Ζόραν Σάβιτς, δημιούργησε μια πολύ δυνατή ομάδα, από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη, της ιστορίας του. Εκείνη η ομάδα κατέκτησε το Κύπελλο Κόρατς εναντίον της Στεφανέλ του Μποντιρόγκα, κυρίως απέκλεισε παληκαρίσια με 3-2 στους ημιτελικούς τον Παναθηναϊκό, έναν πολύ ακριβότερο και πολύ πιο φανταχτερό Παναθηναϊκό, ο οποίος όμως είχε πάντοτε την παραφωνία Παβλίτσεβιτς στην εξίσωση. Το final 4 του Τελ Αβίβ θα μπορούσε να πει κανείς ότι επρόκειτο να λειτουργήσει όπως και εκείνο της Αθήνας και στη θέση του Ολυμπιακού να βρεθεί ο ΠΑΟΚ, μετά από μια συγκλονιστική σειρά όμως, ο Ολυμπιακός βασιζόμενος κυρίως στη νίκη επί του Παναθηναϊκού στον ημιτελικό του Ισραήλ, συσπειρώθηκε και μάζεψε έγκαιρα τα κομμάτια του. Ο ΠΑΟΚ παρότι έφτασε κοντά δεν έκανε το break στο Φάληρο και όλα επρόκειτο να κριθούν στο πέμπτο και τελευταίο παιχνίδι.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΕΛΙΚΟΣ

Στις 24 Μαΐου του 1994 στο ΣΕΦ, παίχτηκε ίσως ο πρώτος πραγματικά πολύ μεγάλος πέμπτος τελικός στην ιστορία της Α1. Ο Ολυμπιακός παρότι αδιαφιλονίκητο φαβορί, ήταν αδύνατον να αναχαιτίσει τα ατού του ΠΑΟΚ, Πρέλεβιτς και Μπέρι έκαναν συγκλονιστικό παιχνίδι, για πρώτη φορά ο Γιώργος Σιγάλας σήκωσε τα χέρια ψηλά, αφού ο αρχηγός του ΠΑΟΚ δεν αστοχούσε σχεδόν ποτέ. Στην τελευταία κρίσιμη επίθεση όμως, ο Σιγάλας ήταν εκεί: έκλεψε τη μπάλα από τον Πρέλεβιτς και ουσιαστικά χάρισε τον τίτλο στον Ολυμπιακό. Δίχως εκείνο το κλέψιμο, η ιστορία πολύ πιθανόν να είχε γραφτεί διαφορετικά, σίγουρα ο Ολυμπιακός δεν θα έχτιζε την αυτοκρατορία του και πιθανόν ο Σωκράτης Κόκκαλης να αποφάσιζε διαφορετικά σχετικά με την ενασχόλησή του με ποδόσφαιρο και μπάσκετ παράλληλα. Το τελικό 70-65 αδικεί τον ΠΑΟΚ, ίσως οι διαιτητές να σφύριξαν έδρα λίγο περισσότερο από το κανονικό, εξ ου και η κίνηση αποχώρησης στο τέλος και η θλιβερή εικόνα των...ξεκάλτσωτων στα τελευταία δευτερόλεπτα, το παιχνίδι ωστόσο ήταν συγκλονιστικό και αντάξιο "του καλύτερου πρωταθλήματος της Ευρώπης".

 

Δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός, το ελληνικό πρωτάθλημα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε πραγματικά μαζέψει την αφρόκρεμα, διέθετε ομάδες "μέσης ταχύτητας" που πρωταγωνιστούσαν στο Κύπελλο Κόρατς, έρχονταν ΝΒΑers σε νεοφώτιστους, ξοδεύονταν απίστευτα ποσά, το ενδιαφέρον ήταν στα ύψη. Το πρωτάθλημα ήταν άκρως συναρπαστικό, ο μεγάλος καημός παρέμενε το Κύπελλο Πρωταθλητριών και μετά την αποπομπή Παβλίτσεβιτς (και Πολίτη που ευθύνεται για το άδοξο αντίο του Γκάλη στο Μετς) ο Παναθηναϊκός διεκδικούσε επί ίσοις όροις τα σκήπτρα από τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη. Στην "τρελή" μεταγραφικά σεζόν το κεφάλαιο Πάσπαλι έκλεισε για τους ερυθρόλευκους, αλλάζοντας στρατόπεδο, ενώ την αντίθετη διαδρομή ακολούθησε ο Σάσα Βολκόφ. Ο Παναθηναϊκός έφτιαξε κι εκείνος ένα τρομακτικό ρόστερ, με Γιαννάκη-Γκάλη έστω και για ελάχιστο χρονικό διάστημα ξανά συμπαίκτες, τον Πάσπαλι, το Βράνκοβιτς, τον Αλβέρτη, τον Οικονόμου, κ.ά. Ο Ιωαννίδης από την άλλη επέλεξε να επικεντρωθεί στην ισχυροποίηση της front line του Ολυμπιακού στηριζόμενος στην ΝΒΑ τριάδα Τάρλατς-Βολκόφ-Φασούλα και για την περιφέρεια έπεσε διάνα με την επιλογή του μεγάλου Έντι Τζόνσον.

Ο Τζόνσον ήταν που έκρινε τον ημιτελικό της Σαραγόσα και εν πολλοίς και τους συναρπαστικούς τελικούς, όπου ο Ολυμπιακός επικράτησε του αιώνιου αντιπάλου του για ένα σουτ. Το τελικό 45-44 που έκρινε πρωταθλητή, ήταν ουσιαστικά η επανάληψη του "παιδικού" σκορ της πρώτης μονομαχίας των αιωνίων στη σεζόν, εκείνη στη "στρούγκα" του Σπόρτινγκ που έληξε με το απίστευτο 42-40 υπέρ του Παναθηναϊκού. Η κατάκτηση του τίτλου από τον Ολυμπιακό, σε συνδυασμό με τη νίκη στον ημιτελικό του final 4, τον έθεσε ξανά στη θέση του παντοδύναμου δυνάστη του ελληνικού μπάσκετ, παρά την απώλεια για δεύτερη συνεχή χρονιά του πρωταθλήματος Ευρώπης.

ΤΙΝΑΞΕ ΤΗΝ ΜΠΑΝΚΑ Ο ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ

Ο Παναθηναϊκός παρ’ ότι έφτασε στην πηγή, δεν κατάφερε να πιεί νερό γι’ αυτό ο Παύλος Γιαννακόπουλος, αποφάσισε να τινάξει κυριολεκτικά την μπάνκα στον αέρα εν όψει της επόμενης σεζόν.

Στη θέση του Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου ο πολυνίκης Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, στην περιφέρεια ο Κόρφας και αντί του Πάσπαλι, το μεγαλύτερο όνομα που πέρασε ποτέ τον ατλαντικό: ο Human Highlight Film, Ντόμινικ Ουίλκινς. Η είδηση έμοιαζε σαν ψέμα εκείνο το καλοκαίρι, ο Ολυμπιακός ανταπαντά με τη διόρθωση του λάθους με τον Ουόλτερ Μπέρι και επιλέγει μετά από καιρό ξένο στη θέση του play maker. Είναι ο David Rivers, o παίκτης που έναν χρόνο αργότερα θα πιστωθεί το πρώτο ευρωπαϊκό των ερυθρόλευκων. Πίσω στην απίθανη σεζόν 1995/96, η απόκτηση του Ρίβερς μπήκε ασφαλώς στη σκιά εκείνης του Ουίλκινς, Κόκκαλης και Ιωαννίδης έδειχναν να μην κινούνται πια στο ίδιο μήκος κύματος, ενόσω στον Παναθηναϊκό οι οιωνοί έμοιαζαν ιδανικοί για την ενθρόνιση. Ήρθε εν μέρει, αφού στο Παρίσι το ελληνικό μπάσκετ έσπασε το ρόδι και επιτέλους κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Casus beli για τον αποκλεισθέντα Ολυμπιακό, που με τα mind games του Ιωαννίδη μετέτρεψε τους τελικούς στην απόλυτη μονομαχία.

Κλασσικά, τα τέσσερα πρώτα παιχνίδια χαρακτηρίζονται από την απόλυτη ισορροπία, πολύ δύσκολες νίκες για κάθε γηπεδούχο, οι διαφορές από δύο έως επτά πόντους. Μέχρι την 19η Μαΐου και του πέμπτου και τελευταίου τελικού στο ΣΕΦ. Κυκλοφόρησαν μέχρι και μπλουζάκια για εκείνο το απίστευτο 73-38 του πέμπτου τελικού, εκείνης της παράστασης του Ολυμπιακού στο κύκνειο άσμα του Γιάννη Ιωαννίδη στον πάγκο του. Η νίκη ήταν τόσο εκκωφαντική που επισκίασε όχι μόνο τη μέτρια έως κακή σεζόν του Ολυμπιακού, αλλά και την επιτυχία του Παρισιού, για έναν Παναθηναϊκό παγιδευμένο στις ιδεοληψίες και τα απίθανα κολλήματα του Μπόζα Μάλκοβιτς, ο οποίος δεν ήθελε καν τον ίδιο τον Ουίλκινς στην ομάδα! Σημασία έχει ότι ο Ολυμπιακός κατέκτησε τον τρίτο συνεχόμενο τίτλο με τον πιο γλυκό για τους οπαδούς του τρόπο και κεφαλαιοποίησε αυτό το +35 την επόμενη σεζόν, τη χρονιά της "απελευθέρωσης" και του πρώτου ελληνικού triple crown στην ιστορία.

Ο Κόκκαλης κυνηγώντας το Άγιο Δισκοπότηρο ενός Κυπέλλου Πρωταθλητριών, καταλήγει στο "σοφό", ο οποίος έρχεται, δεν αλλάζει (σχεδόν) τίποτα και σαρώνει το σύμπαν με δεύτερο ξένο τον...Έβρικ Γκρέυ. Δεν είναι τόσο η άνετη επικράτηση στους τελικούς επί της νεανικής και θαυματουργής ΑΕΚ με 3-1, όσο εκείνο το εμφαντικό 49-69 του ΟΑΚΑ που στιγματίζει τη σεζόν για τον Ολυμπιακό, στον προημιτελικό μάλιστα του final 4 της Ρώμης. Το συνοθύλευμα του Μάλκοβιτς έγινε έρμαιο στις ορέξεις των παικτών του Ολυμπιακού, ο Ντούντα απελευθέρωσε μια ομάδα που στην αρχή της σεζόν είχε κατακριθεί κατά κόρον και έμοιαζε να καταστρέφεται και κατόρθωσε εκμεταλλευόμενος εκείνη τη μεγαλειώδη νίκη να κατακτήσει και Ευρωλίγκα και Πρωτάθλημα. Ενδιαφέρον οι τελικοί απέκτησαν λόγω "ξανθού" στην άλλη πλευρά, η Ένωση όμως παραήταν άπειρη για να δημιουργήσει προβλήματα σε μια ομάδα που κι ο ίδιος ο Ιωαννίδης γνώριζε πολύ καλά ότι στη μέρα της είναι αδύνατον να χάσει. Ο τίτλος κατακτήθηκε στο γήπεδο από το οποίο ξεκίνησε η αντεπίθεση, στο ΟΑΚΑ, με το καθαρό 53-68 και ο Ολυμπιακός έκλεισε έναν κύκλο που όμοιό του δεν είχε κάνει κανείς έως τότε.

Η "Καινή Διαθήκη" του μπάσκετ

Το μπάσκετ είχε μεταφερθεί πλέον για τα καλά στην πρωτεύουσα, ο Άρης παρήκμαζε χειμαζόμενος από οικονομικά προβλήματα, ο ΠΑΟΚ δεν είχε πια τα μέσα να συναγωνιστεί την τριάδα των Αθηνών και ο Γιάννης Φιλίππου "γλυκαμένος" από την παρουσία στους τελικούς έδωσε στον Ιωαννίδη ό,τι ζήτησε. Και Πρέλεβιτς και Αλεξάντερ και Ρίκι Πιρς (αργότερα Άντερσον) και Λάσο. Το πρωτάθλημα είναι συναρπαστικό (όπως και το Κύπελλο, με τους "Μοϊκανούς" του Άρη, Μπόνι και Πάσπαλι να χαρίζουν το τρόπαιο στον άλλοτε αυτοκράτορα) και αποτελεί το εφαλτήριο για τη γνωριμία μας με την πιο επιτυχημένη ομάδα που παράχθηκε ποτέ από τον ελληνικό αθλητισμό. Οι θυσίες του Παύλου και του Θανάση Γιαννακόπουλου καρποφόρησαν χωρίς Ουίλκινς, χωρίς τον "πολύ" Μπόζα, χωρίς Γκάλη, χωρίς Γιαννάκη. Το αμάλγαμα ήθελε Σούμποτιτς, Φάνη, Ράτζα και έναν 36χρονο λιμνάνθρωπο που με την εμπειρία του προσέδωσε στον Παναθηναϊκό το πνεύμα νικητή, την αύρα του Πρωταθλητή: το Μπάιρον Σκοτ. Κι ήταν να μη γίνει η αρχή...

 

Καθ’ όλη την προετοιμασία της σεζόν, ο σχεδιασμός ήθελε "Ολυμπιακό" στον τελικό, άπαντες όμως υπολόγιζαν χωρίς τον Πέτζα. Ο ΠΑΟΚ με το τρομερό τρίποντο του Στογιάκοβιτς πετάει έξω από τους τελικούς τον Ολυμπιακό, ο οποίος μέσα σε λιγότερες από 365 ημέρες βρίσκεται από το ζενίθ στο ναδίρ. Ο Παναθηναϊκός αποκλείει μετά κόπων και βασάνων τη φιναλίστ της Ευρωλίγκας ΑΕΚ και στον τελικό καταβάλλει με δυσκολία μεν, δίκαια δε, τον θαυμάσιο ΠΑΟΚ. Ο Σκοτ αποχωρεί με χαμόγελο και πρωταθλητής, ο Ράτζα μένει και ο Γιαννακόπουλος κάνει το βήμα παραπάνω: αποκτά τον καλύτερο ευρωπαίο μπασκετμπολίστα, μήλον της έριδος για όλες τις κορυφαίες ευρωπαϊκές ομάδες, τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα. Ο Ντέκι είναι και ο μεγάλος πρωταγωνιστής της "νέας εποχής", μιας εποχής που στο ελληνικό και ευρωπαϊκό μπάσκετ άνθιζε μόνο τριφύλλι.

Ο πρώτος σπόρος είχε φυτευτεί την προηγούμενη σεζόν, όχι όμως απέναντι στο μεγάλο αντίπαλο Ολυμπιακό. Εξ ου και εκείνο το διπλό στον πέμπτο τελικό του ΣΕΦ στις 20 Μαΐου του 1999, ανακηρύχθηκε σε σύμβολο της αντεπίθεσης. Η σειρά είχε την κλασσική εξέλιξη, νίκες των γηπεδούχων και main factor το πλεονέκτημα έδρας από την κανονική περίοδο. Στο πέμπτο παιχνίδι όμως, ο Παναθηναϊκός, προεξεχόντων Μποντιρόγκα και Ράτζα δεν αφήνει κανένα περιθώριο στον Ολυμπιακό. Είναι πολύ ανώτερη ομάδα, πιο φρέσκια, πιο πεινασμένη, πιο προσηλωμένη στο στόχο. Ο Παναθηναϊκός μόλις ξεκινούσε, ο Ολυμπιακός θα έδινε forfait. Το 52-63 και η γνωστή κοκορομαχία Τόμιτς-Ντέκι, οι απαράδεκτες αντεγκλήσεις Ντούντα και Πίξι, το πράσινο πάρτι μέσα στο ΣΕΦ, όλα μέρος της σύγχρονης ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ, αναπόσπαστο κομμάτι της "Καινής Διαθήκης". Διότι εάν τα ντέρμπι Άρη-ΠΑΟΚ είναι η Παλαιά Διαθήκη, τότε τα ντέρμπι Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού είναι η Καινή. Και οι δύο συνθέτουν την "Αγία Γραφή" της πορτοκαλί μπάλας στα μέρη μας, είναι το δικό μας I love this Game.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Παλικάρι ο Πρίντεζης: Θέλει να παίξει στο ντέρμπι
Κίνηση ανθρωπιάς από Παναθηναϊκό για Πρίντεζη