Μπεντ: Η κατάθλιψη μετά το ποδόσφαιρο

Η φυλάκιση του Μάρκους Μπεντ, ως αποτέλεσμα της ψυχολογικής κρίσης που περνά ένας παίκτης όταν ολοκληρώσει την καριέρα του.

Στις 13 Σεπτεμβρίου, λίγο πριν τις 10 το βράδυ, ο Μάρκους Μπεντ, πρώην ποδοσφαιριστής της Premier League, κάλεσε την αστυνομία του Σάρεϊ για να αναφέρει μια διάρρηξη. Στον αστυνομικό, που απάντησε στην κλήση, ανέφερε πως φοβόταν για τη ζωή του. Ήταν τρομοκρατημένος.

Δέκα λεπτά αργότερα, τρεις αστυνομικοί έφτασαν στο διαμέρισμα του. Ανέβηκαν τις σκάλες, αλλά ο Μπεντ δεν τους άφησε να μπουν μέσα στο διαμέρισμά.

Ου αστυνομικοί έμειναν στο στενό διάδρομο, προσπαθώντας να πείσουν τον Μπεντ να τους αφήσει να μπουν. Φώναζε "βοήθεια", αλλά δεν άνοιγε την πόρτα.

Ήρθε ενίσχυση τριών οπλισμένων αντρών, με αποτέλεσμα να έχουν στοιβαχτεί έξι αστυνομικοί στο διάδρομο. Τα πράγματα είχαν φθάσει σε αδιέξοδο και αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί πολιορκητικός κριός για να σπάσει η πόρτα.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Μπεντ. Ο πρώην στράικερ της Έβερτον και διεθνής με την ομάδα Κ-21 της Αγγλίας ήταν γυμνός από την μέση και πάνω, φορούσε μια μοβ φόρμα, κραδαίνοντας στο ένα χέρι ένα μπαλτά και στο άλλο ένα τεράστιο μαχαίρι κουζίνας.

Ο αστυνόμος που συνέταξε την αναφορά της υπόθεσης, ανέφερε ότι τα μάτια του Μπεντ σχεδόν έβγαιναν από τις κόγχες τους, οι κόρες τους ήταν διεσταλμένες, τα ρουθούνια του πρησμένα και οι γροθιές τους σφιγμένες. Ο αστυνόμος δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτά ήταν συμπτώματα πανικού ή αποτέλεσμα ανεξέλεγκτης οργής.

Οι έξι άντρες της αστυνομίας οπισθοχώρησαν στο διάδρομο, αλλά ο Μπεντ όρμησε με το κουζινομάχαιρο σε αυτόν που βρισκόταν πιο κοντά του.

Η ζωές των αστυνομικών βρίσκονταν πλέον υπό απειλή κι έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Ο αστυνόμος που δεχόταν την επίθεση προσπάθησε να αμυνθεί, προφυλάσσοντας το πρόσωπo με τα χέρια του. Εν τω μεταξύ, ένας συνάδελφός του έριχνε επί ένα λεπτό με το Τέιζερ του (όπλο που προκαλεί ηλεκτροσόκ) στον αριστερό δικέφαλο του Μπεντ. 

Ο Μπεντ χτύπησε δυνατά το κεφάλι του στον τοίχο, καθώς έπεφτε στο πάτωμα. Αν και είχε μόλις δεχθεί 50.000 βολτ στο σώμα του, συνέχιζε να βρίσκεται σε υστερική κατάσταση. "Κοίτα εκεί", φώναξε. "Μπορείς να τον δεις; Βλέπω το πρόσωπό του. Βλέπω τη σκιά του. Κοίτα εκεί. Τον ακούω".

Η αστυνομία έψαξε όλο το κτίριο, αλλά δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί. Ψάχνοντας το αυτοκίνητο του Μπεντ, βρέθηκε μια μικρή ποσότητα κοκαΐνης (0.1 γρ.). Ο Μπεντ συνελήφθη, του περάστηκαν χειροπέδες, αλλά συνέχισε να βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. "Κοίτα εκεί έξω. Βλέπω το πρόσωπό του δίπλα στο δέντρο", συνέχισε.

Στο αστυνομικό τμήμα, ο Μπεντ δήλωσε πως ήταν μόνος στο διαμέρισμά του, μέχρι που είδε να κουνιέται το πόμολο του μπάνιου. Άκουσε να σπρώχνει κάποιος την πόρτα του μπάνιου από μέσα, σαν να προσπαθούσε να βγει και φοβήθηκε για τη ζωή του. Εκείνη τη στιγμή κάλεσε την αστυνομία και ζήτησε βοήθεια.

Ο Μπεντ παραδέχτηκε πως είχε σνιφάρει τρεις γραμμές κοκαΐνης.

Έτσι παρουσιάστηκε η υπόθεση από την ποινική δίωξη κατά του Μπεν στη δίκη του. Ο Μπεντ δεν αμφισβήτησε ούτε μία λέξη της. Δήλωσε ένοχος σε κατηγορία για συμπλοκή και κατοχή ναρκωτικών και στις 12 Φλεβάρη η απόφαση που πήρε το δικαστήριο για την υπόθεση του ήταν 12μηνη φυλάκιση με αναστολή και κοινωνική εργασία.

Στο δικαστήριο του Γκίλφορντ ο Μπεντ ήταν πολύ φυσιολογικός. Η κοπέλα του βρισκόταν συνεχώς στο πλάι του, κρατώντας του το χέρι.

Ρώτησα τον Μπεντ, γράφει ο δημοσιογράφος του Bleacher Report, πώς ένιωθε με την προοπτική φυλάκισης που του είχε αναφέρει ως ενδεχόμενη, νωρίτερα, ο δικαστής. Χαμογέλασε και είπε ότι ήταν έτοιμος να δεχθεί οποιαδήποτε απόφαση του δικαστηρίου.

Ο ίδιος Μπεντ αφιερώνει κάθε Τετάρτη και Σάββατο δύο ώρες ανεξαρτήτου καιρού, για να προπονεί την "Esher FC", ομάδα της περιοχής του.

Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς πως αυτός ήταν ο άντρας που περιέγραφαν στην αναφορά τους οι αστυνομικές αρχές και ακόμη περισσότερο ο χαρισματικός ποδοσφαιριστής που διέπρεψε στην Premier League κατά τη διάρκεια της καριέρας του.

Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι άλλο. Πώς ο Μπεντ από τα σαλόνια της Premier League κατάφερε μέσα σε πέντε χρόνια να βρίσκεται αντιμέτωπος με ποινή φυλάκισης;

Η αρχή των προβλημάτων

Ο Μπεντ γεννήθηκε από Τζαμαϊκανούς γονείς στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου το 1978. Στα έντεκά του υπέγραψε στην Μπρέντφορντ και σύντομα το ποδόσφαιρο αποτέλεσε το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή του. Ο συνήγορός του ανέφερε στο δικαστήριο ότι πριν δύο χρόνια, όταν ο Μπεντ σταμάτησε το ποδόσφαιρο, μετά από μια καριέρα που κράτησε 18 χρόνια, η ζωή του δεν είχε κανένα νόημα πλέον. Ένιωθε κενός.

"Ο Μπεντ είχε ψυχολογικά θέματα από τον τρόπο ανατροφής του", συμπλήρωσε ο συνήγορός του, "τα οποία των βασάνιζαν σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, αλλά και μετά την αποχώρησή του από τα γήπεδα. Είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει τα ψυχολογικά του προβλήματα με κοκαΐνη και παρόλο που μπήκε αρκετές φορές σε κέντρο αποτοξίνωσης δεν κατάφερε να απεξαρτηθεί".

Τα ψυχολογικά προβλήματα, τα ναρκωτικά και το σοκ που προκαλεί το τέλος μιας ποδοσφαιρικής καριέρας, δημιούργησαν ένα "εύφλεκτο" κοκτέιλ που εξερράγη τον Σεπτέμβριο στο Esher. Έτσι, ένα άτομο χωρίς κατηγορίες και με λευκό ποινικό μητρώο, μεταμορφώθηκε σε ψυχοπαθή.

(Ο Μπεντ πανηγυρίζει ένα γκολ του με την φανέλα της Μπερμιγχαμ το 2008)

Όπως όλα δείχνουν, όσο έπαιζε ποδόσφαιρο ο Μπεντ μπορούσε να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του. Μόλις τέλειωσε η καριέρα του, κατέρρευσαν τα πάντα γύρω του με τα αποτελέσματα που αναφέραμε παραπάνω.

Η υπόθεση του Μπεντ, είναι ακόμη μια υπόθεση, που αποδεικνύει ότι κάτι πάρα πολύ σημαντικό συμβαίνει στη ψυχοσύνθεση ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή μόλις εγκαταλείπει την ενεργό δράση.

Άλλο "άνθρωπος" κι άλλο "ποδοσφαιριστής"

Ο Ντάνιελ Ντίμοντ, αθλητικός ψυχολόγος με έδρα την Μελβούρνη, αναλύει πως νέοι άνδρες όπως ο Μπεντ τον οποίων η ζωή έχει μπει στο δρόμο του να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, περιβάλλονται από ανθρώπους, οι οποίοι τους κάνουν να ταυτίσουν την αξία τους ως ανθρώπινα όντα με τις επιδόσεις τους στο ποδόσφαιρο.

Αυτό οδηγεί σε εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στον "ποδοσφαιριστή" και στον "άνθρωπο" που κρύβεται μέσα σε κάθε παίκτη. "Αντιλαμβάνονται τους εαυτούς ως ποδοσφαιριστές κι όχι ως ανθρώπους. Προσπαθούν να πετύχουν στο συγκεκριμένο τομέα, χωρίς να δίνουν σημασία σε οτιδήποτε άλλο. Δεν επενδύουν πια στους εαυτούς τους και στην προσπάθεια να δημιουργήσουν τις δικές τους αξίες", συνεχίζει ο Ντίμοντ. 

Αναλύοντας την καριέρα του Μπεντ, μπορούμε να δούμε αυτά που αναφέρει ο Ντίμοντ. O Μπεντ άρχισε να γίνεται γνωστός μέσω των ακαδημιών της Μπρέντφορντ, πριν τον αποκτήσει η Κρίσταλ Πάλας το 1998, στα 19 του. Μέχρι τα 23 του, είχε ήδη αγωνιστεί σε έξι ομάδες και δεν επρόκειτο να αποκτήσει άμεσα μια σταθερότητα στην καριέρα του.

Το 1999 η Κρίσταλ Πάλας πούλησε τον Μπεντ στην Πορτ Βέιλ, μεταγραφή που του κόστισε γιατί την θεώρησε μεγάλο πισωγύρισμα. Από εκεί πήγε στη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ κι από εκεί ακολούθησαν διαδοχικά κλαμπ, χωρίς οικονομική σταθερότητα, όπως η Μπλάκμπερν και η Ίπσουιτς.

"Έχω ζήσει πάρα πολλά όμορφα και άλλα τόσα άσχημα πράγματα στην καριέρα μου. Δεν θα άλλαζα, όμως, τίποτα από αυτά, γιατί με έκαναν έναν έμπειρο ποδοσφαιριστή", δήλωνε ο Μπεντ στα μέσα της δεύτερης σεζόν του στην Ίπσουιτς.

Παρά τη θετική χροιά της δήλωσης του, αυτή η συνεχής επαγγελματική ανασφάλεια, ενίσχυσε την ατομική του ανασφάλεια και του καλλιέργησε ένα συναίσθημα ότι ποτέ δεν ανήκε κάπου.

Μετά από ένα χρόνο στην Σάουθεντ Γιουνάιτεντ, άρχισε να παλεύει στην Μπλάκμπερν για μια θέση στη βασική ενδεκάδα. Στην Ίπσουτς τα πράγματα πήγαιναν καλά, όπως και στην Πάλας, μέχρι να αρχίσουν τα οικονομικά προβλήματα της ομάδας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη νέα πώληση του Μπεντ, αυτή τη φορά στην Έβερτον το 2004. Στη συνέχεια φόρεσε τις φανέλες εφτά ακόμη ομάδων πριν πάει στην Ινδονησία για να κλείσει την καριέρα του.

"Ήρθα για να δοκιμάσω έναν νέο τρόπο ζωής και ένα νέο στιλ ποδοσφαίρου", δήλωσε τον Νοέμβριο του 2011, όταν έγινε η μεταγραφή του στην "Μίτρα Κουκάρ" της Ινδονησίας. "Δεν θα πως πρόκειται για ένα ανεκπλήρωτο όνειρό μου που γίνεται πραγματικότητα, ωστόσο είναι μια εμπειρία που πάντα ήθελα να ζήσω".

Το συμβόλαιο του Μπεντ στην Ινδονησία ήταν για ένα χρόνο, αλλά έφυγε τον Απρίλιο του 2012, βάζοντας επισήμως τέλος στην καριέρα του.

Ό,τι συνέβη από τη στιγμή που κρέμασε τα παπούτσια του μέχρι το βράδυ που κάλεσε την αστυνομία, δείχνει πως η μετάβαση στη νέα του ζωή έγινε εντελώς λάθος.

Η περίπτωση του Σταν Κόλιμορ

Ο Λόρι Σάντσες, πρώην παίκτης της Γουίμπλεντον, θεωρεί πως τα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει ένας ποδοσφαιριστής τη στιγμή που η καριέρα του φτάνει στο τέλος της είναι τεράστια και χρήζουν βοήθειας. "Παίρνουν όλα τα λεφτά και τη δόξα και ύστερα συνειδητοποιούν πως το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής τους βρίσκεται μπροστά τους", ανέφερε ο Σάντσες.

Η κατάθλιψη είναι είναι ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παίκτες σε αυτή τη φάση της ζωής τους. Ο Σάντσες ανέφερε τη σχέση του Σταν Κόλιμορ με τον προπονητή του στην Άστον Βίλα στα τέλη της δεκαετίας του '90 ως χαρακτηριστικό παράδειγμα.

"Όλοι νομίζαμε ότι ο Σταν ήταν ένας ανεξέλεγκτος τύπος και ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα για την περίπτωσή του. Μελετώντας ξανά την περίπτωσή του, είναι φανερό πως ο Κόλιμορ έπασχε από κάποιου είδους κατάθλιψη. Απλώς, κανείς δεν ήξερε πού να αναζητήσει την αιτία της αλλόκοτης συμπεριφοράς του και ο Σταν, όπως όλοι οι παίκτες εκείνη την περίοδο, δεν υπήρχε περίπτωση να παραδεχτεί ότι αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα".

(Ο Μπεντ πανηγυρίζει γκολ με τη φανέλα της Γουίγκαν το 2007)

"Το πρόβλημα γινόταν όλο και χειρότερο, χωρίς στην ουσία να κάνει κανείς κάτι. Έχει να κάνει με το γενικότερο ματσό κλίμα που επικρατεί στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο όπου όποιος παραδέχεται κάποια αδυναμία του, θεωρείται αδύναμος. Είναι φαύλος κύκλος", συμπληρώνει ο Σάντσες.

Η αίσθηση του ανήκειν

Είναι για κάποιον μια καριέρα όπως του Μπεντ, που άλλαξε πολλούς σταθμούς, δύσκολο να την διαχειριστεί κάποιος ψυχολογικά; Εδώ επανέρχεται ως απάντηση αυτό που είχαμε αναφέρει νωρίτερα: "Με αυτόν τον τρόπο νιώθει κάποιος ότι δεν ανήκει πουθενά και είναι δύσκολο να έχει ισορροπία μέσα του". Το 1994, όταν ο Σάντσες έφυγε από την Γουίμπλεντον και πήγε στην Σουίντον έχασε αυτή την αίσθηση του ανήκειν. Ευτυχώς, για τον Σάντσες, κατάφερε να αντιμετωπίσει αυτή την αλλαγή των δεδομένων του.

Ο Μπεντ αγωνίστηκε σε 14 διαφορετικούς συλλόγους στην Αγγλία. Ποτέ δεν ένιωσε ότι ανήκε σε κάποιο από αυτά και καμία ομάδα δεν αντιλήφθηκε το πρόβλημά του. Τους δαίμονες του τους αντιμετώπιζε μόνος του.

Ο Πατ Νέβιν, πρώην επιθετικός της Τσέλσι και της Έβερτον, ο οποίος διετέλεσε για πέντε χρόνια πρόεδρος της ένωσης επαγγελματιών ποδοσφαιριστών δήλωσε:"Οι ομάδες έχουν αρχίσει να αναγνωρίζουν την κατάθλιψη των παικτών και να τη διαχειρίζονται καλύτερα, αλλά η δράση τους έχει όρια. Με τόσους, όμως, παίκτες που περνάνε κάθε σεζόν από μια ομάδα είναι αδύνατο να ασχολούνται μαζί τους ακόμα και όταν φύγουν. Εδώ είναι δύσκολο να διαχειριστούν τους υπάρχοντες στο ρόστερ".

Την ευθύνη να διαχειριστούν αυτούς τους παίκτες έχουν αναλάβει οι γιατροί των ομάδων. Για τις περισσότερες ομάδες αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουν διαθέσιμος για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Υπάρχουν, βέβαια, και ευχάριστες εξαιρέσεις όπως αυτή της "Dagenham & Redridge" που διοργανώνει επίσκεψη ψυχολόγου μία φορά κάθε 15 μέρες.

Οι ομάδες γνωρίζουν το πρόβλημα. Η λύση, όμως, δεν βρίσκεται στο τι κάνουν οι ομάδες, αλλά οι ίδιοι οι παίκτες. Χρειάζεται εκείνοι να πάρουν την πρωτοβουλία και να προσπαθήσουν να κάνουν κάτι για να βελτιώσουν την κατάστασή τους.

Σύμφωνα με τον Νέβιν, το "υπερανταγωνιστικό" κλίμα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, καθιστά σχεδόν αδύνατο το ενδεχόμενο για κάποιον παίκτη να παραδεχτεί ότι πάσχει από κατάθλιψη. "Αν κάποιος παίκτης πει στον προπονητή του πριν από έναν αγώνα ότι "δεν αισθάνεται πολύ καλά ψυχολογικά" το πιο πιθανό είναι να τον αφήσει εκτός ομάδας", συνεχίζει ο Νέβιν. Για αυτό το λόγο το πρόβλημα παραμένει θαμμένο.

Δεν είναι μόνο η κατάθλιψη

Ένα ακόμα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι παίκτες όταν αποσύρονται είναι αυτό των σχέσεών τους. Το ποσοστό των διαζυγίων των ποδοσφαιριστών εκείνη την περίοδο είναι διπλάσιο από το αντίστοιχο της υπόλοιπης χώρας.

"Οι περισσότεροι παίκτες παντρεύονται πολύ νέοι και οι γυναίκες τους στην ουσία δεν παντρεύονται τους ίδιους, αλλά το lifestyle και την γκλαμουριά της ζωής ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Έτσι, μόλις φεύγει η αίγλη του ποδοσφαιριστή, πολλές φορές φεύγει και η γυναίκα του".

Καθοριστικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει το απότομο βγάλσιμο της αδρεναλίνης από τη ζωή του (πρώην) επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Δεν είναι μόνο οι αγώνες που λείπουν στους παίκτες. Τους λείπουν οι προπονήσεις, αλλά και η συναναστροφή με τους συμπαίκτες τους.

"Όπως τα ναρκωτικά έτσι και η αδρεναλίνη αν την κόψεις απότομα, σε κάνει να την επιζητάς ακόμα περισσότερο".

Η αγγλική ένωση επαγγελματιών ποδοσφαιριστών αφιερώνει αρκετές σελίδες με γενικές σχετικές συμβουλές στην ιστοσελίδα της. Η μόνη ενεργή κίνηση που στην ουσία κάνει είναι η σειρά μιας προώθησης βιβλίων και σεμιναρίων για να ασχοληθεί κάποιος αφού αφήσει το ποδόσφαιρο με τις κατασκευές, τη φυσιοθεραπεία, τη δημοσιογραφία και τα γυμναστήρια.

 

Αν και ένας παίκτης μικρότερης κατηγορίας δεν θα είχε πρόβλημα να ασχοληθεί με τις κατασκευές, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να επιθυμεί το ίδιο και ένας παίκτης της Premier League.

Η ψυχική υγεία βρίσκεται μακριά από την Premier League;

Πριν κατηγορήσουμε την αγγλική ένωση επαγγελματιών ποδοσφαιριστών για μεροληψία υπέρ των παικτών μικρότερων κατηγοριών, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι μάλλον είναι καλύτερο για τη ψυχική υγεία ενός ποδοσφαιριστή να αγωνίζεται σε μια μικρή κατηγορία. Ο Μαρκ Άρμπερ άρχισε την επαγγελματική του καριέρα στα 17 με τη φανέλα της Τότεναμ πριν πάει στην Μπαρνέτ, την Dagenham & Redridge και την Πιτερμπόρο, της οποίας είναι αυτή τη στιγμή προπονητής.

Ο Άρμπερ ανέφερε ότι του έκανε καλό που αγωνίστηκε στις μικρές κατηγορίες της Αγγλίας. Του δόθηκε η ευκαιρία από πολύ νωρίς να προγραμματίσει τη ζωή του μετά το ποδόσφαιρο, κάτι που δεν θα κατάφερνε να κάνει αν η καριέρα του είχε πάρει άλλο δρόμο και συνέχιζε στην Premier League.

Στα 24 του, ο Άρμπερ είχε ήδη ξεκινήσει να κάνει μαθήματα προπονητικής, με αποτέλεσμα να πάρει αργότερα το πτυχίο του πρώτου προπονητή. Μέχρι τα 28 του είχε ήδη πρόταση από την Άρσεναλ να συμμετέχει στο τεχνικό επιτελείο της.

Ήταν αρκετά έξυπνος, ώστε να σχεδιάσει από νωρίς να πραγματοποιήσει τις προπονητικές του φιλοδοξίες. Για όσους περιμένουν να ολοκληρώσουν την καριέρα τους πριν κάνουν την επόμενη κίνηση, μπορεί να τους πάρει μέχρι και πέντε χρόνια αναμονής, χρονικό διάστημα που δύσκολα μπορούν να αντέξουν. Αλλά ακόμα και επανέλθουν, είναι πολύ δύσκολο για κάποιον που έμεινε πέντε χρόνια εκτός χώρου να προσαρμοστεί από την αρχή.

Ο Άρμπερ τόνισε πως η ένωση ποδοσφαιριστών μπορεί να κάνει περισσότερα για την μετάβαση των παικτών στη ζωή μετά το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. "Έχω πρώην συναδέλφους που έχουν γίνει σεκιουριτάδες, ταξιτζήδες μέχρι και σοβατζήδες. Μόνο έναν θυμάμαι που έχει μείνει στο χώρο του ποδοσφαίρου και πρόκειται για ατζέντη".

Κλείνοντας ο Άρμπερ ανέφερε: "Για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα χρειάζεται ολιστική προσέγγιση. Θα πρέπει τόσο η ένωση ποδοσφαιριστών, όσο οι ομάδες και οι παίκτες να δουλέψουν μαζί για να φτιάξουν ένα χρονοδιάγραμμα της καριέρας ενός ποδοσφαιριστή. Η Ένωση ξέρει το ζήτημα και μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα". 

Πίσω στην υπόθεση Μπεντ

Η μεταπήδηση του από σύλλογο σε σύλλογο δεν άφηνε περιθώριο σε καμία ομάδα να τον βοηθήσει ακόμα κι αν υπήρχε τέτοιος σκοπός. Ακόμα και αν ο Μπεντ είχε ζητήσει βοήθεια από κάποιον από τους 14 συλλόγους που αγωνίστηκε, δεν είναι πολύ πιθανό να έβρισκε ανταπόκριση. Έτσι συνέχισε να παίζει ξεκομμένος από τα πράγματα που στην ουσία τον απασχολούσαν.

(Ο Μπεντ με τον Σκόουλς το 2005)

Στην προσπάθεια του, μετά το ποδόσφαιρο, να βρει απαντήσεις και ένα εισόδημα, ο Μπεντ ανέλαβε ένα πόστο σε μια πετρελαϊκή εταιρεία. Μπορεί να μην είχε να κάνει με ποδόσφαιρο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια προσπάθεια να καλύψει το κενό που του άφησε, σε όλα τα επίπεδα, η μπάλα.

Στις 12 Φλεβάρη ο Μπεντ καταδικάστηκε σε 12μηνη φυλάκιση, με διετή αναστολή, συν 200 ώρες κοινωνικής εργασίας. Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου του οποίου το lifestyle ζήλευαν νεαρά αγόρια που τον είχαν για είδωλό τους.

Η στατιστική της κατάθλιψης

Η XPRO, μια φιλανθρωπική οργάνωση που στηρίζει τους ποδοσφαιριστές μετά τη λήξη της καριέρας τους, έδωσε κάποια στατιστικά στο φως της δημοσιότητας το 2014, σύμφωνα με τα οποία 33% των πρώην επαγγελματιών ποδοσφαιριστών οδηγούνται στο διαζύγιο, ενώ 40% αυτών χρεοκοπούν.

Ο Theguardian.com σε πρόσφατο δημοσίευμά του αναφέρει μια έρευνα -που έγινε σε έντεκα χώρες από τρεις ηπείρους- της διεθνούς ένωσης ποδοσφαιριστών, Fifpro, σύμφωνα με την οποία το 1/3 των ποδοσφαιριστών αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη κι άλλα προβλήματα ψυχικής υγείας, την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό στον γενικό πληθυσμό είναι γύρω στο 15%. Προφανώς, ο Μπεντ είναι απλώς ένας από τους πολλούς.

 

Η συγκεκριμένη έρευνα αναφέρει επίσης τα εξής εδνιαφέροντα:

-38% από 607 εν ενεργεία και 35% από 219 πρώην ποδοσφαιριστές υποφέρουν από συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους.

-23-28% αντιμετωπίζει προβλήματα ύπνου, 15-18% νιώθει απελπισμένο και 9%-25% φλερτάρει με τον αλκοολισμό.

-Οι παίκτες που έχουν αντιμετωπίσει από τρεις σοβαρούς τραυματισμούς και πάνω στη ζωή τους είναι τέσσερις φορές πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας.

Η άποψή του ειδικού

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εμπειρίες του Μάικλ Μπένετ όπως περιγράφονται στην Telegraph.co.uk, πρώην μέσου της Τσάρλτον, ο οποίος είναι υπεύθυνος του προγράμματος κοινωνικής πρόνοιας της αγγλικής ένωσης επαγγελματιών ποδοσφαιριστών. Η καριέρα του διακόπηκε εξαιτίας ενός τραυματισμού και τώρα δέχεται 15-25 κλήσεις την εβδομάδα από νυν και πρώην παίκτες που αντιμετωπίζουν ψυχολογικά ζητήματα. Οι δηλώσεις του μας βοηθούν να καταλάβουμε τι ακριβώς κάνει και τι παραπάνω θα μπορούσε να κάνει η συγκεκριμένη αγγλική ένωση επί του προκείμενου θέματος.

"Έχουμε 52 συμβούλους σε όλη τη χώρα, μεταξύ των οποίων και πέντε ακόμα πρώην παίκτες. Προσπαθούμε να κάνουμε τους παίκτες να ανοιχτούν και να μιλήσουν για την κατάστασή τους, ωστόσο δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα το ταμπού που λέει ότι "όποιος δηλώνει την αδυναμία του, θεωρείται αδύναμος. Αυτό που ανταπαντάμε σε όσους έχουν τέτοια ταμπού είναι 'αν έχει ένα πρόβλημα στον αχίλλειο ή στο αστράγαλο, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι το πεις στον φυσικοθεραπευτή σου. Γιατί δεν κάνεις το ίδιο και με τα ψυχολογικά σου ζητήματα';

"Όσοι απευθύνονται σε εμάς, το κάνουν με αφορμή κάποιο οικονομικό πρόβλημα", λέει ο Μπένετ, "ωστόσο πάντα άλλη είναι η αιτία. Προβλήματα με τζόγο, αλκοόλ, χωρισμοί. Όπως και να έχει, η ψυχική υγεία κλονίζεται".

Ο Μπένετ έχει ασχοληθεί τόσο πολύ με τα συγκεκριμένα θέματα που υποστηρίζει πως μπορεί να αντιληφθεί τη ψυχολογική κατάσταση ενός παίκτη από τον τρόπο που κινείται στο γήπεδο. "Παρακολουθώ κάποιες φορές αγώνες και αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν παίκτες που δεν θα ήθελαν να βρίσκονται στο γήπεδο τη συγκεκριμένη στιγμή. Πολλοί από τους νέους παίκτες που έχω δει τελευταία δεν θέλουν να παίζουν ποδόσφαιρο. Βαρέθηκαν. Νιώθουν πιεσμένοι είτε από την ομάδα τους είτε από την οικογένειά τους.

Έχει τύχει να με πάρει τηλέφωνο ομάδα και να μου πει ότι κάποιος παίκτης της είχε ψυχολογικά ζητήματα. Πήγα στα αποδυτήρια, κλείδωσα και τον ρώτησα αυτό που κανείς μέχρι τότε δεν τον είχε ρωτήσει 'θέλεις να παίζεις ποδόσφαιρο'; 'Όχι', ήταν η απάντησή του.

 

Μεταξύ άλλων ο Μπένετ αναφέρει και την προσωπική του ιστορία: "Κάνω αυτό που κάνω λόγω μιας εμπειρίας που είχα με αντίπαλο την QPR. Είχα μόλις γυρίσει από κάποιους αγώνες της Κ-20 Αγγλίας στη Βραζιλία και είχαν αρχίσει να γράφουν διάφορα πράγματα για μένα οι εφημερίδες για μεταγραφή σε μεγάλη ομάδα. Ξεκίνησε το ματς και εγώ τραυμάτισα πολύ σοβαρά το γόνατό μου. Μου είπαν ότι θα έμενα έξω για έξι εβδομάδες. Οι έξι εβδομάδες έγιναν εννέα μήνες. Είχα πάθει ρήξη πρόσθιου χιαστού, ενώ συνεθλίβη και ο χόνδρος μου. Σήμερα ένας τέτοιος τραυματισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το 1991 δεν ήταν τόσο εύκολο.

Ήθελα να μιλήσω για το πώς ένιωθα. Ήθελα να μιλήσω για τους προβληματισμούς μου. Θα είμαι ξανά όσο γρήγορος ήμουν; Είχα μόλις αγοράσει ένα διαμέρισμα. Θα επηρεαζόταν το δάνειο μου. Δεν υπήρχε, όμως, κανείς εκεί για μένα; Κάπου εκεί άρχισε να διογκώνεται το πρόβλημα.

Οι ποδοσφαιριστές είναι άνθρωποι που έτυχε να παίζουν ποδόσφαιρο. Το γεγονός ότι τους περιτριγυρίζουν μεγάλα χρηματικά ποσά τους αγχώνει ακόμα περισσότερο. Και μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ανθρώπους. Δεν μπορούμε να βγάλουμε τους ποδοσφαιριστές από την φούσκα μέσα στην οποία ζουν. Ωστόσο, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τόσο αυτούς όσο και τις ομάδες τους να βρουν τον τρόπο να αντιμετωπίζουν προβλήματα τέτοιου είδους".

Πηγές: Bleacherreport.com, Theguardian.com, Telegraph.co.uk

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Γιατί πτωχεύουν οι παίκτες του ΝΒΑ;

 

Πρώτη Σελίδα