Σέρχιο Μαρκαριάν

Tην εποχή που η Λατινική Αμερική συγκλονιζόταν από τις μάχες του επαναστάτη των λαών Ερνέστο Τσε Γκεβάρα με τα δικτατορικά καθεστώτα, ένας πιτσιρικάς ήταν πολύ απασχολημένος για να ασχοληθεί με τα προβλήματα του κόσμου αφού προτιμούσε, όπως επέβαλε η ηλικία του, να περνάει τις ώρες του με μια μπάλα στα πόδια στις αλάνες του Μοντεβιδέο. Αλλωστε ποτέ ο ίδιος δεν δήλωσε επαναστάτης των πάγκων. Αντίθετα με χαμηλο προφίλ και τεχνοκρατικό τρόπο δουλειάς, έμενε πάντα πιστός στο δόγμα οτι τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και όχι από τις εντυπώσεις.

Πολύ σύντομα συνειδητοποιεί οτι το σουλούπι του δεν τον βοηθά να γίνει μεγάλος παίκτης και οτι το ταλέντο του δεν είναι αρκετό για να φορέσει κάποια μέρα τη φανέλα της δύο φορές πρωταθλήτριας κόσμου "Σελέστε".

Γι'αυτό και παράλληλα με τις σπουδές του στον κλάδο της Χημείας, αποφασίζει να ασχοληθεί από ένα διαφορετικό πόστο με τη μεγάλη του αγάπη.

Το 1972 σπουδάζει ήδη στη σχολή φυσική αγωγής με ειδικότητα προπονητής ποδοσφαίρου και ακούει για πρώτη φορά το όνομα Pa-na-thi-na-i-kos. Μια άγνωστη ομάδα με δύσκολο όνομα από τη μακρυνή Ελλάδα παίζει στον αγώνα για το διηπειρωτικό κύπελλο με την ομάδα της πόλης του, τη Νασιονάλ Μοντεβιδέο, που λίγους μήνες πριν είχε αναδειχθεί πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής.

Παρακολουθεί από την τηλεόραση την Εθνική ομάδα της χώρας του να διασύρεται στο Μουντιάλ του 1974 από την Ολλανδία και σύμφωνα με δική του δήλωση, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με την προπονητική για να κάνει κάτι για το ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης. Την επόμενη χρονιά παίρνει το πτυχίο του ως καλύτερος απόφοιτος της τάξης του '75 και παρακολουθεί σεμινάρια από τον Πολωνό Αντρέι Στρεϊλάου.

Στα 32 του χρόνια, στην πρώτη του κι όλας σεζόν ως προπονητής καταφέρνει να ανεβάσει στην πρώτη κατηγορία την ομάδα του Μπέλα Βίστα. Η θέα από την κορυφή είναι ωραία και ο Σέρχιο Μαρκαριάν μένει στην ομάδα για τέσσερα χρόνια. Την τελευταία χρονιά κατακτά και τον πρώτο του τίτλο που αποτελεί και το εισιτήριο για το επόμενο βήμα. Αφού καθιερώνεται στην πατρίδα του περνώντας από τους πάγκους της Ντανούμπιο και της Ρίβερ Πλέιτ Ουρουγουάης, κάνει το άλμα για τη γειτονική Παραγουάη και οδηγεί την Ολύμπια Ασουνσιόν ως τα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες.

Η πόρτα της "Σελέστε"είναι πλέον ανοιχτή, όμως το πέρασμά του από την Εθνική ομάδα της χώρας του δεν είναι όπως το φανταζόταν και σύντομα επιστρέφει στους πάγκους των συλλόγων και κατακτά τίτλους με τη Σολ Ντε Αμέρικα και την Τσέρο Πορτένο στην Παραγουάη. Οι επιτυχίες του στρώνουν το χαλί για την Ολυμπιακή ομάδα της Παραγουάης με την οποία παίρνει την πρώτη θέση στο προολυμπιακό τουρνουά στη Νότια Αμερική και την 5η θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες της Βαρκελώνης το 1992 έχοντας στην ομάδα τους πιτσιρικάδες τότε Κάρλος Γκαμάρα, "Τόρο" Ακούνια, Σέλσο Αγιάλα και Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ.

Επόμενος σταθμός του είναι το Περού, όπου ζει τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του. Κατακτά πρωταθλήματα και οδηγεί μέσα σε τρία χρόνια δύο ομάδες - την Ουνιβερσιτάριο και τη Σπόρτινγκ Κριστάλ - ως τον τελικό του Κόπα Λιμερταδόρες!

Το 1998 αποφασίζει να κάνει το μεγάλο άλμα για την Ευρώπη, όπου οι Λατινοαμερικάνοι θησαυρίζουν πουλώντας τις γνώσεις ή το ταλέντο τους. Ξεκινά από τα χαμηλά και το αεροπλάνο τον βγάζει στην Ελλάδα, όπου αναλαβάνει τον Ιωνικό του Νίκου Κανελλάκη και καταφέρνει από την πρώτη κι όλας χρονιά να πετύχει αυτό που δεν είχαν καταφέρει όλοι οι προηγούμενοι. Τερματίζει στην 5η θέση και βάζει τη μια μικρομεσαία συνοικιακή ομάδα στο πριβέ κλαμπ των Ευρωπαίων, όμως αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό είναι η ταχύτητα με την οποία μαθαίνει τη δύσκολη ελληνική γλώσσα.

Δεν μένει για να οδηγήσει τον Ιωνικό στο κύπελλο UEFA άλλα επιστρέφει στην Παραγουάη και αναλαμβάνει την Εθνική ομάδα. Με εντυπωσιακά αποτελέσματα εξασφαλίζει από νωρίς και με άνεση την πρόκριση για την τελική φάση του Μουντιάλ, αλλά δεν θα οδηγήσει ποτέ την ομάδα στα γήπεδα της Απω Ανατολής, αφού η συντριβή στο αδιάφορο για την Παραγουάη και ύποπτο παιχνίδι από την Κολομβία με 4-0 στην τελευταία αγωνιστική της προκριματικής φάσης, του στοιχίζει τη θέση του.

Ενα μήνα μετά την απόλυσή του, ο Παναθηναϊκός αναζητά στο πρόσωπό του τον Μεσσία που θα τον βγάλει από το αδιέξοδο.Ο Μαρκαριάν άγγιξε πέρυσι το ακατόρθωτο, καθώς ανέλαβε με τις χειρότερες προϋποθέσεις και έφερε την ομάδα μια ανάσα από τους δύο πρωτοπόρους, χάνοντας τα πάντα από ένα ανόητο πέναλτι στο 94' και έχοντας βρεθεί πολύ κοντά στην πρόκριση στα ημιτελικά του Champions League.

Για να φτάσει όμως ο Παναθηναϊκός να ξαναμπεί στη μάχη του τίτλου χρειάστηκε ένα απίστευτο σερί νικών που επιτεύχθηκαν χωρίς σπουδαίες εμφανίσεις, χωρίς δηλαδή ουσιαστικά να έχει λύσει το αγωνιστικό του πρόβλημα και με μεγάλη δόση τύχης, που μοιραία του τελείωσε στην Πάτρα όταν έγινε η πρώτη καθοριστική γκέλα.

"Tι μαλάκα είμαι..." θα μπορούσε να αναφωνήσει ο Σέρχιο Μαρκαριάν, αναλογιζόμενος πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα στον φετινό Παναθηναϊκό αν είχε αποφασίσει να μείνει στην ομάδα και το καλοκαίρι, ώστε να αποφευχθεί το καταστροφικό μεσοδιάστημα με τον Φερνάντο Σάντος να ξεκινά τη χρονιά με μηδέν βαθμούς μετά τους τρεις πρώτους αγώνες.

Η επιστροφή του Ουρουγουανού συνοδεύτηκε για μια ακόμη φορά με την βαθμολογική ανάσταση του Παναθηναϊκού, όχι όμως και την αγωνιστική. Το βαρετό και καθόλου δημιουργικό ποδόσφαιρο που παρουσιάζει ο δικός του Παναθηναϊκός σε άλλες περιπτώσεις αποδείχθηκε αποτελεσματικό, σε άλλες όμως όχι όπως στην Ξάνθη και στο Αιγάλεω όπου οι πράσινοι κόλλησαν στο 0-0.

O ίδιος απαντά στους επικριτές του "τσούκου-τσούκου μπολ" με αριθμούς:

Mε απολογισμό 19 νίκες, 6 ισοπαλίες και χωρίς να έχει φύγει ακόμη ηττημένος από ελληνικό γήπεδο, ο Μαρκαριάν έχει μαζέψει 63 βαθμούς από το μάξιμουμ 75 που θα μπορούσε να είχε μετά από 25 αγώνες πρωταθλήματος, με ένα απίστευτο ποσοστό που φτάνει το 84%!

Ενας τίτλος μετά από έξι χρόνια φαγούρας θα μπορούσε να είναι το διαβατήριό του για τις καρδιές των οπαδών του Παναθηναϊκού, έστω κι αν πάρει όλα τα ματς με μισό-μηδέν. Mια νίκη επί του "ακατονόμαστου", που τόσο σπανίζει τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε να είναι μια καλή αρχή.

Ακόμη κι αν δεν τα καταφέρει όμως, ο 58χρονος πια Μαρκαριάν δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τα τελευταία του ένσημα. Τα "14 χρόνια ενεργής δράσης σε εταιρεία διανομής πετρελαίου σε θέση διαχειριστή παραγωγής και διανομής" που αναφέρει στο βιογραφικό του, είναι αρκετά για να του εξασφαλίσουν μια περίποπτη θέση στη Motor Oil...