Η μεγάλη ρεβάνς του Χιμένεθ

Διαβάστε στο "Εθνοσπόρ της Κυριακής" για τον παθιασμένο Μανόλο Χιμένεθ που έχει αγαπάει την Σεβίλλη αλλά έχει τέτοια καψούρα για την ΑΕΚ ώστε να χρειαστεί να περιμένει 13 μήνες για να σβήσει όλους τους κιτρινόμαυρους εφιάλτες του.

Ο Μανόλο Χιμένεθ είναι γέννημα-θρέμμα παιδί της Σεβίλλης και την έχει πάντα στην καρδιά του όμως η ΑΕΚ είναι για αυτόν έρωτας και καψούρα και δεν μπορούσε να αποδεχτεί με τίποτα τη βαριά του ήττα στον κιτρινόμαυρο πάγκο από τον Ολυμπιακό στην πρώτη του θητεία. Διαβάστε στο "Εθνοσπόρ" της Κυριακής για τη διαδρομή του Ισπανού στα γήπεδα και το πώς πέτυχε να ξορκίσει με τις συνεχείς νίκες επί των Πειραιωτών τον μεγαλύτερο εφιάλτη του...

Pasión, σημαίνει πάθος ελληνιστί. Οποιον κι αν ρωτήσεις για τον Μανόλο Χιμένεθ, η ίδια σκέψη έρχεται στο μυαλό, η ίδια λέξη βγαίνει από τα χείλη. Πρώην και νυν ποδοσφαιριστές, συνεργάτες, φίλοι, αντίπαλοι, εχθροί, όσοι έχουν συναναστραφεί έστω και λίγο μαζί του, συνομολογούν σε μία και μόνο λέξη τι εστί Χιμένεθ. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο.

Και δεν είναι τυχαίο, διότι αυτό ακριβώς είναι ο 54χρονος Σεβιγιάνος προπονητής της ΑΕΚ: Ενας παθιασμένος άνθρωπος. Με ό,τι κι αν καταπιαστεί, αφοσιώνεται, προσφέρει όλο του το είναι, δίνεται ολοκληρωτικά. Είτε κοουτσάρει στον πάγκο, είτε μαγειρεύει στην κουζίνα τού σπιτιού του (λίγοι το γνωρίζουν, αλλά ο σενιόρ Μανόλο είναι εξαίρετος μάγειρας), το κάνει με τον ίδιο ζήλο.

Οι οπαδοί της Σεβίλλης ήταν οι πρώτοι που αναγνώρισαν και αποθέωσαν τον παθιασμένο Χιμένεθ, ο οποίος ως ποδοσφαιριστής έμοιαζε αποφασισμένος να αφήσει και την τελευταία ρανίδα του αίματός του μέσα στο γήπεδο. Επειτα από κάθε δυναμικό τάκλιν ή κάποια ψυχωμένη ενέργεια, την ατμόσφαιρα του «Σάντσεθ Πιθχουάν» -της ιστορικής έδρας των Ανδαλουσιάνων- δονούσε το σύνθημα «Jimenez, Jimenez que cojones tienes!». Τουτέστιν, «Χιμένεθ, Χιμένεθ τι αρχ... έχεις».

Γέννημα-θρέμμα της Σεβίλλης, έπαιξε για μια ολόκληρη ζωή στον σύλλογο που αγάπησε από μικρό παιδί. Εντάχθηκε στο κλαμπ ως έφηβος και δεν αποχώρησε σχεδόν ποτέ: από το 1980 μέχρι το 1997 ως παίκτης και -έπειτα από ένα «φεγγάρι» στη Χαέν- ξανά στους «ερυθρόλευκους», αρχικά ως προπονητής της Σεβίλλης Β' και εν συνεχεία ως head coach της πρώτης ομάδας μέχρι και τον Μάρτιο του 2010. Η Σεβίλλη αποτελεί την παντοτινή αγαπημένη του, για την οποία ξεκλέβει λίγο χρόνο όπου κι αν βρίσκεται, είτε για να παρακολουθήσει live, είτε για να ενημερωθεί μέσω ίντερνετ για την εξέλιξη των αγώνων της.

Η ΑΕΚ όμως είναι ο μεγάλος έρωτας, η... καψούρα του. Στην προηγούμενη θητεία του στην «Ενωση», που διήρκεσε μόλις ένα χρόνο, τα έζησε όλα: από τη δόξα, την καταξίωση και την αποθέωση της κατάκτησης του Κυπέλλου τον Απρίλιο του 2011 (του μοναδικού τίτλου για τον «Δικέφαλο» σε διάστημα 14 ετών) μέχρι τον εξευτελισμό και την απαξίωση μετά τη συντριβή (6-0) της ΑΕΚ από τον Ολυμπιακό στο «Γ. Καραϊσκάκης».

Τούτο το ματς τον είχε στιγματίσει και το κουβαλούσε βαθιά μέσα του στα χρόνια που ακολούθησαν, όντας (δίχως ιδιαίτερη επιτυχία) προπονητής της ισπανικής Σαραγόσα και της καταριανής Αλ Ραϊάν. Δεν τη θεωρούσε καθαρή ήττα και δεν μπόρεσε ποτέ να την αποδεχτεί. Τον λέρωνε, τον ενοχλούσε και δεν μπόρεσε ποτέ να τη διαγράψει από τη μνήμη του. Γνώριζε, άλλωστε, πως στη συνείδηση των οπαδών της ΑΕΚ δεν ήταν μόνο ο προπονητής που έφερε τον πρώτο τίτλο έπειτα από μια στείρα περίοδο, αλλά κι εκείνος που οδήγησε τον σύλλογο σε ένα από τα πιο ντροπιαστικά βράδια της ιστορίας του.

Βαθιά μέσα του γνώριζε, επίσης, ότι ο μοναδικός τρόπος για να σβήσει εκείνη την κηλίδα, ήταν να μην την ξεχάσει ποτέ, προκειμένου (κάποια στιγμή) να επιστρέψει για να πάρει την προσωπική του ρεβάνς. Και ο επίμονος Μανόλο τα κατάφερε. Επανήλθε στην ΑΕΚ -έστω κι ως λύση ανάγκης τον περασμένο Ιανουάριο- και 13 μήνες μετά μπορεί να κοιμάται πολύ πιο ήσυχος. Τους εφιάλτες της «6άρας» από τον Ολυμπιακό εκείνο το καταραμένο βράδυ τις ξόρκισαν τα γκολ του Αϊντάρεβιτς, του Αραούχο, του Πατίτο, του Χριστοδουλόπουλου, του Μάνταλου, του Τσιγκρίνσκι και του Γιακουμάκη, στους πέντε θριάμβους της ΑΕΚ επί των «ερυθρόλευκων» στα τελευταία επτά μεταξύ τους παιχνίδια.

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο "Εθνοσπόρ" της Κυριακής από τον Γιάννη Σκόκα.