Μπαρέζι, η "σημαία" της Μίλαν

Τα 56 του χρόνια "κλείνει" σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους αμυντικούς που είδε ποτέ το ποδόσφαιρο. Ο λόγος φυσικά για το θρυλικό "6" της Μίλαν, τον Φράνκο Μπαρέζι και το Contra.gr θυμάται...

Ο Φράνκο Μπαρέζι δεν έμοιαζε στο κλασσικό μοντέλο του Ιταλού αμυντικού. Με ύψος 176 εκατοστά, υστερούσε σε σχέση με άλλους αμυντικούς, όμως μετέτρεψε αυτό το μειονέκτημα, στη μεγαλύτερή του δύναμη. Αφιέρωσε ολόκληρη την ποδοσφαιρική του καριέρα στη Μίλαν, ενώ παρέμεινε πιστός στο σύλλογο ακόμη και σε σκοτεινές περιόδους. Απέρριψε προτάσεις που θα μπορούσαν να τον κάνουν αρκετά πιο πλούσιο, δηλώνοντας πίστη τους "ροσονέρι", κάτι που οι φίλαθλοι της ομάδας δεν θα μπορούσαν παρά να του το αναγνωρίσουν.

Ξεχώρισε από νωρίς για τα σκληρά του μαρκαρίσματα, την μαχητικότητα και τις ηγετικές του ικανότητες. Οργάνωνε με μαεστρία την άμυνά του και φώναζε συνεχώς στους συμπαίκτες του κάνοντάς τους καλύτερους. Είχε την ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι και να γνωρίζει τη θέση που πρέπει να βρεθεί στην κατάλληλη στιγμή για να κόψει την αντίπαλη επίθεση.

Παράλληλα, μπορούσε να βγάλει την ομάδα του στην επίθεση, να κρατήσει και να μοιράσει σωστά τη μπάλα, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για αμυντικό. Είχε ένα στυλ παιχνιδιού που έκανε πολλούς να τον συγκρίνουν με τον θρυλικό Φραντς Μπεκενμπάουερ, τον παίκτη που σύστησε σε όλο τον κόσμο την θέση του λίμπερο.

Το ξεκίνημα και η αγάπη για τη Μίλαν

O Φράνκο Μπαρέζι γεννήθηκε στο Τραβαλιάτο, επαρχία της Μπρέσια, περίπου μία ώρα έξω από το Μιλάνο στις 8 Μαΐου του 1960. Ήταν ο νεότερος αδερφός του Τζουζέπε, με τα δύο αδέρφια να χάνουν τους γονείς τους όταν ο Φράνκο έγινε 16 ετών. Εκείνη τη στιγμή και οι δύο είχαν αποφασίσει ότι θα ακολουθούσαν επαγγελματικά το ποδόσφαιρο και ξεκίνησαν τις δοκιμές στην Ίντερ. Οι "νερατζούρι" υπέγραψαν με τον μεγαλύτερο αδερφό του, ενώ απέρριψαν τον Φράνκο θεωρώντας πως δεν έχει τις ικανότητες να γίνει επαγγελματίας στη Serie A.

"Ο αδερφός μου πήγε στην Ίντερ. Ήθελα να τον ακολουθήσω και εγώ, αλλά μου είπαν να πάω τον επόμενο χρόνο για να με ξαναδούν, αφού τότε δεν ήμουν έτοιμος. Ο προπονητής μου με πήγε λοιπόν στη Μίλαν, έκανα κάποια δοκιμαστικά και τελικά με δέχθηκαν", θα δηλώσει ο Μπαρέζι λίγα χρόνια αργότερα. Εκείνη η απόφαση των "ροσονέρι" έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική, ενώ θεωρείται σχεδόν σίγουρο πως οι άνθρωποι της Ίντερ μετάνιωσαν στην πορεία για την απόρριψή του. "Ήμουν πάντα οπαδός της Μίλαν και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που αφιέρωσα τη καριέρα μου σε αυτή την ομάδα", έχε δηλώσει ο Ιταλός.

 

Τα δύο αδέρφια μετακόμισαν στο Μιλάνο και ο νεαρός τότε Φράνκο ξεκίνησε προπονήσεις στο περίφημο προπονητικό κέντρο της Μίλαν, το Μιλανέλο. "Ήμουν ντροπαλός στην αρχή, ήμουν μικρός και έβλεπα δίπλα μου όλα αυτά τα αστέρα που αγωνίζονταν στην ομάδα. Έμοιαζαν να είναι από άλλο πλανήτη. Κάποιες φορές προσπαθούσα να πάω από άλλους δρόμους ώστε να μην συναντηθούμε. Έμοιαζαν απρόσιτοι, σαν να μην μπορούσες να τους αγγίξεις". Όσο μεγάλωνε όμως, όλο και περισσότεροι διέκριναν το πλούσιο ταλέντο του. Γρήγορα έγινε γνωστός στα μέλη του προπονητικού τιμ της πρώτη ομάδας.

Ο ΑΛΛΟΣ ΜΠΑΡΕΖΙ

Εκείνη την εποχή, ο αδερφός του Τζουζέπε έχει γίνει ήδη βασικό μέλος στην Ίντερ. Επομένως ο Φράνκο, πήρε απλά το πρωσονύμιο, "ο άλλος Μπαρέζι"! Όσο βέβαια περνούσαν τα χρόνια, ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός πήγε τελικά στον αδερφό του.

"Στα 18 του έμοιαζε να παίζει σαν βετεράνος", θα ομολογήσει ο πρώην προπονητής του, Νιλς Λίντχολμ. Ο Σουηδός ήταν αυτός που έδωσε στον Μπαρέζι την ευκαιρία να κάνει το ντεμπούτο του με τη φανέλα της Μίλαν στην εκτός έδρας αναμέτρηση με τη Βερόνα τον Απρίλιο του 1978. Ένα ματς στο οποίος ο νεαρός είχε καταφέρει να εντυπωσιάσει.

 

Την αμέσως επόμενη σεζόν ο Μπαρέζι είχε γίνει βασικό μέλος της ομάδας. Από το καλοκαίρι άλλωστε ο Λίντχολμ του είχε ξεκαθαρίσει πως τον προορίζει για τον βασικό του λίμπερο. Μια θέση που κράτησε για τις δύο επόμενες δεκαετίας. Παρά το γεγονός ότι έγινε βασικός όμως, ο Μπαρέζι ήταν πολύ νεότερος σε σχέση με τους συμπαίκτες του, οι οποίοι του "κόλλησαν" το παρατσούκλι "Πισκίνιν", δηλαδή ο "μικρός".

"Πιστεύω ότι η φυσική κατάσταση δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Ήμουν γρήγορος παίκτης, αλλά ήμουν πιο γρήγορος το μυαλό. Αυτό με βοήθησε πολύ. Μπορείς να το εκπαιδεύσεις, να το αυξήσεις με την εμπειρία, όμως χρειάζεται να το έχεις και έμφυτο".

Ο επί χρόνια παρτερνέρ του στην άμυνα της Μίλαν, Πάολο Μαλντίνι, δεν θα μπορούσε παρά να συμφωνήσει πλήρως με το παραπάνω: "Ήταν σαν τον Σταμ. Ένας μεγάλος τύπος που ήταν γρήγορος και δυνατός. Είχε αντοχή και δύναμη, αλλά ήταν μόλις 70 κιλά. Αλλά επειδή το ξέρω σας το λέω. Όταν σου έκανε τάκλιν, ήταν τόσο δυνατό! Μπορούσε επίσης να πηδήξει πολύ ψηλά. Ο τρόπος που έπαιζε, που έκανε προπονήσεις ήταν παράδειγμα για όλους. Για εμένα ήταν πρότυπο. Πάντα σημείο αναφοράς. Σπάνιος παίκτης".

 

Όσο για το παρατσούκλι που του κόλλησαν στη Μίλαν, ο Μπαρέζι αργότερα παραδέχθηκε πως: "Ο μασέρ μου το κόλλησε στα 17 ή 18 μου. Ήμουν μικρός και έκανα τα πρώτα μου βήματα με την ομάδα". Βέβαια καθώς ο Ιταλός γινόταν όλο και καλύτερος, το συγκεκριμένο παρατσούκλι άλλαξε και έδωσε τη θέση του στο "Κάιζερ Φρανζ", εξαιτίας της ομοιότητάς του με τον Μπεκενμπάουερ.

ΠΑΝΤΑ ΠΙΣΤΟΣ

Η πρώτη χρονιά της Μίλαν με τον Μπαρέζι στη βασική ενδεκάδα στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, αφού ο σύλλογος τερμάτισε στην πρώτη θέση της Serie A. Ήταν ο δέκατος τίτλος των "ροσονέρι", ενώ ο Ιταλός αμυντικός είχε την ευκαιρία να παίξει δίπλα σε παίκτες όπως ο Φάμπιο Καπέλο, αλλά και Τζιάνι Ριβέρα.

Η θέση του λίμπερο ήταν ιδανική για τον Μπαρέζι. Η ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι του επέτρεπε να κόβει τις αντίπαλες επιθέσεις πριν καταφέρουν να απειλήσουν την ομάδα του. Κατάφερε να κερδίσει γρήγορα τον σεβασμό όλων των συμπαικτών του, ακόμη και των σταρ της Μίλαν. Παρά το γεγονός πως οι ικανότητές του θα τον έκαναν έναν εξίσου καλό μέσο, του Μπαρέζι του άρεσε η άμυνα. Ήθελε να ελέγχει το παιχνίδι, να είναι ο τελευταίος παίκτης, να βλέπει το γήπεδο και να κατευθύνει όλη την ομάδα.

 

Η δεύτερη χρονιά του στη Μίλαν όμως δεν ήταν το ίδιο καλή με την πρώτη αφού η ομάδα βίωσε έναν πικρό υποβιβασμό, εξαιτίας κατηγοριών για στήσιμο παιχνιδιών. Ο Μπαρέζι έμεινε πιστός και βοήθησε τους "ροσονέρι" να κατακτήσουν τον τίτλο στη Serie B και να επιστρέψουν άμεσα στα μεγάλα σαλόνια. Ο σύλλογος δεν έκανε καλή χρονιά στην πρώτη κατηγορία, τερμάτισε στην τελευταία θέση και υποβιβάστηκε ξανά. Εκείνη τη φορά ο Μπαρέζι, ένας παίκτης που είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο με την Ιταλία το 1982, θα μπορούσε να αναζητήσει αλλού το μέλλον του. Είχε προτάσεις από κορυφαίες ομάδες, οι οποίες του προσέφεραν υπέρογκα ποσά για την εποχή. Εκείνος όμως ούτε που το σκέφτηκε να αποχωρήσει.

Η απόφασή του να παραμείνει στο σύλλογο τότε έκανε τους ανθρώπους της ομάδας να αναγνωρίσουν εκτός από το ταλέντο του, και τις ηγετικές του ικανότητες. Έτσι του έδωσαν το περιβραχιόνιο σε ηλικία 22 ετών και έγινε ο αρχηγός της Μίλαν. "Ήταν ασυνήθιστο να γίνεται κάποιος αρχηγός στα 22 του. Ειδικά σε μια ομάδα όπως η Μίλαν. Ήθελαν όμως να φτιάξουν τη νέα ομάδα γύρω από εμένα".

Η άνοδος ήρθε αμέσως, όμως η Μίλαν ήταν σε άσχημη κατάσταση για περίπου τρία χρόνια, μέχρι που την αγόρασε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο σύλλογος έζησε τις καλύτερες στιγμές στην ιστορία του. Ήρθαν παίκτες όπως οι Γκούλιτ, Φαν Μπάστεν και Ράικαρντ, υπήρχαν ήδη οι Μαλντίνι, Κοστακούρτα και Ντοναντόνι, καθώς φυσικά και ο Μπαρέζι και έτσι δημιουργήθηκε μια τρομερή ομάδα. Η Μίλαν έγινε το επίκεντρο του ιταλικού ποδοσφαίρου. Άρχισε να κατακτά σχεδόν τα πάντα, οι παλιοί παίκτες άρχισαν να φεύγουν και να έρχονται νέοι, όμως ο Μπαρέζι ήταν πάντα εκεί.

 

H συνεισφορά του στο σύλλογο αναγνωρίστηκε το 1999 όταν ψηφίστηκε από τους οπαδούς ως ο καλύτερος παίκτης του αιώνα. Το 2004 συμπεριλήφθηκε από τον Πελέ στους 125 μεγαλύτερους εν ενεργεία ποδοσφαιριστές όλων των εποχών σε εκδήλωση της FIFA, ενώ είναι μέλος του ιταλικού Hall of Fame από το 2013. Αν δεν ήταν ο Φαν Μπάστεν το 1989, τότε ο Μπαρέζι θα είχε κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα, όμως τερμάτισε δεύτερος στην ψηφοφορία που διεξήχθη.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΘΝΙΚΗ

Εκτός όμως από τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε σαν παίκτης με την ομάδα της Μίλαν, εξίσου μεγάλη επιτυχία γνώρισε και με την εθνική Ιταλίας. Συμπεριλήφθηκε στην αποστολή του Μουντιάλ του 1982 και αν και δεν είχε ενεργό ρόλο, στέφθηκε πρωταθλητής κόσμου. Δύο χρόνια αργότερα, έπαιξε και σκόραρε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984, αλλά έχασε το μετάλλιο, καθώς η Ιταλία τερμάτισε στην τέταρτη θέση.

 

Στο Euro του 1988 όμως ο Μπαρέζι πια είχε κερδίσει θέση βασικού στους "ατζούρι", οι οποίοι με όπλο τους τη σκληρή άμυνα, έφτασαν μέχρι τα ημιτελικά της διοργάνωσης. Στο Μουντιάλ του 1990 οι Ιταλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους για διάκριση στον αμυντικό της Μίλαν, που είχε δώσει τα διαπιστευτήριά του. Η Ιταλία έφτασε μέχρι τα ημιτελικά, κρατώντας για πέντε ματς ανέπαφη την εστία της. Το ματς με την Αργεντινή στους "4" έληξε ισόπαλο με 0-0, ωστόσο στα πέναλτι η τύχη δεν ήταν με το μέρος τους και η ομάδα του Μαραντόνα πέρασε στον τελικό. Οι εμφανίσεις του Μπαρέζι, τον συμπεριέλαβαν στην κορυφαία ενδεκάδα του τουρνουά.

Το 1994 στο Μουντιάλ των ΗΠΑ ο Μπαρέζε ταξίδεψε ως αρχηγός της Εθνικής Ιταλίας. Εκεί οι "ατζούρι" κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τον τελικό, αλλά και πάλι μετά από ισοπαλία με 0-0, τα πέναλτι αποδείχθηκαν η αχίλλειος πτέρνα τους, με τους Βραζιλιάνους να σηκώνουν το τρόπαιο. Το Σεπτέμβριο του 1994, το παιχνίδι με την Σλοβενία (1-1) έμελλε να είναι και το τελευταίο του με το εθνόσημο στο στήθος. Συνολικά μέτρησε 81 διεθνείς συμμετοχές και 1 γκολ, ενώ κατέκτησε τόσο το χρυσό, όσο και το ασημένιο, αλλά χάλκινο μετάλλιο σε Μουντιάλ.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥ

Όλα τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν κι έτσι έγινε και με την καριέρα του σπουδαίου Φράνκο Μπαρέζι. Το 1997 αποφάσισε να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια έπειτα από μια 20ετία στη Μίλαν και συνολικά 719 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις, αλλά και 33 τέρματα. "Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση το να αποσυρθώ. Την τελευταία μου σεζόν είχα πολλούς τραυματισμούς, δεν μπορούσα να προπονηθώ όπως ακριβώς ήθελα, οπότε κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα". Ήταν τέτοια η επιρροή που άσκησε ο Μπαρέζι τα χρόνια που αγωνίστηκε με τη φανέλα της Μίλαν, που ο σύλλογος αποφάσισε να αποσύρει τον αριθμό του, το "6", που φορούσε επί δύο δεκαετίας ως ελάχιστο φόρο τιμής στο πρόσωπό του.

Μετά το τέλος της καριέρας του κι αφού ξεκουράστηκε για μερικά χρόνια, αποφάσισε να συνεχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο. Έτσι το 2002 ανέλαβε χρέη διευθυντή ποδοσφαίρου στη Φούλαμ. Μια θέση που όμως δεν κράτησε και για πολύ. Δεν μπήκε ποτέ στο κλίμα του βρετανικού ποδοσφαίρου, ενώ δεν είχε και τις καλύτερες των σχέσεων με τους ανθρώπους της ομάδας, κάτι που τον ώθησε προς την έξοδο. Το 2006 η Μίλαν του έκανε πρόταση να εργαστεί ως προπονητής στην ομάδα νέων, κάτι που ο Μπαρέζι είδε με καλό μάτι.

 

Διατήρησε για δύο περίπου χρόνια τη θέση του, αλλά το 2008 αποφάσισε να εγκαταλείψει τελείως την προπονητική. Στα 55 του πλέον χρόνια, προτιμά να παρακολουθεί το ποδόσφαιρο και την αγαπημένη του Μίλαν, από μια άλλη σκοπιά, αυτή του φιλάθλου. "Σήμερα οι καταστάσεις είναι διαφορετικές. Ένας παίκτης πολύ σπάνια θα μείνει 15 ή 20 χρόνια σε μια ομάδα. Οι ευκαιρίες που τους παρουσιάζονται δεν γίνεται να απορριφθούν", είχε τονίσει σε πρόσφατες δηλώσεις του και έχει απόλυτο δίκιο.

"Σημαίες" σαν τον Μπαρέζι σε ομάδες δεν υπάρχουν ή ακόμη κι αν υπάρχουν, αποτελούν πολύ σπάνιο φαινόμενο. Επίσης, στο ποδόσφαιρο οι αμυντικοί σπάνια παίρνουν τα εύσημα. Συνήθως αυτοί που αναγνωρίζονται ως κορυφαίοι είναι οι μέσοι και οι επιθετικοί. Παίκτες όπως ο Πελέ ή ο Μαραντόνα. Ο μόνος αμυντικός που κατάφερε να βρεθεί δίπλα τους στη λίστα του "World Soccer" με τους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα ήταν ο Φραντς Μπεκενμπάουερ (στο νούμερο 4). Ο Μπαρέζι στην ίδια λίστα φιγουράρει στο νούμερο 19. Δεν είναι και μικρό επίτευγμα για μια λίστα στην οποία τα περισσότερα ονόματα έχουν να κάνουν με επιθετικογενείς παίκτες. 

Για σχόλια, παρατηρήσεις τα λέμε και στο twitter:

 

Πρώτη Σελίδα