Ιστορίες από πόλο
Ούτε πήγα εκεί σχολείο ούτε έχω μείνει ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, έχω μεγαλώσει στη Βουλιαγμένη κι ακόμα και σήμερα είμαι σχεδόν “ντόπιος”. Και τη δεκαετία του 1990 αν ήσουν αρτιμελής έφηβος και σύχναζες στη Βουλιαγμένη, ήταν δεδομένο πως μια μέρα θα πας στο κολυμβητήριο, είτε για κολύμβηση είτε για πόλο. Ήταν χειμώνας, πολύ κρύο απόγευμα. Πήγα να παρακολουθήσω την προπόνηση του παιδικού στο πόλο, με την προοπτική να ξεκινήσω. Ο Πόλυς Αφρουδάκης, πατέρας των τριών παικτών, έφορος της τότε ομάδας και τοπικός ήρωας, με υποδέχθηκε.
Με ρώτησε αν κολυμπάω, του απάντησα “σαν πέτρα”. “Σήκω πάνω, ρε”. Ήμουν ήδη πάνω από 1.80. “Άνοιξε τα χέρια σου. Πω, πω, κάτι χέρια, ένα άνοιγμα, βρήκα τερματάρα για τα επόμενα 20 χρόνια. Λοιπόν, κάτσε να δεις την προπόνηση και τα λέμε μετά, οκ;”. Κι έκατσα. Όταν τους είδα με τα μαγιό μέσα στο κρύο, έτοιμους να πέσουν στην πισίνα ενώ εγώ ξεπάγιαζα ντυμένος σαν κρεμμύδι στην κερκίδα, ψήθηκα. Ωραία, λέω, κρύο, σκληραγώγηση κι έτσι, θα έρθω να κάνω κι εγώ τον ήρωα”.
Πρέπει να είχαν κολυμπήσει ήδη καμιά ώρα όταν κάποια στιγμή νόμιζα πως μου κάνουν πλάκα.Πήρε οκαθένας τουςαπό μια πλαστική καρέκλα και άρχισαν να πηγαίνουν πάνω-κάτω κρατώντας τη με τα χέρια πάνω από το κεφάλι. Όχι, δεν έτρεχαν γύρω από την πισίνα. Κολυμπούσαν πάνω κάτω, μόνο με τα πόδια και με τα χέρια να κρατάνε μια πλαστική καρέκλα. Δεν ξέρω για πόση ώρα το έκαναν, αποχώρησα χωρίς να με πάρει κανείς χαμπάρι.
Την επόμενη μέρα πήγα και γράφτηκα. Όχι στον ΝΟΒ και στο πόλο, αλλά στον ΑΟΒ, στο μπάσκετ. Παίξαμε παιδικά και εφηβικά μαζί με άλλους δειλούς, αλλά σώφρονες εφήβους της περιοχής και δοξάσαμε την ομάδα με τη μοναδική πρόκριση στην ιστορία του εφηβικού στους 16 της Αθήνας. Those were the days, αλλά το πόλο παρέμεινε στη ζωή μου. Και το αντρικό και το γυναικείο, που συνήθισα να το παρακολουθώ από τις νέες ακόμα.
Το αντρικό είναι μακράν του δευτέρου το πιο αδικημένο από την τηλεόραση άθλημα. Όσες κάμερες και να μπουν κάτω από το νερό, τίποτα δεν είναι σαν να βλέπεις σε απόσταση μερικών μέτρων τις μονομαχίες στο φουνταριστό, ειδικά σε αγώνες υψηλού επιπέδου. Το γυναικείο είναι σαφώς χαμηλότερου επιπέδουως θέαμα, γιατί τα σουτ δεν έχουν μεγάλη ένταση και τα σώματα δεν βγαίνουν από το νερό, ούτε τόσο ψηλά ούτε για τόση ώρα όσο των ανδρών. Είναι, όμως πιο γήινο, γιατί το να βλέπεις από κοντά την εθνική Ουγγαρίας ή Σερβίας στους άντρες είναι Στενή Επαφή Τρίτου Τύπου, μιλάμε για υπερανθρώπους.
Αλλά, πιστέψτε με, το ξύλο που έχω δει από κοντά σε γυναικείο πόλο δεν το φαντάζεστε. Δεν έχουν τη δύναμη των αντρών, γι’αυτό και τα χτυπήματα και τις νυχιές δεν τις φοβούνται καθόλου, ενώ σκίζουν τα μαγιό για πλάκα. Το άλλο που έχει πλάκα στο πόλο, είναι όταν πηγαίνουν στα ντέρμπι “ποδοσφαιρικοί” οπαδοί να “βοηθήσουν” την ομάδα, όπως π.χ. πήγαν Ολυμπιακοί να δουν την γυναικεία ομάδα στον ημιτελικό της Κέρκυρας. Δεν έχουν ιδέα πως να το κάνουν και δεν βοηθούν σε τίποτα, ενώ τραγουδούν σε σημεία που μόνο ζημιά προκαλούν.
Όταν επιτίθεται η ομάδα σου πρέπει να κάνεις απόλυτη ησυχία. Όταν ο φουνταριστός προσπαθεί να πάρει θέση και δίνει μάχη, εκεί έρχονται οι φωνές, τα “εεε, τον τραβάει, τον βουλιάζει, αποβολή, αποβολή”. Δεν την δίνει ο διαιτητής; Πας από πίσω και τον βρίζεις, ενώ περπατάει προς το άλλο τέρμα. Αν καταφέρεις να μη δώσει αποβολή στη δική σου άμυνα, επιστρέφεις πάλι στην επίθεση και αρχίζεις τα ίδια, “αποβολή, αποβολή”, μέχρι να την πάρεις.
Όταν ο Γιώργος Αφρουδάκης, μαζί με τον Ρέππα, είχε πάει στον Πανιώνιο, η παρέα μας μεταφέρθηκε μαζί του. Στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό είχαμε πάει στη Ν. Σμύρνη, όπου είχαν γεμίσει το κλειστό οι Πάνθηρες. Τέτοιο κόσμο στη Βουλιαγμένη δεν είχαμε ποτέ. Το μόνο που έκαναν ήταν να φωνάζουν συνθήματα και να πανηγυρίζουν τα γκολ. Μηδέν εις το πηλίκον, χαμπάρι δεν έπαιρναν πως έπρεπε να συμπεριφερθούν. Ο Ιάσωνας, ο μεγάλος δημοτικός, μαζί με τον Γκανιάτσο και τέσσερα-πέντε 15χρονα από το γυμνάσιο Βουλιαγμένης, έχουν πάρει περισσότερα σφυρίγματα για μια ομάδα πόλο, απ’ όσα μια κερκίδα γεμάτη εκατοντάδες αφιονισμένους Πάνθηρες ή εκλεκτούς του πύρινου κόσμου της Κέρκυρας.