Ο βαρύς Ριέρα
Ο Άλμπερτ Ριέρα ήταν η μεγάλη καλοκαιρινή μεταγραφή του Ολυμπιακού. Δεν ήταν ούτε λίγοι ούτε “μικρά ονόματα” οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές που ήρθαν το καλοκαίρι, αλλά ο Iσπανός ήταν αναμφισβήτητα στην κορυφή. Το “μεγάλο μπαμ του Μαρινάκη”, o “νέος Τζόλε”, ο “νέος ηγέτης”. Αποκτήθηκε τέλη Ιουλίου, σε δυο εβδομάδες θα κλείσει τέσσερις μήνες στο λιμάνι.
Εμφανίστηκε βαρύς. Κι η αλήθεια είναι πως τέτοιος παραμένει. Δεν είναι μυστικό, είναι βαρύς κι ασήκωτος, ο οπoιoσδήποτε μπορεί να το δει. Το βλέπουν φυσικά και στου Ρέντη γι’αυτό λένε στις εφημερίδες πως “θα είναι έτοιμος σε δυο μήνες”. Γιατί τώρα, δεν. Δεν “φεύγει”, μένει στάσιμος.
Το κείμενο που είχα γράψει όταν αποκτήθηκε, είχε μια σοβαρή παράλειψη. Στην πρεμούρα μου να γράψω για τα χαρακτηριστικά του παίκτη, να σκιαγραφήσω τον Ριέρα που ξέρω, περιορίστηκα σε αυτά. Αυτά που πιστεύεις όταν έχεις δει έναν ποδοσφαιριστή να αγωνίζεται πολλές φορές, όχι αυτά που προκύπτουν αν κάνεις μια βόλτα στο ίντερνετ.
επίσημου twitter και του
επίσημου facebook του
contra.gr.
Ξέχασα, λοιπόν, να αναφερθώ στο διάστημα της αποχής του. Υπέθεσα πως όλοι θα το σημειώσουν, οπότε επικεντρώθηκα στο χορτάρι. Ο Ριέρα είχε ξεκινήσει τελευταία φορά βασικός με την Λίβερπουλ στις 18 Φεβρουαρίου, ενώ τελευταία συμμετοχή ως αλλαγή είχε στις 11 Μαρτίου. Τρεις μήνες, ολόκληρη η άνοιξη, πέρασαν με προπονήσεις, χορτάρι γηπέδου δεν είχε πατήσει ο Iσπανός.
Προσθέτεις και την ελλειπή καλοκαιρινή προετοιμασία και το πράγμα δένει. Καλός, χρυσός, αλλά βαρύς. Τέτοιος φάνηκε και τον Αύγουστο, τέτοιος παρέμεινε και τον Σεπτέμβριο, τέτοιος είναι και τώρα. Στην θέση του, είναι το πιο εύκολο πράγμα να φανεί το πρόβλημα. Αν είσαι σε καλή κατάσταση, περνάς τον ακραίο μπακ. Αν δεν είσαι, δεν τον περνάς. Απλό.
Ο Ριέρα, λοιπόν, δεν “φεύγει”. Δεν περνάει στο ένας μ’ έναν, κι όταν το κάνει, δεν το κάνει με αίσθηση υπεροχής, με κλάση. Για να το πω με εκφράσεις σπορτκάστερ, δεν “περνάει σαν να μην υπήρχε αντίπαλος”, αλλά “καταφέρνει τελικά να περάσει”. Δεν το κάνει “για πλάκα”, το κάνει σπάνια και με ιδρώτα. Εξτρέμ που δεν φεύγει, εξτρέμ σε κακή κατάσταση, τελεία.
Ο βαρύς Ριέρα έχει τέσσερα γκολ και τέσσερις ασίστ σε εννέα συμμετοχές, όλες στο πρωτάθλημα. Γιατί;
Πρώτον, γιατί η κακή αγωνιστική κατάσταση μπορεί να επηρεάσει τα τρεξίματα και την έκρηξή σου, αλλά δεν μπορεί να σου πάρει την ποιότητα. Τα καλά πόδια, τα καλά χτυπήματα μπάλας, για τα οποία μιλούσαμε στο κείμενο του Ιουλίου, δεν τα χάνεις, είναι πάντα εκεί. Μπορείς να σημαδέψεις συμπαίκτη και να δώσεις ασίστ. Μπορείς να στείλεις την μπάλα μέσα, αν σουτάρεις με καλές προϋποθέσεις:
Ο μέτριος κάνει κοντρόλ για να πλησιάσει. Ο μέτριος αν σουτάρει με την μία, η μπάλα θα πάει στα πουλιά. Ο Ριέρα θα τη στείλει μέσα, εύκολα. Δυο γκολ με τέτοια σουτ, όμως γκολ αχρείαστα, ασήμαντα, στο τέλος των αγώνων. Υπάρχουν κι άλλα δύο, σημαντικά, το πρώτο στο 3-0 εκτός έδρας με την Ξάνθη και το μοναδικό στο 1-0 επί του Άρη.
Πέρα από την ποιότητα του Ριέρα, ο βασικός λόγος που έχει προσθέσει τέσσερα γκολ και τέσσερις ασίστ είναι ο ίδιος ο Ολυμπιακός. Το ποδοσφαιρικό περιβάλλον στο οποίο έχει ενταχθεί. Σε μια κακή ομάδα, στον περσινό Ολυμπιακό πχ, ο Ριέρα θα είχε υποφέρει και μαζί του ο σύλλογος κι ο κόσμος. Στην κακή ομάδα, χωρίς πλάνο κι επιθετική τακτική, θα συνέβαινε αυτό:
“Αριστερά παίζει ο Ριέρα, ο παιχταράς μας. Λοιπόν, του δίνουμε την μπάλα συχνά, παίζουμε περισσότερο από εκεί, παρά από δεξιά. Άλμπερτ, παιχταρά, σε πληρώσαμε και σε φέραμε. Πάρε την μπάλα, πέρνα τον παίκτη, κάνε ντρίμπλες, κάνε σέντρες, πάρε φάουλ, πάρε πέναλτι, σκόραρε. Πάρε την ομάδα πάνω σου, κάνε την διαφορά, δώσε μας νίκες, ξεσήκωσε τον κόσμο.”
Ο Ολυμπιακός θα ήταν η ομάδα του “παίζω απ’τα πλάγια, ειδικά από τα αριστερά, όπου υπάρχει ο Ριέρα”. Με δεδομένη την κατάσταση του Ισπανού τους τελευταίους τέσσερις μήνες, το “πλάνο” θα ήταν καταστροφικό και για τους δύο. Ο Ολυμπιακός θα περίμενε “διαφορά” από έναν ποδοσφαιριστή που δεν είναι σε θέση να την κάνει, ενώ ο ίδιος ο παίκτης θα ήταν στο στόχαστρο όλων, οπαδών και Τύπου, καθώς “δεν δικαίωσε τις καλοκαιρινές προσδοκίες”.
Ευτυχώς για όλους, υπήρχε ο Βαλβέρδε. Φυσικά κι ο προπονητής είδε με το καλημέρα πως ο Ριέρα δεν “φεύγει”. Εντάξει, μικρό το κακό. Έχουμε ένα ολόκληρο επιθετικό πλάνο να μάθουμε και να εφαρμόσουμε. Αν ο αριστερός μας εξτρέμ δεν έχει πέταγμα να μας δώσει πολλές φάσεις από εκεί, δεν πειράζει, θα ζήσουμε και με αυτό. Θα του δώσουμε την ευκαιρία να το δοκιμάσει, αλλά όποτε εκείνος κρίνει πως το έχει, όχι σε όλο το ενενηντάλεπτο.
Έτσι, ποτέ μέχρι τώρα δεν έχει ζητηθεί από τον Ριέρα να κάνει πράγματα που (αυτήν την εποχή) δεν μπορεί. Ο τρόπος που χρησιμοποιείται μοιάζει με αυτόν που ο Βαλβέρδε χρησιμοποιούσε τον Τζόρτζεβιτς στην πρώτη του θητεία, όχι τον Λέτο. Δεν τον στέλνει στην γραμμή, τον φέρνει πιο μέσα και χαμηλά, σαν πλέι-μέικερ στα αριστερά του άξονα. Ο Βαλβέρδε βλέπει πως ο Ριέρα δεν έχει το ένας μ’ έναν, τον απαλλάσσει από το να το ψάχνει συνέχεια και κοιτάει να εκμεταλλευτεί την καλή πάσα και την άψογη τακτική γνώση του παίκτη του.
Ο Ριέρα, λοιπόν, κινείται περισσότερο σαν “μέσα αριστερά”, ενώ ο σέντερ φορ είναι αυτός που βγαίνει στα αριστερά της επίθεσης και παίζει κατά μέτωπο. Τότε ήταν ο Ντιόγο, τώρα ο Μιραλάς. Όταν δε η μπάλα ακουμπάει δεξιά, σε Φετφατζίδη-Τοροσίδη, ή στον άξονα, στον Φουστέρ, το πλάνο του Βαλβέρδε φέρνει τον ισπανό κοντά στην περιοχή, να κινείται χωρίς την μπάλα, σαν φορ μαζί με τον Μιραλάς. “Εκεί” ήρθαν τα άλλα δύο γκολ:
Εντάγμενος σε ένα πολύπλευρο σχέδιο ανάπτυξης, ο Ριέρα κάνει “αυτά που μπορεί”. Ξεκινάει το παιχνίδι από χαμηλά, δεν πάει στην ντρίμπλα, πασάρει, ψάχνει το 1-2 και κινείται πολύ χωρίς την μπάλα. Χωρίς σωστή και δουλεμένη επιθετική τακτική, θα συνέβαινε το αντίθετο. Θα είχε συνέχεια την μπάλα στα πόδια, θα την κράταγε πάρα πολύ, θα του ζητούσαν επί 90 λεπτά να περάσει τον παίκτη του, “για να ανοίξει η άμυνα”. Θα του ζητούσαν “αυτά που δεν μπορεί”.
Δεν ξέρω αν όντως βρει πατήματα και καλή αγωνιστική κατάσταση στους επόμενους δύο μήνες. Ξέρω, όμως, με σιγουριά πως με άλλον προπονητή, όχι μόνο δεν θα είχε δώσει τέσσερα γκολ και τέσσερις ασίστ μέχρι στιγμής, αλλά θα ήταν στο στόχαστρο όλων, γιατί σέρνεται παρότι χρυσοπληρώθηκε. Κι εκεί είναι που τρελλαίνεσαι, γιατί αναρωτιέσαι; Πώς γίνεται ο Βαλβέρδε να έχει τόσα καλά και να μην βλέπει πως, πού και πού, χρειάζεται και λίγη σκληράδα στον άξονα, χρειάζεται κι ένας κόφτης, να κλείσει τους χώρους; Τέσσερα ματς, Εργοτέλης, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ και Καβάλα, θα δώσουν τις απαντήσεις.