Ζητείται αλτικότητα
Ηρωϊσμός, αξιοπρέπεια και πραγματικότητα. Οι αυτονομημένοι και ο Νικοπολίδης.
Ο πληγωμένος Ολυμπιακός πήγε να παίξει στο Μπορντό – μπούρου, μπούρου, μπούρου, μπούρου – παρά το 0-1 του πρώτου ματς στάθηκε καλά – μπούρου, μπούρου, μπούρου, μπούρου – είχε την ατυχία να δεχτεί το πρώτο γκολ στο χειρότερο σημείο του ματς πριν καν η ομάδα προλάβει να ζεσταθεί – μπούρου 4 και λυπητερά – έμεινε με το αλλά, ισοφάρισε και παρά λίγο να πετύχει δεύτερο γκολ με τον Ραούλ Μπράβο – τέσσερα και θριαμβευτικά να γίνουν τα μπούρου – και δεν σταμάτησε να προσπαθεί παρά όταν στο τέλος του ματς είχε ανοιχτεί και η Μπορντό σκοράρισε σε ανοιχτή άμυνα – μπούρου όποιας απόχρωσης ταιριάζει στον καθένα.
Ξεπερνώντας όμως τα κλασικά μπούρου μπούρου που θα γραφτούν μετά από μια ηρωική και αξιοπρεπή εμφάνιση του Ολυμπιακού σε ματς εκτός έδρας, η πραγματικότητα είναι ότι ζητείται ποιότητα. Η Μπορντό είχε καλύτερους και πιο ζωντανούς παίκτες. Η Μπορντό μπορούσε να ανεβάζει παίκτες από το κέντρο και την άμυνα για να στηρίζουν τους επιθετικούς και όταν πρέσαραν αλλά και όταν η μπάλα πέρναγε είχαν την αντοχή να γυρίσουν πίσω ταυτόχρονα ή πριν από τους παίκτες του Ολυμπιακού διατηρώντας την αριθμητική υπεροχή. Επίσης στην ομάδα της δεν είχε αυτονομημένους ποδοσφαιριστές όπως ο Ντάτολο που παίζει στον Ολυμπιακό -γιατί για να βρίσκεται ένας ποδοσφαιριστής στο γήπεδο με κάποια ομάδα πρέπει να παίζει- ή τον Λούα Λούα που αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο σαν γιορτή -πράγμα καλό, αλλά γιορτή σαν τα γενέθλια που ο κάθε ένας γιορτάζει μόνος του, πράγμα κακό.
Τέλος και μετά από αυτό το ματς, πρέπει στον Ολυμπιακό να αποδεχθούν ότι με τον Νικοπολίδη έχουν έναν τερματοφύλακα που καλύπτει κάθε λάθος της αμυντικής του γραμμής βγαίνοντας και μαζεύοντας την μπάλα, αλλά ότι η αλτικότητά του έχει μειωθεί δραματικά με αποτέλεσμα κάθε μπαλιά που πηγαίνει δυνατά και ψηλά να του προξενεί το ενδιαφέρον αλλά όχι κάτι περισσότερο.
Τώρα, κάτι για την μετάδοση. Από το Μουντιάλ του 1998 οι Γάλλοι έδειξαν ότι έχουν καταλάβει την χρήση του ultra slow replay. Εχουν μια camera για isolated shots, τραβάνε πλάνα αμερικέν που σημαίνει από την μέση και πάνω και αν τους κάτσει η καλή σκηνή την ξεσκίζουν, όπως έκαναν στα replay του δεύτερου γκολ που η συγκεκριμένη κάμερα το είχε πιάσει. Στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Nova, αυτό που κάνουν είναι να τραβάνε δέκα γκριμάτσες παικτών, να λέει ο σπίκερ «να τώρα διάφορες εκφράσεις που έπιασε η κάμερα του καναλιού» και να τη βγάζουν ωραία, άκοπα και απέραντα βαρετά. Μήπως όμως κάποιος θα έπρεπε να ρίξει μια ματιά στην χθεσινή κάλυψη από το Μπορντό μήπως και δούμε στο μέλλον κάτι καλύτερο; Παρά το ότι, αν κάποιος κάτσει και τη δει, το μόνο που θα σκεφτεί είναι γιατί οι Γάλλοι δεν βάζουν γραμμές για να βλέπουμε τα οφσάιντ. Οπότε καλύτερα άστο…
Η γοητεία του Άρνε
Οι άνθρωποι είναι σαν τα σκυλιά, μόνο που για να αναγνωρίσουν αν ο ένας ταιριάζει στον άλλον δεν μπορούν να μυρίζονται εκεί που πρέπει. Ο κάθε ένας όμως συνεργάζεται με αυτόν που του ταιριάζει και όταν υπάρχει αμφιβολία αντί για πληροφορίες δεν έχετε παρά να παρατηρείτε τα στιλ. Ο Αδαμίδης με τον Γκρέταρσον όχι μόνο έχουν στιλ που να μοιάζει αλλά, στο ίδιο kennel έχουνε μεγαλώσει και όταν ο Εν Δυνάμει άρχισε τις χαριτωμενιές «Εχω κάποιον για τεχνικό διευθυντή, που τον αγαπάνε στην ΑΕΚ αλλά δεν θα σας πω ποιος είναι…» ήταν χαμένος από χέρι.
Γιατί το θέμα δεν ήταν ποιον παλιό ποδοσφαιριστή μπορεί να αγαπούσαν οι οπαδοί της ΑΕΚ, αλλά ποιον παίκτη μπορεί να γουστάρει ο Αδαμίδης. Ο Αρνε Γκρέταρσον λοιπόν είχε πάει στην ΑΕΚ το 1997, που ο Αδαμίδης ήταν 24 ετών, μια ηλικία που ακόμα έχεις ποδοσφαιρικούς ήρωες. Ηταν φιλότιμος, έκανε και κάτι τσαμπουκάδες με τον Ολυμπιακό -που όταν είσαι πειραιώτης αεκτζής είναι σαν να τους κάνει για την πάρτη σου- και καπάκι (και που το βάζετε) είναι Βόρειος και πολιτισμένος και μορφωμένος άνθρωπος.
Πέφτεις λοιπόν θύμα της γοητείας του Αρνε και τον φέρνεις για να φτιάξετε την νέα ΑΕΚ ή δεν πέφτεις; Πέφτεις και με τα μούτρα. Ιδιαίτερα όταν μπορείς να την σπάσεις και στον Μπάγεβιτς που πρότεινε τον Τσιάρτα και να τους στείλεις το μήνυμα ότι οι υφιστάμενοι, που είναι οι προπονητές, δεν μπορούν να επιλέγουν τους προϊστάμενους τους, που είναι οι τεχνικοί διευθυντές.
Στο μεταξύ, ο Αδαμίδης έχει αρχίσει να δουλεύει στα γραφεία της ΠΑΕ ΑΕΚ στην Γράμμου αλλά τον καφέ του τον παραγγέλνει από delivery. Το ξέρει ότι από την στιγμή που ζήτησε job descriptions από τους υπαλλήλους και οι μισοί θα του γράψουν ότι «η δουλειά μου είναι μια δουλειά που είναι σημαντική γιατί έτσι μπορώ να έχω μια δουλειά» σε ό,τι τρως και πίνεις φύλα τα ρούχα σου γιατί διαφορετικά η ΑΕΚ θα έχει τον 43ο πρόεδρο της γιατί ο 42ος χάθηκε πρόωρα δηλητηριασμένος. Εχει δύο τρία άτομα της εμπιστοσύνης του, θα προχωρήσει και σε μία ολιγομελή στελέχωση επειδή τέτοιες εποχές λεφτά δεν υπάρχουν και στο μέλλον ό,τι καλύτερο προκύψει.
Γράφοντας λοιπόν – προφανώς για πλάκα – για τις δηλητηριάσεις σκέφτηκα ότι με την πάροδο της ιστορίας οι δηλητηριάσεις έχουν εγκαταλειφθεί σαν τρόπος δολοφονίας. Στην αρχαιότητα η δηλητηρίαση ήταν από τους πιο συνηθισμένους τρόπους να ξαποστείλεις κάποιον εχθρό και ο τρόπος δολοφονίας που επέλεγαν οι γυναίκες. Γιατί την εποχή που για να καθαρίσεις κάποιον έπρεπε να τον μαχαιρώσεις – και όχι μία αλλά πολλές φορές όπως συνήθως χρειάζεται για να δολοφονηθεί κάποιος από μαχαίρι – η δύναμη των περισσοτέρων γυναικών δεν έφτανε για τέτοια κόλπα.
Επίσης, οι άνθρωποι ήξεραν καλύτερα τι υπάρχει στην φύση περιλαμβανομένων και των δηλητηρίων. Διάλεγαν, λοιπόν, οι γυναίκες κάποιο δηλητήριο που να έχει και χρώμα που να είναι ασορτί με τα ρούχα τους και έστελναν τον αλητήριο στον άλλο κόσμο. Και αφού ζητήσω συγγνώμη για την άθλια ομοιοκαταληξία «δηλητήριο – αλητήριο», να προσθέσω ότι αν υπάρχει ενδιαφερόμενος συνθέτης να βάλει τις νότες και είναι εύκαιρος και ο Κιάμος για να το τραγουδήσει εδώ είμαστε και το μιλάμε.