Το δικαίωμα στην υπεράσπιση του τίτλου
Οι ομάδες δεν πάνε στα Final Four για να νικήσουν στον ημιτελικό και να παίξουν στον τελικό. Πάνε για να σηκώσουν το τρόπαιο και να πάρουν τον τίτλο του Πρωταθλητή. Υπ’αυτό το πρίσμα, δεν γίνεται ένας ημιτελικός να εξυψώνεται το ίδιο με έναν τελικό. Παρόλα αυτά, όμως, ο νικηφόρος ημιτελικός του Ολυμπιακού επί της ΤΣΣΚΑ αξίζει να βρίσκεται στο ίδιο ράφι με τον περσινό τελικό. Παρά τις πολλές διαφορές, παρά την ανισότητα στην βαρύτητα.
Πέρσι η νίκη σήμαινε κατάκτηση, φέτος το δικαίωμα στην υπεράσπιση του τίτλου. Πέρσι ήταν η ομάδα που κανείς δεν περίμενε, στο ματς που γύρισε από το -19, δώδεκα λεπτά πριν το τέλος. Με πρωταγωνιστές που ελάχιστοι θα μπορούσαν να φανταστούν ως κεντρικά πρόσωπα ενός τέτοιου έπους. Ένα “τελειωμένο” ματς να γίνεται ντέρμπι, η διαφορά να εξανεμίζεται, οι αντίπαλοι να γίνονται μοιραίοι, οι δικοί μας ήρωες.
Φέτος ο Ολυμπιακός ήταν ο Πρωταθλητής Ευρώπης. Δεν υπήρχε ανατροπή, δεν έγινε κάποιο θαύμα. Δεν υπάρχουν μοιραίοι στην αντίπαλη ομάδα, δεν υπάρχουν αξέχαστοι ηρωισμοί από την πλευρά του Ολυμπιακού. Παρόλα αυτά, όμως, υπάρχει ένα ματς ισάξιου μεγέθους και μια εμφάνιση που αξίζει να σταθεί δίπλα στο περσινό έπος.
Γιατί το να γίνεις πρωταθλητής είναι το άλφα. Το βήτα είναι να παίξεις σαν πρωταθλητής. Κι αν ρωτήσεις τους ανθρώπους που έχουν φτάσει να ζήσουν και τα δύο, θα σου πουν πως το καθένα έχει την δική του δυσκολία, τον δικό του δρόμο και τελικά το δικό του μεγαλείο.
Όσο, λοιπόν, μοναδικό ήταν αυτό που πέτυχε πέρσι στον τελικό ο Ολυμπιακός, άλλο τόσο ήταν και το φετινό επίτευγμα. Όσο δύσκολο ήταν να προβλεφθεί ο τρόπος της περσινής κατάκτησης, άλλο τόσο ήταν να φανταστεί κανείς τον τρόπο της φετινής πρόκρισης. Όχι πως θα συνιστούσε θαύμα να περάσει ο Ολυμπιακός στον τελικό, αλλά γιατί σπάνια οι ημιτελικοί κρίνονται με τόσο εμφατικό κι αδιαμφισβήτητο τρόπο.
Μια ομάδα που προβλημάτιζε με τη δύναμη της κάτω απ’τη ρακέτα, αναγκάστηκε να σουτάρει περισσότερα τρίποντα από δίποντα. Ένα ματς που κάποια στιγμή περίμενες πως θα γίνει ντέρμπι, επειδή “πάντα εξανεμίζονται οι διαφορές και τα ματς κρίνονται στο τέλος”, έμεινε ως σαρωτική νίκη μέχρι τέλους. Χωρίς προβληματισμό, χωρίς άγχος, με σιγουριά κι ανωτερότητα για 40 λεπτά. Μ’ένα σχέδιο που εκτελέστηκε λες και δεν το ανέλαβαν παίκτες, αλλά προσομοιωτής ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Για έναν πρωταθλητή η επιστροφή στο Final four είναι το πρώτο βήμα. Σχεδόν απαιτούμενο, αλλά όχι και τόσο εύκολο, όπως έχει αποδείξει το παρελθόν. Το δεύτερο είναι να αγωνιστεί ως πρωταθλητής, που κι αυτό είναι πιο εύκολο να το γράφεις, παρά να το κάνεις πραγματικότητα. Ο Ολυμπιακός δικαιούται να είναι υπερήφανος γιατί έκανε και τα δύο, κι αυτό πια δεν μπορεί να του το στερήσει κανείς. Το πέτυχε ήδη.
Μένει το τρίτο βήμα, η διατήρηση των σκήπτρων. Η δυσκολία του αντικατοπτρίζεται και μόνο στο γεγονός πως μόνο δύο φορές το έχει καταφέρει ομάδα από τότε που θεσπίστηκαν τα Final Four: Η Γιουγκοπλάστικα με το τρεμπλ των πρώτων χρόνων του θεσμού κι η Μακάμπι με τις back-to-back κατακτήσεις τη διετία 2003-05. Μόλις δύο φορές, από το 1988 μέχρι σήμερα.
Πέρσι έγραψα πως το έπος της Πόλης ήταν το οριστικό κλείσιμο μιας πληγής που έμενε ανοικτή για 18 χρόνια. Ήταν η βραδιά που έσβησε, άπαξ και δια παντός, τον χαμένο τελικό του Τελ Αβίβ το 1994. Γιατί, κακά τα ψέμματα, η κατάκτηση του τροπαίου το 1997 δεν αρκούσε για να επουλωθεί το βαθύ τραύμα εκείνης της βραδιάς. Χρειαζόταν κάτι “άλλο”, πιο μεγάλο, κάτι που κανείς δεν θα περιμένει και κανείς δεν ξεχάσει. Κι ήρθε ακριβώς έτσι, 18 χρόνια μετά, και κανέναν δεν πείραξε η αναμονή.
Με την ίδια ματιά, το ραντεβού με το παρελθόν συνεχίζεται και φέτος. Δεκαοκτώ χρόνια μετά τη Σαραγόσα, Ρεάλ και Ολυμπιακός θα διεκδικήσουν την κούπα. Οι διαφορές πολλές. Τότε κι οι δύο διψούσαν πολύ, ο Ολυμπιακός για την πρώτη κατάκτηση (και για τον ίδιο και για ελληνική ομάδα), η Ρεάλ για την επιστροφή στην κορυφή μετά από 15 χρόνια.
Φέτος η δίψα των Ισπανών λογικά είναι μεγαλύτερη, αφού από τότε όχι μόνο δεν έχουν τρόπαιο, αλλά δεν έχουν παίξει καν τελικό, την ώρα που ο Ολυμπιακός είναι ο εν ενεργεία πρωταθλητής. Τότε οι ερυθρόλευκοι ήταν που είχαν να αντιμετωπίσουν αυτό που στα Final Four μάθαμε να λέμε “σύμπτωμα του εμφυλίου στον ημιτελικό”, φέτος η Ρεάλ είναι αυτή που έρχεται στον τελικό μετά από “αιώνιο ντέρμπι”.
Στο φινάλε, η διατήρηση των σκήπτρων είναι πάντα κυρίως θέμα μυαλού. Είναι δύσκολο να διατηρείς υψηλό κίνητρο όταν έχεις κάτι στα χέρια σου, αυτό του διεκδικητή είναι (σχεδόν) πάντα ισχυρότερο. Σ’αυτό τον τομέα ο Ολυμπιακός είχε και έχει ως σύμμαχο πως μπορεί να έφτασε στο Λονδίνο ως πρωταθλητής, αλλά όχι ως το ακλόνητο, επαναπαυμένο φαβορί. Είχε και πάλι κάτι να αποδείξει, υπήρχαν και πάλι αμφιβολίες κι ερωτηματικά για τα μπορώ του.
Η σαρωτική επικράτηση επί της ΤΣΣΚΑ τον γέμισε αυτοπεποίθηση σχεδόν πρωτόγνωρη, αφού οι περισσότεροι παραδέχθηκαν πως δύσκολα μπορούν να θυμηθούν άλλη εμφάνιση τέτοιου επιπέδου. Το λογικό είναι πως ταυτόχρονα σκόρπισε φόβο κι αμφιβολία στο στρατόπεδο της Ρεάλ. Συνδυασμός που μπορεί να ισοσκελίσει την διαφορά κινήτρου που έχει πάντα ο υπερασπιστής από τον διεκδικητή.
Κι αν το ματς πάει στο τέλος, τότε αυτός που το έχει πετύχει ξανά (και μάλιστα πρόσφατα) έχει πάντα ένα μικρό αβαντάζ εναντίον του “πρωτάρη”.