Ναι, το Πολυτεχνείο ζει
Εσχάτως στην Ελλάδα έγινε μόδα η δαιμονοποίηση της γενιάς του Πολυτεχνείου συλλήβδην. Πάνω της έπεσε σχεδόν όλο το ανάθεμα για την κρίση, για τη δημιουργία των πελατειακών σχέσεων στο δημόσιο, τον αμοραλισμό της πολιτικής, την κοινωνική και οικονομική χρεωκοπία. Στο πυρ το εξώτερον λοιπόν όλοι όσοι κλείστηκαν εκείνα τα βράδια του Νοεμβρίου του 1973 στο Πολυτεχνείο απαιτώντας "ψωμί, παιδεία, ελευθερία" και "να πέσει η χούντα".
Το επιχείρημα αναμενόμενο και εύκολο. Η Δαμανάκη έφτασε να γίνει πρόεδρος κόμματος και εν συνεχεία υπουργός στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ο Τζουμάκας υπουργός επίσης, τόσοι άλλοι βολεύτηκαν σε κρατικές θέσεις προσφέροντας ελάχιστα και εξαργυρώνοντας τη φήμη του αντιχουντικού και του αντιστασιακού. Ολα δεκτά πλην όμως… ήταν αγώνες. Και οι αγώνες δεν πρέπει να λησμονούνται ούτε να υποτιμούνται.
Έτσι είχε απαντήσει ο Σπύρος Παπαδόπουλος σε μία απίστευτη έμπνευση της Δήμητρας Παπαδοπούλου στη σειρά των” Απαράδεκτων” στις αρχές της δεκαετίας του 90. Η ολίγον αφελής Δήμητρα κατηγορούσε το σύζυγο ότι διαφήμιζε συνεχώς τη συμμετοχή του στα γεγονότα και ότι μπήκε στο Πολυτεχνείο για να δοκιμάσει την τύχη του στο ωραίο φύλο. “Δεν χρειάζεται να το ευτελίζεις Δημητρούλα, αγώνες ήταν”. Οντως…
Διότι τη σήμερον ημέρα στην ωραία χώρα που λέγεται Ελλάς αυτό τείνουμε να το ξεχάσουμε. Πειστήκαμε από τη συνεχή σφυροκόπηση των κατεστημένων ΜΜΕ ότι για όλα φταίει η γενιά του 73 και η Μεταπολίτευση ξεχνώντας (τεχνηέντως προφανώς) ότι τα τελευταία 40 χρόνια η Ελλάδα διανύει απρόσκοπτο δημοκρατικό βίο, το μεγαλύτερο της ιστορίας της από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Κατακτήθηκαν πολλά σ’ αυτό το διάστημα, αλλά πράγματι έγιναν και τραγικά λάθη, αστοχίες και συμβιβασμοί από ανθρώπους που ξέχασαν το όποιο επαναστατικό τους παρελθόν.
Οι ανορθογραφίες αυτές λοιπόν, σε συνδυασμό με τη βίαιη εισβολή της οικονομικής κρίσης, έφεραν στο αφρό της δημόσιας ζωής απόψεις που μέχρι και πριν από τέσσερα χρόνια θεωρούνταν περιθωριακές και χάριζαν γέλιο στις παρέες. Παράδειγμα; Εν ενεργεία υπουργός της σημερινής κυβέρνησης έχει ισχυριστεί δημοσίως ότι στα γεγονότα του Πολυτεχνείου δεν σκοτώθηκε κανείς και ας διαβάζονται κάθε χρόνο τα ονόματα των νεκρών. Πλέον τέτοιου είδους “αναλύσεις” για τα τότε γεγονότα κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος καθώς έπαψαν να απασχολούν μόνο μία ισχνή μειοψηφία που διαχρονικά αρέσκεται στο να θαυμάζει τους χουντικούς και το απίθανο κατάσκευσμα της επταετίας τους. Πεποιθήσεις σαν και αυτές ξεστομίζονται αβασάνιστα, χωρίς αιδώ και πλέον εκφράζονται, θα έλεγε κανείς, με επίσημο τρόπο.
Είναι προφανές ότι τούτο το σημείωμα δεν επιχειρεί να πείσει για τα αυτονόητα και να αντικρούσει επιχειρήματα που ακούγονταν μέχρι πρότινος μόνο σε γνωστές εκπομπές τηλεπώλησης βιβλίων από πολιτικούς αστέρες της εποχής μας. Ούτε όμως και να ωραιοποιήσει καταστάσεις επιθυμεί βάζοντας στο κάδρο των γεγονότων ανθρώπους που έκαναν αντίσταση από τον άνετο καναπέ του σπιτιού τους ή από την ασφάλεια που προσέφερε το εξωτερικό.
Το Πολυτεχνείο ζει και αυτό είναι ευτυχές. Αυτό που πρέπει να πεθάνει γιατί αποτελεί βολικό ψέμα και όχι ιστορική πραγματικότητα είναι ο μύθος της δήθεν παλλαϊκής αντίστασης στη χούντα των συνταγματαρχών. Η χούντα έπεσε διότι, ως σάπιο, πέρα ως πέρα σάπιο φρούτο που ήταν εγκατέλειψε το δέντρο όταν ήρθε η ώρα. Δυστυχώς αυτός ο σάπιος καρπός έπεσε στα κεφάλια των Κυπρίων το 1974 όταν ο Αττίλας αφέθηκε να προχωρά ακάθεκτος παρά την ηρωική αντίσταση των δυνάμεων στην Κύπρο που περίμεναν μάταια την ενίσχυση από την Αθήνα. Ενίσχυση η οποία υποτίθεται ότι θα προέκυπτε από την επιστράτευση, την πιο κωμικοτραγική επιστράτευση που επιχείρησε ποτέ σύγχρονο κράτος.
Η χούντα μέχρι να σαπίσει πολιτευόταν πονηρά. Γέμισε το στόμα του απλού κόσμου με άδειες ταξί και φορτηγών, πολυκατοικίες από αντιπαροχή, φθηνά οικόπεδα, εντυπωσιακές αθλητικές επιτυχίες και δημόσια έργα και ο κόσμος πείστηκε ότι η ευημερία είχε επιτευχθεί έστω και κάτω από ανώμαλες συνθήκες. Οι πράξεις αντίστασης ήταν τόσο λίγες που όχι μόνο αντιμετωπίζονταν με σχετική ευκολία από το καθεστώς αλλά έκαναν τους νοικοκυραίους, αυτούς που κοιτούσαν μόνο τη δουλειά τους, ακόμα περισσότερο επιφυλακτικούς.
Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι με τους εαυτούς μας, θα πρέπει να το παραδεχτούμε. Λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί που ρίχθηκαν στη φλόγα του αντιστασιακού αγώνα με την ψυχή τους. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν μειώνει το μέγεθος της αυταπάρνησης αυτών που φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, βίωσαν στο πετσί τους τις βάρβαρες μεθόδους της ΕΑΤ- ΕΣΑ, θανατώθηκαν. Τους αξίζει ένα μεγάλο μπράβο όπως και στους Ελληνες φοιτητές μεγάλο μέρος των οποίων στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Οι υπόλοιποι; Απλώς φόρεσαν τη στολή του αντιστασιακού μετά τη Μεταπολίτευση για να εξασφαλίσουν και την έξωθεν καλή μαρτυρία στην έναρξη της πολιτικής καριέρας τους.
Το ψέμα, ιστορικό και μη, δεν έπαψε να χαρακτηρίζει αυτή τη γωνιά του πλανήτη στην οποία κληθήκαμε να ζήσουμε. Και σήμερα, σ’ αυτές τις πολύ δύσκολες στιγμές που όλοι μας βιώνουμε η απάντηση θα έπρεπε να είναι η αλήθεια. Ναι το Πολυτεχνείο ζει, αποτελεί κομβικό σημείο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, κυρίως σε επίπεδο συμβολισμού και αξίζει να τιμούμε τη μνήμη των νεκρών του σε πείσμα των ακραίων που νομίζουν ότι έφτασε η ώρα να δικαιωθεί ιστορικά η πολιτική τους εμμονή. Να πούμε όμως και ένα όχι στην ηρωοποίηση των πάντων, στους μύθους πίσω από τους οποίους βολευτήκαμε, στην επιλεκτική ανάκληση της ίδιας της ιστορικής μνήμης.
Η Ελλάδα, με την ανεργία στο 27%, το ΑΕΠ της μειωμένο κατά 25% την τελευταία τετραετία και με πολιτικούς ταγούς που αρέσκονται στο να χαϊδεύουν τ’ αυτιά αυτών που μας δανείζουν και να τραβούν αυτά του κόσμου του μόχθου, δεν έχει την πολυτέλεια να πορεύεται το δρόμο του ψέματος. Μόνο η αλήθεια θα μας κάνει πιο δυνατούς και αποφασισμένους. Αλλά η αλήθεια πολλές φορές πληγώνει. Αντέχουμε να ανοίξουμε στο ήδη αδύναμο σώμα μας μία ακόμη πληγή;