ΣΤΗΛΕΣ

Ο χειρότερος νταμπλούχος

Πέρα από τον Γιάχο που κατάπιε το στραγάλι, τους τραυματισμούς και στις δύο ομάδες, την διαιτητική πεντάδα, την ένταση στο τέλος και την απονομή-κηδεία, αυτό που μου έμεινε περισσότερο στο μυαλό έγινε πριν απ’όλα αυτά. Τρίτο-τέταρτο λεπτό της αναμέτρησης, “αναγνωριστικό παιχνίδι” που λένε κι οι σπίκερ, κι ο Ολυμπιακός κερδίζει φάουλ.

Ο χειρότερος νταμπλούχος
INTIME SPORTS

Γιόμα στο 4’

Λίγα μέτρα πάνω απ’τη σέντρα, κοντά στη γραμμή του πλαγίου, στην πλευρά των πάγκων. Ο Χολέμπας έρχεται από την άλλη άκρη του γηπέδου για να εκτελέσει με το αριστερό, οι στόπερ ανεβαίνουν στην περιοχή κι ο Ολυμπιακός γεμίζει προς αυτήν, από το κέντρο σχεδόν του γηπέδου. Σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Η μεγάλη ομάδα, που αντιμετωπίζει σε τελικό την πιο ελαφριά φανέλα που έχει φτάσει σε τελικό τα τελευταία χρόνια, εκτελεί φάουλ με γιόμα από τη σέντρα, με το σκορ στο 0-0 και το χρονόμετρο να δείχνει το 4ο λεπτό.

Παραδοχή

Να το κάνει ο μικρότερος απέναντι στον μεγαλύτερο, να το καταλάβεις. Θα πας πχ σε μια δύσκολη έδρα και θα ξέρεις από πριν πως θα εκτελέσεις με γιόμα στην αντίπαλη περιοχή όλα τα φάουλ, μπας και βρεις κανένα γκολ. Ειδικά αν δεν έχεις και πολλούς τρόπους να παίξεις, τα στημένα είναι λύση ακόμα κι απ’τη σέντρα, όπως έκανε πχ ο Ολυμπιακός φέτος στο Μονπελιέ και βρήκε την ισοφάριση με τον Τοροσίδη. Επίσης, θα το κάνει ακόμα και η ανώτερη ομάδα κόντρα σε μικρή, αν το σκορ δεν είναι υπέρ της και ο χρόνος την πιέζει. Δεκτά όλα αυτά.

Αλλά να είσαι η ομάδα που παίρνει το πρωτάθλημα περίπατο και θεωρεί το νταμπλ υποχρέωση κι όχι άθλο, να παίζεις απέναντι στον Αστέρα και να εκτελείς με γιόμα στο 0-0 στο 4’, δεν δικαιολογείται με τίποτα. Είναι μια απλή, ξεκάθαρη παραδοχή. “Τρόπους δεν έχουμε, σχέδιο δεν έχουμε, δουλεμένοι δεν είμαστε, κερδίσαμε ένα φάουλ και θα γεμίσουμε στην περιοχή από τη σέντρα.”

Σύνολο

Μια καλή αφορμή να επιστρέψουμε στην κουβέντα που κάναμε νωρίτερα στη σεζόν. Λίγο πριν ο Ζαρντίμ αποτελέσει παρελθόν, είχαμε δει αναλυτικά πως ο Ολυμπιακός παίρνει πολύ υψηλό ποσοστό των γκολ του από τις στημένες φάσεις. Ποσοστό που δεν απαντάται σε καμία πρωτοπόρο των πέντε μεγάλων πρωταθλημάτων της Ευρώπης και σε καμία από τις ομάδες που κατέκτησαν τα τρία τελευταία πρωταθλήματα στην Ελλάδα.

Ο Ζαρντίμ άφησε τον Ολυμπιακό μετά από 17 ματς πρωταθλήματος και σ’αυτά πήρε το πολύ υψηλό 41% των γκολ από στημένες φάσεις και μόνο το 44% εξ αυτών στην κανονική ροή του αγώνα. Με τον Νικοπολίδη και τον Μίτσελ τα ποσοστά άλλαξαν λίγο και στα 13 παιχνίδια με αυτούς στον πάγκο ο Ολυμπιακός πήρε το 64% των γκολ στην κανονική ροή του αγώνα και το 32% από στημένες φάσεις. Έτσι, το σύνολο της φετινής χρονιάς “σουλουπώθηκε” λίγο κι ο Ολυμπιακός κατάφερε έστω να τελειώσει έχοντας πάνω από τα μισά γκολ να έρχονται στην κανονική ροή του αγώνα.

Κι όχι, αυτό δεν αποτελεί στοιχείο πως πρώτα ο Νικοπολίδης και μετά ο Μίτσελ άλλαξαν και βελτίωσαν τρομερά τον Ολυμπιακό. Απλώς οι ερυθρόλευκοι βρήκαν επτά γκολ στην κανονική ροή του αγώνα στις δύο “παρελάσεις” που έκαναν στην Κρήτη, στις τεσσάρες επί ΟΦΗ και Πλατανιά. Χωρίς αυτά, τα γκολ στο open play δεν θα είχαν περάσει το 50% και αυτά απ’τα στημένα θα ήταν πάνω από 40%.

Ευρώπη

Ακόμα και με την ελαφρώς βελτιωμένη τελική στατιστική εικόνα, τα νούμερα του Ολυμπιακού είναι πρωτοφανή. Στο επόμενο γράφημα θα δείτε αυτά των πέντε ομάδων που πήραν το πρωτάθλημα στα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.

Όπως βλέπετε, καμία ομάδα δεν έχει κάτω από 62% των γκολ της στο open play και καμία ομάδα δεν έχει πάρει πάνω από το 27% από τις στημένες φάσεις. Ακόμα κι η Γιουνάιτεντ, που πήρε 24 γκολ από στημένες φάσεις, δύο περισσότερα από τα 22 του Ολυμπιακού, πέτυχε ταυτόχρονα 50 γκολ στην κανονική ροή κι είχε κι αυτή τα “φυσιολογικά” ποσοστά του πρωταθλητή. Αυτά του Ολυμπιακού, δεν υπάρχουν πουθενά.

Ελλάδα

Κι επειδή την προηγούμενη φορά αρκετοί είχατε πει πως δεν είναι σωστό να συγκρίνουμε με ξένα πρωταθλήματα (παρότι τα ποσοστά δεν επηρεάζονται πολύ από την χώρα), πάμε να δούμε και την σύγκριση στο εσωτερικό. Αυτά είναι τα ποσοστά των ομάδων που πήραν τα τρία τελευταία πρωταθλήματα στην Ελλάδα.

Ακόμα και στο Ελληνικό πρωτάθλημα “που πάντα όλοι αμύνονται μαζικά και οι στημένες φάσεις χρειάζονται”, καμία από τις τρεις τελευταίες πρωταθλήτριες ομάδες δεν πήρε πάνω από το 20% των τερμάτων της από γκολ σε στημένες φάσεις. Είτε μιλάμε για τον Παναθηναϊκό του Σισέ, είτε για την πρώτη χρονιά του Βαλβέρδε, είτε για την δεύτερη, τα ποσοστά είναι κοντινά. Μόνο ο φετινός Ολυμπιακός έχει να επιδείξει τέτοια στατιστική εικόνα και στο τελευταίο γράφημα βλέπουμε πως αποτυπώνεται με απόλυτα νούμερα.

Τα μόλις 33 γκολ από το open play είναι αρνητικό χαμηλό και τα 24 γκολ από στημένες φάσεις είναι σχεδόν διπλασιασμός του “λογικού μέσου όρου του πρωταθλητή”.

Όπως κι αν το κοιτάξεις, όποια σύγκριση κι αν κάνεις, είναι πρωτοφανής η εικόνα μιας ομάδας που παίρνει το πρωτάθλημα και βασίζεται στις στημένες φάσεις σε βαθμό που αρμόζει σε μικρομεσαία ομάδα. Γιατί τέτοια εξάρτηση από τις στημένες φάσεις έχουν οι αδύναμες ομάδες, αυτές που δεν έχουν τρόπο και ποιότητα να βρουν γκολ στην κανονική ροή του αγώνα. Ο πρωταθλητής, παντού και πάντα, χαρακτηρίζεται από την ευκολία στο να φτιάξει και να τελειώσει πολλές φάσεις στo open play.

Ποιότητα

Κι αυτά ακριβώς ήταν που έλειπαν από τον φετινό Ολυμπιακό. Τρόπος και ποιότητα. Μπορεί να ξέραμε πως δεν γίνεται να χαθεί το φετινό πρωτάθλημα, αφού κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να το διεκδικήσει κι οι ερυθρόλευκοι ήταν ανώτεροι, αλλά η αλήθεια είναι πως στον Ολυμπιακό υπήρχε πτώση στο κομμάτι της δημιουργίας σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές.

Η πρώτη διετία Μαρινάκη είχε Ριέρα, Ζαϊρί, Μιραλάς, Ρόμενταλ, νεότερο Ιμπαγάσα, Ορμπάιθ, Αμπντούν, ακόμα και τον Χαβίτο ή τον Μακούν. Φέτος ο Ολυμπιακός είχε τον Αμπντούν να τραβάει όλο το κουπί, τον Ιμπαγάσα να παίζει λίγο, τον Μασάντο να αποδεικνύεται διαφορετικός ποδοσφαιριστής που δουλεύει πιο χαμηλά στο γήπεδο, και πήρε επιθετική δουλειά από τα μπακ μόνο στον πρώτο γύρο, αφού ο Χολέμπας στον δεύτερο “έκατσε” κι ο Τοροσίδης αποχώρησε.

Τρόπος

Ταυτόχρονα, έλειψε ο τρόπος, το σχέδιο. Επί Ζαρντίμ ήταν σαφές πως η ομάδα ήταν σφιχτή και ανταγωνιστική στην Ευρώπη, αλλά μεγάλη μέριμνα για το επιθετικό κομμάτι στην Ελλάδα δεν υπήρχε. Η ανάπτυξη ήταν μονόπλευρη από τα αριστερά, τα επιθετικά ρίσκα λίγα, οι αυτοματισμοί ελάχιστοι, τα γκολ ήταν μοιραίο να έρχονται από τα πολύ δουλεμένα στημένα. Ο Ζαρντίμ δεν είχε τρόπο και έδειχνε να μην τον νοιάζει και πολύ, αφού το μέλημά του ήταν το αήττητο, που του βγάζεις το καπέλο που το κατάφερε.

Δεκαεπτά ματς κάθισε ο Πορτογάλος στον πάγκο του Ολυμπιακού στην Σούπερλιγκ και μόνο σε δύο εξ αυτών ξεκίνησε με δεύτερο επιθετικό παίκτη στα άκρα εκτός του Αμπντούν, όταν απέναντι στον Πανθρακικό είχε βάλει τον Φετφατζίδη και κόντρα στον ΟΦΗ τον Βλαχοδήμο. Σ’όλα τα υπόλοιπα παιχνίδια, ο Αμπντούν ήταν ο ένας και στην άλλη πλευρά έπαιζε ή ο ακατάλληλος για εκεί Μασάντο ή ο Φουστέρ, που χωρίς τις αρχές του Βαλβέρδε δεν μπορούσε να προσφέρει όσα έδινε παλιά στην επιθετική λειτουργία.

Ο Νικοπολίδης και ο Μίτσελ ήρθαν για να τα αλλάξουν όλα αυτά κι υποτίθεται πως κάτι έκαναν, αλλά δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως ο Ολυμπιακός τελείωσε τη σεζόν έχοντας εγκατεστημένες αρχές και φιλοσοφία σωστού επιθετικού παιχνιδιού. Οι ενδεκάδες έγιναν πιο επιθετικές, οι παίκτες έδειξαν μια μεγαλύτερη διάθεση, γλύκανε και μερικά ματς ο Ιμπαγάσα, μέχρι εκεί. Και το τρομερό είναι πως χωρίς τα γκολ που έβρισκε η ομάδα από τα στημένα του Ζαρντίμ, ο Ολυμπιακός στα 13 ματς Νικοπολίδη/Μίτσελ σκόραρε λιγότερο απ’ότι στα 17 με τον Πορτογάλο.

zardim.jpg INTIME SPORTS

Χειρότερη

Αν ο Ολυμπιακός είχε μια κάποια, έστω στοιχειώδη, βελτίωση, δεν θα γέμιζε την μπάλα από τη σέντρα στα πρώτα λεπτά τελικού Κυπέλλου απέναντι στον Αστέρα. Κι αν υπήρχε τουλάχιστον κάποια λογική, δεν θα βλέπαμε να μένουν εκτός αποστολής Βλαχοδήμος και Φετφατζίδης και ξαφνικά να μπαίνει στον τελικό ο Πίνο, που είχε να παίξει απ’τον Γενάρη, έπεσε κάτω τις περισσότερες φορές που ήρθε σ’επαφή με την μπάλα και την επόμενη μέρα βαθμολογήθηκε με 6.5 από τις εφημερίδες.

Κι έτσι, ο Μάιος μας βρίσκει με τον Ολυμπιακό να έχει κερδίσει ένα ακόμα νταμπλ, με την ιδιαιτερότητα πως το φετινό το κέρδισε με νούμερα που παραπέμπουν σε μικρομεσαία ομάδα και τη χειρότερη αγωνιστική εικόνα που είχε ποτέ νταμπλούχος. Εκτός κι αν εσείς θυμάστε κάποια χειρότερη.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ