ΣΤΗΛΕΣ

Κέντρο Διασκεδάσεως

default image

“Ηταν η ζωή μου κόλαση…
και την έκανες απόλαυση!”

“Γεια σου Φερέρ!”

“Ε ρε γλέντια!!”

“Ωπα!”

“Κι άλλο! Κι άλλο!”

“…..”

“Ποιος πετάει λουλούδια ρε;”

“Εγώ!!”

“…..”

“Κόουτς μου έκανε εντύπωση που τραγουδάς τόσο καλά…”

“Μόνο αυτό σου έκανε εντύπωση απ’όλα αυτά που είδες;…”



Δυο φίλοι, ο Τάκης και ο Κώστας συναντιούνται μετά από χρόνια στο δρόμο. Πάνε για ένα καφέ να τα πούνε.
Τάκης: Πως είναι η οικογένεια ρε Κώστα;
Κώστας: Καλά ρε Τάκη, αλλά να…είχαμε στεναχώριες με την κόρη.
Τάκης: Τι έγινε ρε συ;
Κώστας: Να, παντρεύτηκε πριν 4 χρόνια… ένα πλούσιο παιδί… κάναμε ένα γάμο… άλλο πράμα, τι να σου λέω Γλεντάγαμε 4 μέρες. Αλλά τι τα θες… χωρίσανε τα παιδιά… Να ταν μόνο αυτό; Ξαναπαντρεύτηκε. Ένα παλικάρι …δεν ήξερε τι είχε ο πατέρας του… κάναμε ένα γάμο… φαγητά κρασιά πολύ πράμα, τι να σου λέω… Γλεντάγαμε 3 μέρες… Αλλά τι τα θες… χωρίσανε τα παιδιά…
Τάκης: Κρίμα!!!
Κώστας: Ναι κρίμα όμως πάλι γιατί το κορίτσι μου ξαναπαντρεύτηκε τον γνωστό Κ.Λαλαούνη… Στον γάμο και ποιοι δεν ήρθαν… Χαμός έγινε… αλλά χώρισαν…
Τάκης: ….
Κώστας: Εσύ ρε Τάκη… μια κόρη δεν είχες;;; Τι κάνει;;
Τάκης: Ναι… Κoίτα.. κι εμένα πουτ…α είναι η κόρη μου… αλλά δεν το γλεντάμε και έτσι!!!


Ήταν δύο φίλοι, ένας κουτσός και ένας καμπούρης και κάθε Παρασκευή πηγαίναν στο στέκι τους να τα πιούνε.
Ένα βράδυ στην επιστροφή ο καμπούρης, λιώμα στο ποτό, μπερδεύεται και μπαίνει στο νεκροταφείο.
Εκεί που προχωρούσε, βλέπεί ένα φάντασμα:
– Μπου! Τι κάνεις εσύ εδώ πέρα;
– Σπίτι μου πάω, λέει ο καμπούρης τρέμοντας.
– Συγγνώμη κιόλας, λέει το φάντασμα, αλλά ξέρεις, πρέπει να σε σκοτώσω.
– Μη σε παρακαλώ. Δεν με λυπάσαι; Καμπούρης άνθρωπος;
– Καμπούρης, ε; λέει το φάντασμα σκεφτικό.
“Τσαπ” κάνει μάγια στον καμπούρη και του εξαφανίζει την καμπούρα!
Ευχαριστεί ο καμπούρης το φάντασμα και φεύγει.
Την άλλη βδομάδα ξανασυναντιέται ο πρώην-καμπούρης με τον κουτσό.
– Ρε τι έγινε; Που πήγε η καμπούρα σου;
– Ω! Που να στα λέω. Όταν τις προάλλες έφυγα από το μπαρ πέρασα κατά λάθος μέσα από το νεκροταφείο. Εκεί είδα ένα φάντασμα που πήγε να με σκοτώσει, αλλά του είπα για τη καμπούρα μου, με λυπήθηκε και μου εξαφάνισε την καμπούρα.
Το ακούει ο κουτσός, και το φεύγοντας από το μπαρ, μπαίνει και αυτός μέσα από νεκροταφείο με την ελπίδα ότι θα του φτιάξει και αυτού το πόδι.
– Μπου! Τι κάνεις εδώ πέρα, λέει το φάντασμα.
– Τι να κάνω, σπίτι μου πάω!
– Συγγνώμη κιόλας, λέει το φάντασμα, αλλά ξέρεις, πρέπει να σε σκοτώσω.
– Μη σε παρακαλώ. Δεν με λυπάσαι; Κουτσός άνθρωπος;
– Κουτσός, ε; λέει το φάντασμα σκεφτικό. Καμπούρα έχεις;
– Όχι!
– Πάρε μία!



Με την υπογραφή…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ