ΣΤΗΛΕΣ

Fantastic Four

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε θα μείνει στην ιστορία ως αυτό των αγγλικών αποχωρήσεων. Αγωνίστηκαν για τελευταία ποδοσφαιριστές - σύμβολα του αγγλικού ποδοσφαίρου για την τελευταία 15ετία. Ο Τζέιμι Κάραγκερ, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ, ο Πολ Σκόουλς, αλλά κι ο Μάικλ Όουεν, που πέρασε απαρατήρητος.

Fantastic Four

Για τον Κάραγκερ έγραψα όταν ανακοίνωσε πως στο τέλος της χρονιάς θα αποχωρήσει. Το μόνο που μπορεί να προστεθεί στο τότε κείμενο είναι πως η Λίβερπουλ κι ο ίδιος φρόντισαν να φύγει όπως του άξιζε. Αρχηγός στο τελευταίο του παιχνίδι, με το κορεό στο Kop, τους παίκτες να σχηματίζουν τον “διάδρομο της τιμής” και τον ίδιο να μπαίνει στο γήπεδο με τα παιδιά του, να κρατάει για 200η και τελευταία φορά το μηδέν στην άμυνα και να έχει δοκάρι, ίσως στο καλύτερο σουτ της καριέρας του.

Μπέκαμ

Ο Μπέκαμ συγκίνησε στο αντίο του, αφού ελάχιστοι περίμεναν πως θα τον δουν να αποχωρεί δακρυσμένος, όταν έγινε αλλαγή στο 82′. Η ποδοσφαιρική ιστορία του “Μπεκς” πάντα μου έφερνε στο νου αυτή του Τζορτζ Μπεστ, άσχετα αν η ποδοσφαιρική τους κλάση δεν ήταν ίδια. Ο Μπεστ είχε συνοψίσει όλη του την πορεία σε μια φράση: “Αν είχα γεννηθεί άσχημος, δεν θα είχατε ακούσει ποτέ για τον Πελέ”.

Ο Βορειοϊρλανδός είχε καταλάβει πως ο Θεός του έδωσε χαρίσματα που ήταν πολλά για να τα σηκώσει. Η εξωτερική του εμφάνιση τον έκανε τον πρώτο ποδοσφαιριστή σταρ, αυτόν που βάφτισαν “πέμπτο Μπιτλ” κι αυτός ο συνδυασμός ομορφιάς και ταλέντου ήταν που κατέστρεψε νωρίς την καριέρα του και τον έκανε να ξοδέψει τα καλύτερα του χρόνια στο αλκόολ, στα πάρτι και στις γυναίκες.

Ο Μπέκαμ δεν ήταν φυσικά ποδοσφαιρικό ταλέντο ισάξιο του Μπεστ, όμως ήταν κι αυτός μια φιγούρα που έμοιαζε βγαλμένη από τον χώρο της show biz κι όχι του ποδοσφαίρου. Όμως, ο Μπέκαμ δεν ήταν στην δεκαετία του ’60 για να μην ξέρει πώς να διαχειριστεί κάτι τέτοιο και χειρίστηκε το συνδυασμό εμφάνισης και τα ταλέντου με τρόπο μοναδικό.

Έτσι, παρότι η ποδοσφαιρική του καριέρα ήταν πετυχημένη και του χάρισε πολλούς τίτλους, αυτή έξω από τα γήπεδα θα μείνει στην ιστορία ως η καλύτερη που έχει κάνει ποτέ ποδοσφαιριστής. Βαφτίστηκε ως “ο ποδοσφαιριστής γι’αυτούς που δεν τους αρέσει το ποδόσφαιρο”, ένα brand name χωρίς σύνορα, πετυχημένο κι αναγνωρίσιμο σ’ όλη τη γη, που του απέφερε τεράστια κέρδη και θα συνεχίσει να το κάνει για πολλά χρόνια ακόμα.

Αυτός που σίγουρα αδικήθηκε απ’ αυτήν την εξέλιξη είναι ο ποδοσφαιριστής Μπέκαμ. Ακόμα κι οι πιο φανατικοί του οπαδοί δεν τον θεωρούν μεταξύ των κορυφαίων όλων των εποχών, αλλά η αλήθεια είναι πως ο περισσότερος κόσμος τον θεωρεί πια πολύ κατώτερο ποδοσφαιριστή απ’ ο,τι πραγματικά υπήρξε.

Η εικόνα του σταρ, με τα πολλά κουρέματα και τις αμέτρητες διαφημίσεις, υπερίσχυσε της εικόνας ενός παίκτη που δεν είχε μόνο καλή σέντρα και εκτελέσεις στημένων, αλλά ήταν ένας ακούραστος εργάτης που έτρεχε όλο το γήπεδο κι έδινε τα πάντα στην ομάδα του. Στα τελευταία καλά του χρόνια στην Γιουνάιτεντ, ο Μπέκαμ ήταν αυτός που πρωταγωνιστούσε όταν π.χ η Γιουνάιτεντ ήθελε γκολ στο “Ολντ Τράφορντ”. Όχι ο Κιν, ο Σκόουλς, ο Γκιγκς, αλλά ο Μπέκαμ, αυτός ήταν ο ηγέτης.

Ακόμα και σε μία από τις πιο διάσημες παραστάσεις του, ήταν γραφτό να μείνει στην ιστορία το φάουλ κι όχι όσα είχαν προηγηθεί. Όμως εκείνο το απόγευμα στο “Ολντ Τράφορντ” κόντρα στην Ελλάδα, ο Μπέκαμ έκανε τα πάντα για να προκριθεί μια πραγματικά άθλια Αγγλία και να γυρίσει εντελώς το κλίμα υπέρ του, να γίνει ο απόλυτος ήρωας, ενώ είχε περάσει τρία χρόνια ως ο μεγαλύτερος προδότης.

Σκόουλς

Τον Σκόουλς τον είχα αποχαιρετήσει με κείμενο στην προ διετίας αποχώρησή του. Πιστός στρατιώτης του Φέργκιουσον και της Γιουνάιτεντ, ο Σκόουλς όχι μόνο γύρισε όταν του ζητήθηκε πέρυσι, αλλά έμεινε για ακόμη ένα χρόνο, για να βοηθήσει στα 38 του.

Ο Ζιντάν κάποτε τον χαρακτήρισε ως τον πιο δύσκολο αντίπαλο που είχε, τον καλύτερο μέσο της γενιάς του. Πάντα πίστευα πως η δόση υπερβολής που έχει η δήλωση του Ζιντάν ήταν γιατί ο Γάλλος ήθελε να ανεβάσει τον Σκόουλς, αισθανόμενος πιθανώς πως ο Άγγλος δεν είχε την αναγνώριση που του άξιζε.

Το αγγλικό ποδόσφαιρο έβγαλε άλλου τύπου κεντρικούς μέσους στα πρόσωπα των Λάμπαρντ και Τζέραρντ. Πιο ψηλοί, πιο δυνατοί, πιο ωραίοι, πιο “σύγχρονοι”. Το παρουσιαστικό του Σκόουλς έμοιαζε εικόνα βγαλμένη από το παρελθόν, όμως αυτό ήταν και το μεγαλείο του. Όσα του έλειπαν, τα αναπλήρωνε η απαράμιλλη τεχνική του και κυρίως το κοφτερό μυαλό του. Ικανότητα στην πάσα, καταπληκτικά σουτ, σπάνιο ένστικτο στις προωθήσεις στην περιοχή.

Πριν από δυο χρόνια έγραψα πως το ποδόσφαιρο “επιστρέφει” σε παίκτες με τα δικά του προσόντα και πως ο Βενγκέρ είναι ο μόνος που φρόντισε να βγάλει τέτοιον παίκτη, τον Γουΐλσιρ. Δυο χρόνια μετά οι τραυματισμοί τον έχουν κρατήσει πίσω και μέχρι στιγμής διάδοχος του Σκόουλς δεν υπάρχει στο Νησί. Σε κάθε περίπτωση, ο Σκόουλς θα μας λείψει και προσωπικά η εκτίμησή μου προς το πρόσωπό του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο τα τελευταία δυο χρόνια.

Γιατί δεν μπορείς παρά να θαυμάζεις την αφοσίωση που έδειξε, επιστρέφοντας στη δράση σε τέτοια ηλικία και κυρίως το θάρρος που χρειάζεται για να βγαίνεις στο χορτάρι στα 38, χωρίς να φοβάσαι πως θα χαλάσεις την εικόνα σου.

Όουεν

Τελευταίος, ο Μάικλ Όουεν, του οποίου η αποχώρηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Λογικό αφού εδώ και πολλά χρόνια ζεσταίνει τους πάγκους και τραβάει τα φώτα της δημοσιότητας μόνο όταν τσακώνεται με τον Πιρς Μόργκαν στο twitter. Ο Όουεν είναι το κλασικό παράδειγμα του πως ένα εκπληκτικό ξεκίνημα σε πολύ μικρή ηλικία μπορεί να συντομεύσει μια καριέρα και να φέρει ένα πρόωρο τέλος.

Ο Όουεν δεν σταματάει μικρός, αλλά στην ουσία είναι σαν να έχει σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια. Οι σοβαροί τραυματισμοί τον τσάκισαν και δεν μπορείς παρά να σκεφτείς πως του κόστισε το ότι έγινε βασικός και σταρ σε πολύ μικρή ηλικία. Σκόουλς, Κάραγκερ και Μπέκαμ είχαν την πρώτη γεμάτη σεζόν τους στα 21. Ο Όουεν πριν κλείσει τα 21 είχε ήδη γύρω στους 100 αγώνες με Λίβερπουλ και Εθνική, είχε πετύχει πάνω από 50 γκολ και είχε γίνει παγκόσμιος σταρ, χάρις σ’ εκείνο το γκολ κόντρα στην Αργεντινή το 1998.

Κατέπληξε τον κόσμο μέχρι τα 25, όμως δεν κατάφερε ποτέ να επαναλάβει όσα έκανε στο ξεκίνημα. Πικρή απόδειξη πως το “σημασία δεν έχει πως ξεκινάς, αλλά πως τελειώνεις” δεν ισχύει μόνο για τους αγώνες και τις σεζόν, αλλά και για ολόκληρες καριέρες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ