ΣΤΗΛΕΣ

O τρόμος ενώπιον της τελειότητας

default image

Περάσαμε τα μισά της ζωής μας, κι ακόμη στις “αντρικές κουβέντες” για μπάλα (που, κατά βάσιν, δεν είναι ακριβώς αντρικές, είναι και πάντοτε θα είναι… παιδικές έως παιδαριώδεις) ανατρέχουμε σ’ ό,τι προλάβαμε να βιώσουμε, να το δούμε στην πιο τελειοποιημένη μορφή του, όταν ήμασταν στη σημερινή ηλικία των γιων μας. Σαράντα χρόνια πίσω. Ο Αγιαξ του Μίχελς και του Κρόιφ. Οπότε μας είναι μάλλον πολύ εύκολο να καταλάβουμε, και να προβλέψουμε μετά πάσης βεβαιότητος, ότι και τα παιδιά μας όταν φτάσουν στη σημερινή δική μας ηλικία, σαράντα χρόνια μετά, κατά το 2050, ακόμη θ’ ανατρέχουν σ’ ό,τι προλαβαίνουν, τώρα, να βιώνουν. Η Μπαρτσελόνα.

Όχι η Μπαρτσελόνα του Ράικααρντ και του Ροναλντίνιο. Η Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα και του Μέσι. Η Μπαρτσελόνα του Ράικααρντ και του Ροναλντίνιο ήταν, απλώς, πολύ καλή ομάδα. Όσο (πολύ) καλή είναι, πάνω-κάτω, η ομάδα που κάθε Μάιο κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ. Δεν θυμάμαι, κάποια κακή ομάδα ν’ αναδείχθηκε ποτέ πρωταθλήτρια Ευρώπης. Η Μπαρτσελόνα του Ράικααρντ και του Ροναλντίνιο ήταν μία απ’ όλες αυτές. Τις καλές. Η Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα και του Μέσι είναι “άλλο”. Ένα πράγμα που, σεζόν τη σεζόν, μπορεί κανείς να διακρίνει πώς εξελίσσεται, ωριμάζει, πλησιάζει όλο και πιο κοντά στην (θεωρητικά άπιαστη) τελειότητα.

Το 2006 στο Παρίσι ήταν το επιστέγασμα ενός θριάμβου με την πατροπαράδοτη, την κλασική-εικονογραφημένη, συνταγή. Αγορασμένος προπονητής, και αγορασμένοι ποδοσφαιριστές που κόστιζαν ο καθένας κι από μία περιουσία, είτε για να ‘ναι στο πρώτο πλάνο (Ετο’ο, Ντέκο, Ροναλντίνιο, Φαν Μπρόνκχορστ, Λάρσον, Μπελέτι, Φαν Μπόμελ) είτε στο δεύτερο (Ζιουλί, Εντμίλσον, Μάρκες, Σιλβίνιο, Εθκέρο, Μάξι Λόπες). Απ’ τους γηγενείς, σημαντικό ρόλο στην “κατανομή” είχαν ο Ινιέστα, ο Πουγιόλ, ο τερματοφύλακας (Βαλδές), για… άλλοθι καταλανισμού ο Ολεγέρ, τέλος. Ούτε, καν, ο Τσάβι!

Το 2009 στη Ρώμη ο θρίαμβος ήταν ο ίδιος, ο τίτλος, αλλ’ η συνταγή ήδη είχε αλλάξει, μέσα σε μόλις μία τριετία, δραματικά. Ο προπονητής, για πρώτη φορά στα νεότερα χρονικά του mes que un club, ερχόταν «από μέσα». Κοινωνός, ο ίδιος, της παιδείας. Και “αγοραστοί” πρωταγωνιστές ήταν (απ’ την “προηγούμενη” ομάδα μόνον ο Ετο’ο, απ’ τις εν τω μεταξύ μετεγγραφές) ο Ντάνι Αλβες, ο Ανρί, ο Τουρέ, ο Κεϊτά. Σήμερα, ενάμισι χρόνο αργότερα, οι “αγοραστοί” της ενδεκάδας είναι μόνον οι δύο ακραίοι μπακ και ο Βίγια.

Όσο, δε, το πράγμα τελειοποιείται, τόσο… χειρότερο γίνεται γι’ αυτούς που έρχονται απ’ τον έξω κόσμο. Κοστίζουν μια περιουσία, όπως οι παλαιότεροι. Αλλ’ αντιμετωπίζουν απερίγραπτη δυσκολία, να ενταχθούν και ν’ αφομοιωθούν. Ο Ανρί κώλωσε. Από κεντρική φιγούρα έγινε, παιγνίδι το παιγνίδι, μήνα το μήνα, περιφερειακή. Ώσπου έφυγε. Ο μηχανισμός τον “απέβαλε”. Ο Γκούντιονσεν, υπερπολύτιμος οπουδήποτε αλλού, εκεί πέρασε και δεν ακούμπησε. Ο Χλεμπ καταποντίστηκε, αύτανδρος. Φυσικά, πώς αλλιώς, κι ο… Τσιγκρίνσκι.

“Απέτυχε” ως και ο Ιμπραχίμοβιτς που αμέσως, και αφρόνως, απαίτησε “μεταχείριση Μέσι” δίχως να ‘ναι Μέσι και δίχως να σημαίνει για το κλαμπ όσα σημαίνει ο Μέσι. Ο Μασκεράνο, υποτίθεται το όνειρο του κάθε προπονητή, ο αρχηγός της Αργεντινής, αυτόματα βασικός όπου και να πήγαινε, στη Μπάρτσα είναι ένας κανονικός παγκίτης στη σκιά του Μπουσκέτς. Ο φόβος και ο τρόμος, εν ολίγοις, ενός ολόκληρου κόσμου που “ζει” απ’ τη διακίνηση των ποδοσφαιριστών. Σε λίγο (ή, μήπως, ήδη;) κανείς ποδοσφαιριστής της αγοράς δεν θα “κάνει” για να παίζει στη Μπαρτσελόνα!

Αλλ’ αυτός είναι ο φόβος και ο τρόμος για μερικά χαμένα μεροκάματα. Δεν μας κόφτει, κιόλας. Εκείνο που έχουμε λόγο να μας κόφτει, είναι ο φόβος και ο τρόμος ενώπιον της τελειότητας. Πού θα καταλήξει, ενόσω εμείς το απολαμβάνουμε ως τα έγκατα της ψυχής, όλο αυτό. Διότι η τελειότητα, αργά ή γρήγορα, οδηγεί στον παραλογισμό. Κάποτε, τη μπουχτίζεις. Και, τότε, δεν αντέχεις άλλο. Την απορρίπτεις. Γιατί το ποδόσφαιρο ανέκαθεν θέλει, όπως το τάνγκο, δύο. Πού κατέληξε η τελειότητα του Άγιαξ 1970-73, αν το αντλήσουμε ως παράδειγμα, αυτό είναι όντως τρομακτικό.

Το 1970-71 ο κόσμος τον απόλαυσε. Το 1971-72 ο κόσμος εκστασιάστηκε και, το κυριότερο, συνειδητοποίησε την “επανάσταση”. Το 1972-73 ο κόσμος είχε, κιόλας, σκιαχτεί συναισθανόμενος την ισχύ του. Στον τελικό του Βελιγραδίου η Γιουβέντους έφαγε το γκολ στο 5’ κι έπειτα, για 85 λεπτά, έμεινε πίσω ώστε να ηττηθεί… λίγο, πράγμα που το κατάφερε (1-0). Ήταν το τρίτο σερί Πρωταθλητριών του Άγιαξ, αλλ’ οι Ολλανδοί επέστρεψαν στο Άμστερνταμ δύσθυμοι, σχεδόν απογοητευμένοι, με ό,τι είδαν!

Γιατί όπως τώρα στη Βαρκελώνη, έτσι και τότε στο Άμστερνταμ, τα διδασκόμενα βήματα του προτσές είναι τα εξής τρία. Ένα, να παίζουν με τη μπάλα καλά. Δύο, να παίζουν με τη μπάλα σωστά. Τρία, να νικάνε “ως εκ τούτου”. Τρεις στόχοι, μ’ αυτή την αυστηρή σειρά. Η κουλτούρα δεν είναι να πετάγονται απευθείας στο τρίτο, κάτι που θα έδινε ηδονή σε Ιταλούς π.χ., δίχως (να θεωρείται απαραίτητο το να περάσουν πρώτα απ’) το ένα και το δύο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK