Τα λόγια είναι περιττά
Κάθε άνθρωπος έχει τα όρια του. Συχνά η ζωή τον φέρνει μπροστά σε καταστάσεις που δεν μπορεί να αντέξει, δεν μπορεί να σηκώσει. Και δεν μιλάω μόνο για άσχημες στιγμές, χτύπα ξύλο. Δεν λέω μόνο για τραγωδίες, καταστροφές κι άλλα τέτοια, πέρα από τα ανθρώπινα όρια. Ακόμα και ο ανάποδος πόλος, η ομορφιά, η ευτυχία, αν είναι σε υπερβολική δόση, μπορούν να σε κάνουν να πεις “δεν αντέχω”.
Δηλώνω, λοιπόν, σοκαρισμένος. Έχω συγκλονιστεί από το γεγονός, που λέει κι ο Πιλαλί. Δεν αντέχω, δεν μπορώ να ανταποκριθώ, δεν μπορώ να βρω λέξεις να περιγράψω αυτό που νοιώθω. Η έκρηξη αγάπης των Γιαννακόπουλων μ’έχει αφήσει άφωνο. Κι όταν λέμε Γιαννακόπουλους δεν εννοούμε φυσικά Παύλο και Θανάση, αλλά Παύλο και Δημήτρη, ο Θανάσης είναι άλλο κεφάλαιο. Το μεγαλείο τους με έχει κάνει να αισθάνομαι μικρός, ανήμπορος να τους σχολιάσω. Δεν πίστευα πως στις σκληρές εποχές που ζούμε υπάρχουν άνθρωποι με τόση αγάπη μέσα τους.
Τί να πω εγώ ο ταπεινός, όταν αυτοί οι άνθρωποι έχουν τέτοια άδολη αγάπη για τον Παναθηναϊκό; Τί να σχολιάσω, όταν τους βλέπω να παραμερίζουν κάθε προσωπικό συμφέρον, κάθε φιλοδοξία, κάθε ματαιοδοξία μπροστά στο κοινό καλό; Νομίζετε πως είναι εύκολο; Κάνετε λάθος. Πρέπει να είσαι πολύ μεγάλος σαν άντρας για να μπορείς να δείχνεις τέτοια μεγαλοψυχία, για να μπορείς να παραμερίζεις κάθε “εγώ”, για να έχεις μοναδικό γνώμονα τη συνολική ευημερία.
Τα λόγια είναι περιττά, ειδικά όταν όλοι εμείς είμαστε πολύ μικροί για να κρίνουμε κάτι τόσο μεγάλο. Η ιστορία θα αποφανθεί. Τρέχει σαν τον Λούη λέμε. Πολεμάει σαν τον Αχιλλέα. Κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα σαν τον Ναπολέοντα. Είναι δυνατός σαν τον Ηρακλή. Όμορφος σαν τον Απόλλωνα. Ηρωικός σαν τον Λεωνίδα. Πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα. Πλέον ο Παύλος με τον Δημήτρη θα μείνουν στους αιώνες ως ένα δίδυμο συνώνυμο του αλτρουϊσμού, της άδολης αγάπης, της ομόνοιας και της ενότητας, του απόλυτου καλού. Υποκλίνομαι.
Πάμε στα μικρά, σε αυτά που ταιριάζουν σε εμάς, τους συνηθισμένους ανθρώπους. Το ματς της ΑΕΚ με τον Ολυμπιακό είναι αγώνας που δύσκολα έχουμε ξανασυναντήσει. Κάποιος μπορεί να το παρομοιάσει με αγώνα παραμονής. Δύο ομάδες στο φινάλε μιας αποτυχημένης σεζόν, να δίνουν το ματς ζωής ή θανάτου, με την μία να καταστρέφεται και την άλλη να θριαμβεύει. Δεν είναι ακριβώς έτσι, αγώνα σαν κι αυτόν δεν έχουμε στο παρελθόν. Δεν θα παίξουν για να θριαμβεύσουν, αλλά για να επιβιώσουν. Κι οι δύο ομάδες παρουσιάζουν εικόνα διάλυσης κι αυτό δεν μπορεί να το αλλάξει ένα ενενηντάλεπτο. Δεν θα σωθούν αν κερδίσουν. Κι οι δύο είναι στον πάτο ενός πηγαδιού, απολύτως δικαιολογημένα, με 100% δικιά τους ευθύνη. Αυτός που θα πάρει το αποτέλεσμα, δεν θα βγει από εκεί, θα παραμείνει και θα έχει μπροστά του ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι ανάκαμψης. Ο χαμένος, όμως, όχι μόνο θα μείνει στον πάτο, αλλά θα νοιώσει σαν να έρθει ένας από πάνω να του πετάει και πέτρες.
Ο νικητής θα πρέπει να χτίσει από την αρχή ένα γκρεμισμένο σπίτι. Ο χαμένος δεν θα βρει ούτε θεμέλια. Κι οι λέξεις “Ρέντη” και “Θρακομακεδόνες” θα αποκτήσουν άλλο νόημα.