ΛεΜπρόν Τζέιμς: βασιλιάς χωρίς στέμμα
Οφείλω λοιπόν μια επιστροφή στο ίδιο θέμα. Πριν από δύο χρόνια είχα κριτικάρει πολύ αρνητικά τον ΛεΜπρόν Τζέιμς και την εικόνα του στους τελικούς του 2011. Δύο χρόνια, δύο δαχτυλίδια και δύο MVP αργότερα, οφείλω μια επανεξέταση. Αναβαθμολόγηση γραπτού, που λέμε όταν μιλάμε για πανελλήνιες.
Η ματιά μου το 2011 ήταν αρνητική εξαιτίας μιας βασικής μου αρχής: όταν μιλάμε για παίκτες του υψηλότερου επιπέδου, σημασία δεν έχει τόσο το τι μπορείς να κάνεις, αλλά το τι επιλέγεις να κάνεις. Ειδικά όταν μιλάμε για μπάσκετ, όπου ο εκάστοτε πρωταγωνιστής μπορεί να είναι πολύ περισσότερο παρεμβατικός απ’ όσο ο αντίστοιχος του ποδοσφαίρου.
Στο τοπ επίπεδο, λοιπόν, είναι σχεδόν δεδομένο πως το αστέρι μπορεί να κάνει (σχεδόν) τα πάντα. Αυτό που κάνει την διαφορά, είναι η ικανότητα στην επιλογή. Όλοι, στην καλή τους μέρα, μπορούν να βάλουν τα πιο δύσκολα καλάθια, να δώσουν τις πιο απίθανες ασίστ, να σαρώσουν όλα τα ριμπάουντ, κτλ. Αυτό που μετράει είναι η συνέπεια, κι όχι οι εξάρσεις. Κι η συνέπεια έρχεται όταν μπορείς να επιλέγεις το σωστό ή έστω το σωστότερο, σε κάθε αγώνα, σε κάθε φάση.
H εμφατική απόδειξη προόδου…
Υπό αυτό το πολύ συγκεκριμένο πρίσμα, ο Λεμπρόν με είχε απογοητεύσει το 2011, σε βαθμό που να με κάνει να τον κράζω. Δεν με ενοχλούσε η αποτυχία, με ενοχλούσε η εικόνα ενός παίκτη που τα “μπορώ” του είναι πολύ περισσότερα από τα “ξέρω” του. Λάθος επιλογές, κακές επιθέσεις. Μεγάλη θέληση, αλλά χωρίς την απαραίτητη ωριμότητα, χωρίς το απαιτούμενο “διάβασμα”. Αυτά έβλεπα και δεν τ’ αλλάζω.
Αυτό που σίγουρα άλλαξε δεν είναι η οπτική μου, αλλά ο ίδιος ο ΛεΜπρόν. Όχι επειδή τελικώς πήρε και το πρώτο αλλά και το δεύτερο δαχτυλίδι με το Μαϊάμι. Θα μπορούσε και να μην είχε κάνει το repeat, αφού άλλωστε έφτασε πολύ κοντά στην ήττα με τα όσα έγιναν στο έκτο παιχνίδι. Όμως, ανεξαρτήτως επιτυχίας ή όχι, η παρουσία του στα φετινά play-offs ήταν εμφατική απόδειξη προόδου.
Σ’ όσα ματς ξενύχτησα να τον παρακολουθήσω είδα έναν παίκτη που όχι μόνο κυριαρχούσε και στις δύο πλευρές του παρκέ, αλλά κυρίως είχε την ωριμότητα που αρμόζει σε κάποιον που είναι και θέλει να αποκαλείται κορυφαίος. Αυτήν που μου έλειπε κάθε φορά που έβλεπα τον Κόμπε Μπράιαντ να γράφει στα παλιά του τα παπούτσια κάθε μπασκετική λογική και να αγωνίζεται ακόμα και μετά τα 30 σαν 20χρονος που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι ο εαυτός του.
Το μεστό παιχνίδι του Τζέιμς…
Αυτήν που μου έλειπε από τον ΛεΜπρόν του 2011, αλλά είδα ξεκάθαρα σ’ αυτόν του 2013. Καλύτερες προσπάθειες, καλύτερες επιλογές, μαζί με την κλασική προσφορά της άμυνας, των ριμπάουντ και των ασίστ. Όχι, δεν έλειπαν οι κακές στιγμές, όπως αυτές στο τέλος του έκτου αγώνα, αλλά η διαφορά ήταν ορατή και θα ήμουν εμπαθής αν δεν την παραδεχόμουν. Το σύνολο του παιχνιδιού είναι πια μεστό, στρωτό και πλέον, απόλυτα κυριαρχικό.
Προφανώς κι ακόμα δεν είναι όλα τέλεια. Το κρεσέντο έξω από τη γραμμή των τριών πόντων στον έβδομο τελικό δεν αλλάζει το γεγονός πως η ευστοχία μακριά από τη ρακέτα δεν είναι αυτή που αρμόζει σε κορυφαίο, πράγμα που αποτυπώνεται στο γράφημα με τις επιδόσεις του Λεμπρόν στα φετινά play-off. Οι Σπερς του έδωσαν ελεύθερα τρίποντα και προφανώς είχαν λόγους που το έκαναν, ασχέτως του αν ο Τζέιμς δικαιούται όλο το κρέντιτ που τους τιμώρησε.
Ανεξαρτήτως των τρίποντων του έβδομου αγώνα, οι επιλογές ήταν σωστές και στα κρίσιμα ο ΛεΜπρόν αγωνίστηκε ως όφειλε. Το θέμα δεν είναι οτι έβαλε τα κρίσιμα σουτ, αλλά οτι πήρε σωστά σουτ. Σαν τα δύο από τα έξι μέτρα που έβαλε στο τέλος του έβδομου αγώνα, όταν βρέθηκε με αντίπαλο τον Ντάνκαν, τον έπαιξε σωστά κι ευστόχησε. Μέσα ή έξω, η επιλογή κι η εκτέλεση ήταν η σωστή.
Στα 28 του ο Λεμπρόν πιστοποίησε εμφατικά πως είναι ο κορυφαίος αυτή τη στιγμή. Στο ερώτημα του αν είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών, η απάντηση είναι όχι. Πρώτον, γιατί ακόμα έχει πολλά να κάνει και να πετύχει. Δεύτερον, γιατί μια τέτοια αναγνώριση δεν επιδέχεται αμφισβητήσεων.
Δεν έχει ξεπεράσει τον Τζόρνταν…
Όταν ο Τζόρνταν ανακηρύχθηκε ως ο κορυφαίος όλων των εποχών δεν είχε ακόμα τελειώσει την καριέρα του και κυρίως δεν υπήρξε αμφισβήτηση του τίτλου. Δεν υπήρξαν πολύ να διαφωνήσουν με τον Μάτζικ, τον Μπερντ, τον Μπάρκλεϊ, τον Στερν, τους άλλους αστέρες και τους δημοσιογράφους που τον χαρακτήριζαν έτσι. Η αποδοχή του τίτλου δεν ήταν καθολική, αφού κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατο, αλλά σίγουρα είχε την αποδοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας. Δεν υπήρχε σοβαρό debate, ο MJ ήταν στην κορυφή.
Καλώς ή κακώς, τον τίτλο του κορυφαίου όλων των εποχών (φτάνεις να) τον αξίζεις μόνο όταν σου απονέμεται χωρίς διαμάχες κι αμφιβολίες. Και μόνο το γεγονός πως υπάρχει διαμάχη, αρκεί για να αποδείξει πως ο ΛεΜπρόν δεν είναι ο κορυφαίος. Κατά την ταπεινή μου άποψη, δικαίως αμφισβητείται. Έχει ακόμα να πετύχει πάρα πολλά για να φτάσει τον Τζόρνταν, πόσω μάλλον να τον ξεπεράσει.
Κι όταν λέω πάρα πολλά δεν μιλάω μόνο για δαχτυλίδια και βραβεία MVP κανονικής περιόδου και τελικών. Άλλωστε ο Τζόρνταν δεν αναδείχθηκε κορυφαίος επειδή πήρε τους περισσότερους τίτλους, αλλά για ένα συνολικό πακέτο ικανοτήτων, επιτυχιών και ρεκόρ που όμοιο του δεν παρουσίασε ποτέ κανείς. Ακόμα δεν το έχει παρουσιάσει κανένας και αμφιβάλω αν θα συμβεί.
Ο κυριαρχικός ΛεΜπρόν…
Προς το παρόν ο ΛεΜπρόν Τζέιμς είναι ο καλύτερος εν ενεργεία και σίγουρα ένας από τους πιο κυριαρχικούς παίκτες που έχει παρουσιάσει ποτέ το άθλημα. Μπορεί να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο, πάντα στον τομέα των επιλογών που συζητήσαμε στην αρχή. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι λίγα τα όσα παρουσιάζει μέχρι στιγμής και είναι ήδη βελτιωμένος, κάτι που προσωπικά δεν είδα ποτέ από τον αδιόρθωτο Κόμπι.
Κι αν στο τέλος το ταμείο τον βρει να είναι αδιαμφισβήτητα ο δεύτερος κι ο μοναδικός που μπορεί να μπει σε debate με τον Τζόρνταν, δεν θα είναι κι άσχημα.
Διαβάστε ακόμη:
Σχόλιο Τάσος Μαγουλάς: Ο καλύτερος. Ever;