Οι κριτικοί της… φουστανέλας
Οι 11.000.000 προπονητές ας σκίσουν τα διπλώματά τους, γιατί τα έκαναν "σαλάτα" στο Euro 2012. Θα έχουν δίκιο, μόνο εάν η Εθνική Ελλάδας δεν ξαναβρεθεί στις 8 καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Γιατί αυτός πρέπει να είναι ο στόχος, αλλά από εδώ και πέρα.
Ο Φερνάντο Σάντος έγινε (ξανά) “καρπουζάς από το Εστορίλ” επειδή δεν εμπιστεύθηκε το Γιάννη Φετφατζίδη, τον Κώστα Μήτρογλου και τον Κώστα Φορτούνη, ώστε να διεκδικήσει με πιο πιεστικό τρόπο τις πιθανότητες της Εθνικής Ελλάδας να ενταχθεί στις 4 καλύτερες ομάδες της Ευρώπης; Το προνόμιο, δηλαδή, να αναφέρεται ο περίγελος του 4-4-2 στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 μαζί με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία στην ίδια πρόταση; Αυτή είναι η αποτυχία της Εθνικής; Ή μήπως η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει το 3/3 στη φάση των ομίλων, οπότε δεν πήρε το καλύτερο δυνατό σε αυτά τα ματς (και… αρκέστηκε σε συγκομιδή ακριβώς ίδια με το 2004 στο γκρουπ);
Εάν γι’ αυτούς τους λόγους μεμφόμαστε τόσο πολύ τον Πορτογάλο τεχνικό -που μόνο αλάνθαστος δεν ήταν σε αυτό το Euro, αλλά σε κάθε ημίχρονο αποδείκνυε ότι δεν πήρε… νύχτα το δίπλωμα προπονητικής-, τότε φαντάζομαι όσοι ασκούν κριτική για τους παίκτες που δεν χρησιμοποίησε, ζούσαν τη φετινή χρονιά στη Γερμανία της Άνγκελα Μέρκελ και στο Βανουατού του Ιόλου Αμπίλ. Διότι εάν ζούσαν στην Ελλάδα, προφανώς δεν θα άφηναν τον Ερνέστο Βαλβέρδε να ολοκληρώσει τη σεζόν στον Ολυμπιακό, έχοντας διώξει το Μήτρογλου και παραγκωνίσει το Φετφατζίδη ή τον Ζεσουάλδο Φερέιρα να ανανεώσει στον Παναθηναϊκό, έχοντας αψηφίσει πέρυσι το καλοκαίρι το Φορτούνη κι αφήνοντας στον πάγκο τον αρχηγό της Εθνικής, Γιώργο Καραγκούνη.
Η επιλογή του μηδενισμού είναι “δίκοπο” μαχαίρι. Κοινώς, όπως μάθαμε από κάθε αστυνομική ταινία που σέβεται τον εαυτό της, “ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου”. Κατά συνέπεια, οι διεθνείς δεν έγιναν ποτέ Θεοί του Ολύμπου όταν κέρδισαν τη Ρωσία και προκρίθηκαν στα προημιτελικά, καταγράφοντας τη 2η σημαντικότερη επιτυχία στην ιστορία της Εθνικής ομάδας. Την ίδια μπάλα γνώριζαν στις 19:06 της Τρίτης 12 Ιουνίου, όταν δέχονταν το 2ο τέρμα στο ματς με την Τσεχία, την ίδια μπάλα γνώριζαν και στις 22:31 του Σαββάτου 16 Ιουνίου , όταν ο Καραγκούνης έκανε το 1-0 απέναντι στους Ρώσους. Αντιστοίχως, ουδείς είναι ικανός να αγωνίζεται μόνο στη χώρα του κυρίου Αμπίλ. Και ναι, ο Φετφατζίδης θα μπορούσε να αγωνιστεί κάποια λεπτά στο ματς με τους Τσέχους, αλλά ο Σάντος εξακολουθεί να είναι καλύτερος προπονητής από 11.000.000 συναδέλφους του και μετά τον αποκλεισμό από τη Γερμανία.
Μία εποικοδομητική κριτική που μπορεί να ασκηθεί, αφορά συνολικά τους στόχους που οφείλει να θέτει πλέον η Εθνική ομάδα, πριν από κάθε διοργάνωση. Όταν το 2004 η Ελλάδα στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης, από φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, ο αντικειμενικός σκοπός της παρουσίας της σε προκριματικές διαδικασίες μεγάλων διοργανώσεων έγινε το “εισιτήριο” για τις τελικές φάσεις. Κάθε αποκλεισμός (πχ. Μουντιάλ 2006), δηλαδή κάθε φορά που η Εθνική ομάδα επαναλάμβανε πορείες που πραγματοποιούσε εδώ και 50 χρόνια σε προκριματικά (με εξαίρεση τις περιπτώσεις του 1980 και του 1994), το θεωρούσαμε (και θεωρούσανε και στους “κόλπους” της Εθνικής) αποτυχία.
Αυτό ονομάζεται πρόοδος, μόνο που 8 χρόνια μετά, με μία πρόκριση σε Μουντιάλ, δύο προκρίσεις σε Euro και μία παρουσία σε προημιτελικά Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, ήρθε η ώρα για ακόμα μία πρόοδο. Ήρθε η ώρα η Εθνική Ελλάδας να ανεβάσει τον πήχη των στόχων της ένα σκαλοπάτι ψηλότερα.
Ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο επίπεδο; Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε τη βαθμολογία της UEFA. Η Εθνική Ελλάδας, τον Ιούνιο του 2012, καταλαμβάνει τη 10η θέση, ήτοι βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της πρώτης 8άδας χωρών (όπου στριμώχνονται Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Πορτογαλία, Ολλανδία και λοιπές) και στις πρώτες θέσεις της δεύτερης 8άδας (όπου Ρωσία, Ουκρανία, Τουρκία, Βέλγιο, Δανία και μερικές ακόμα διεκδικούν κάτι παραπάνω από 15 λεπτά δημοσιότητας). Η παραμονή σε αυτά τα επίπεδα και ει δυνατό στο πρώτο εξ αυτών, ήτοι η παρουσία στα προημιτελικά των επερχόμενων Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων ή στη φάση των 16 των επόμενων Παγκοσμίων Κυπέλλων μπορούν να οριοθετήσουν την επόμενη αποστολή της νέας γενιάς διεθνών.
Σε μία τέτοια περίπτωση δηλαδή, να μην πανηγυρίζουμε που η Ελλάδα δεν τερμάτισε τελευταία σε ένα τουρνουά 16 ευρωπαϊκών ομάδων (όπως είχε κάνει το 2008) και που προκρίθηκε στις 8 καλύτερες ομάδες, αφού όπως γίνεται φανερό, τη δεκαετία που διανύουμε εκεί είναι πάνω-κάτω η θέση της. Στην πρώτη με δεύτερη ταχύτητα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Και για να μείνει εκεί, εκτός από τις απαραίτητες κινήσεις εντός των τειχών του ελληνικού πρωταθλήματος (που τόσο γλαφυρά περιέγραψε ο Κώστας Κατσουράνης με τη φράση “από το περυσινό καλοκαίρι που τρέχαμε στα δικαστήρια για την υπόθεση των στημένων αγώνων, το φετινό φτάσαμε στους “8” της Ευρώπης), πρέπει να… επαναδιαπραγματευτούμε το τι θεωρούμε επιτυχία και τι όχι από το 2014 κι έπειτα.
Μόνο τότε θα αξιώνουμε από τον οποιονδήποτε προπονητή να οδηγεί απαρέγκλιτα την Εθνική ομάδα μία “ανάσα” από ημιτελικά μεγάλων διοργανώσεων, χωρίς να διατρέχουμε τον κίνδυνο να γίνουμε γραφικοί.
ΥΓ 1: Και τώρα που δεν διώξαμε τους Γερμανούς από το Euro, τι; Σωφροσύνη-φουστανέλα, διπλό ημίχρονο, διπλό τελικό.
ΥΓ 2: Ο φωτεινός πίνακας έγραψε 4-2, η Wikipedia έγραψε 4-2, το Contra.gr έγραψε 4-2 (ακόμα κι αν θα μπορούσε να είναι 10-0). Ένα σκορ άκρως τιμητικό για ήττα απέναντι σε μία εκ των κορυφαίων “νάτσιοναλμανσαφτ” της ιστορίας. Ένα σκορ που σε διπλά παιχνίδια στο Champions League θα κρατούσε “ζωντανό” τον ηττημένο, εάν είχε τον επαναληπτικό στην έδρα του, μια και θα του αρκούσε ένα 2-0!