Ο παθιασμένος Εντσο Μπέαρτζοτ
Ο Εντσο Μπέαρτζοτ ήταν παθιασμένος με την Ηθική του Παιγνιδιού. Αυτό έκανε να ‘ναι άγχος του, το πώς θα τραβήξει το ιταλικό ποδόσφαιρο απ’ τον βούρκο του αρνητισμού στον οποίον είχε βαλτώσει στη ροή των ’70s, και που ο ίδιος τον απεχθανόταν σαν φιλοσοφία. Η (πρώτη) ευκαιρία του ήταν το Μουντιάλ ’78. Η Ιταλία ως συνήθως πριν τα Μουντιάλ, έτσι και τότε, εμφανιζόταν ελάχιστα ενδιαφέρουσα. Ξεγραμμένη, περίπου όσο και το 2006.
Μολονότι είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν μερικοί ελκυστικοί νέοι παίκτες, σαν τον Καμπρίνι ή τον Ρόσι. Ιδίως, ένας λίμπερο που δεν ήταν στατικός όπως ο βετεράνος πιά Φακέτι αλλά μπαλαδόρος. Ο (μακαρίτης) Σιρέα. Ο τραυματισμός του Φακέτι άνοιξε τον δρόμο στον Σιρέα. Μια ευλογία.
Μια άλλη ευλογία ήταν ότι, μπαίνοντας στο τουρνουά, έφαγαν στη Μαρ ντελ Πλάτα την κεφαλιά-γκολ του Γάλλου Λακόμπ στο 37ο δευτερόλεπτο του πρώτου ματς! Η ευλογία ήταν ότι, αναγκαστικά, το 1-0 τους έβγαλε απ’ το καβούκι και τους ώθησε ν’ (αντ)επιτεθούν. Το γύρισαν, έτσι (2-1). Συνειδητοποίησαν πως ξέρουν και μπορούν, να παίξουν όπως κήρυττε ο προπονητής τους. Με τους Γάλλους, οι Ιταλοί μοιράζονταν το ίδιο ξενοδοχείο. Οπου ο Μπέαρτζοτ είχε αποκλείσει το να κυκλοφορούν, εκεί μέσα, οι ιταλικές εφημερίδες! Εκείνες τις ημέρες της συνύπαρξης, ο νεανίας Πλατινί (έγραψε την Τρίτη στην ιστοσελίδα της UEFA ότι) λάτρεψε τον Μπέαρτζοτ. Είχα δει το ματς, Ιταλία-Γαλλία, σε μια βιτρίνα καταστήματος ηλεκτρικών ειδών της Θησέως, στην Καλλιθέα, σε έγχρωμη (ενώ στα σπίτια μας, ακόμη, είχαμε την ασπρόμαυρη) τηλεόραση.
Ξαναπήγα στο μαγαζί, για το Ιταλία-Αργεντινή. Μπέτεγκα, 1-0. Το μοναδικό απ’ τα ματς της οικοδέσποινας Αργεντινής, με φίφτι-φίφτι διαιτησία! Ηταν ένας κοντός Ισραηλινός, κοντός αλλά με κάτι guts…να μετά συγχωρήσεως, ο Κλάιν, με διαφορά ο κορυφαίος ρέφερι στον κόσμο. Εννοείται πως η Αργεντινή μερίμνησε να μη τον ξαναβρεί ποτέ, ως και τον τελικό, μπροστά της. Η συνήθεια της έγχρωμης TV, στο μεταξύ, γινόταν λατρεία. Εναντίον των Γερμανών μετά, εκείνοι που πάρκαραν το πούλμαν μπροστά στην εστία, ποιός να το ‘λέγε, δεν ήταν οι Ιταλοί. Το κατενάτσιο το έπαιξε η Γερμανία. Ο Αντονιόνι έκανε ό,τι ήθελε τον Μπόνχοφ κι ο Ρουμενίγκε γύριζε να παίξει δεξιός μπακ. Με κάποιον τρόπο, η Γερμανία άντεξε (0-0).
Ο τρόπος ήταν ότι “εξολόθρευσαν” τον βιρτουόζο Αντονιόνι. Ο αρχηγός της Φιορεντίνα δεν ξανάπαιξε, στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο “ημιτελικός” της Ιταλίας ήταν η στάση-Ολλανδία. Η στιγμή που ο Χάαν “πήρε μέσα” τα χέρια του Τζοφ. Από 0-1, 2-1. Οι Ιταλοί το είχαν υπό τον έλεγχό τους. Ολο το ματς αναποδογύρισε στην κίτρινη κάρτα του Μπενέτι, ενός χαφ-ρότβαϊλερ που έκανε την ιταλική καρδιά να χτυπά. Ηταν η κάρτα που θα τον άφηνε εκτός τελικού, σε πρόκριση της Ιταλίας. Ο Μπενέτι κατέρρευσε. Κατέρρευσε κι η Ιταλία. Εχασε, με πανομοιότυπο τρόπο, και τον μικρό τελικό απ’ τους Βραζιλιάνους.
Είχε παίξει, όμως, το…μη αναμενόμενο. Με το όποιο κριτήριο των 14-15 ετών μου, εκτίμησα εκείνη την Ιταλία του ’78 πιο πολύ κι απ’ την Ιταλία του ’82. Μέσα μου, έμεινε σαν καλύτερη ομάδα. Το βράδι της Τρίτης, ημέρας θανάτου του Μπέαρτζοτ, το έλεγα αυτό, για το ’78 και για το ’82, σε μια χαλαρή κουβέντα από τηλεφώνου με τον Θεόδωρο Θεοδωρίδη, νούμερο-3 της UEFA μετά τον Πλατινί και τον Ινφαντίνο. “Δεν ξέρω αν θα σε ικανοποιήσει αυτό που θα σου πω” αποκρίθηκε ο καλός φίλος μου “αλλ’ ακριβώς το ίδιο μου έλεγε σήμερα το πρωί στο γραφείο ο Πλατινί!” Δεν με…ικανοποίησε. Μόνο μ’ έκανε να νιώσω δίμετρος. Με ψήλωσε, καμιά εικοσαριά πόντους.
Το ’82, το ίδιο. Πάλι, δεν τους περίμενε κανείς πριν. Ο Μπέτεγκα ήταν, τώρα, τραυματίας. Κι ο Ρόσι, σχεδόν δύο χρόνια έξω, ντροπιασμένος απ’ το σκάνδαλο με τα στοιχήματα. Επίσης δεν τους άφηνε την παραμικρή τύχη κανείς, μετά τα τρία ματς του γκρουπ στη Γαλικία. Μόνον τα κορίτσια της περιοχής έδιναν σημασία στους, ανέκαθεν περιποιημένους στην τρίχα, Ιταλούς διεθνείς. Αλλά και κανείς δεν είχε αντίρρηση για την παγκόσμια πρωταθλήτρια Ιταλία, μετά τον τελικό. Στην Ισπανία, σε αντίθεση με την Αργεντινή, ιταλικές εφημερίδες διακινούνταν. Και, όπως πάντα, έσκιζαν τους παίκτες προκαταβολικά.
Επιπλέον, ο Μπέαρτζοτ είχε χάσει το ’80 ένα πολύτιμο εργαλείο. Τον υπεύθυνο Τύπου της Σκουάντρα, Τζίτζι Περονάτσε. Πήγε από καρδιά “στα χέρια” του προπονητή. Ενας άνθρωπος-αερόσακκος που ήξερε να κάνει καλά, και γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία, τη δουλειά του. Η λύση που βρέθηκε, ήταν να μη μιλάνε στον Τύπο (διότι, αν μιλούσαν, ήταν σίγουρο ότι θα συγκρούονταν) οι παίκτες. Μιλούσε, μόνον, ο αρχηγός Τζοφ που είχε τον τρόπο και τα ‘φερνε βόλτα μαζί τους. Οι υπόλοιποι ετοιμάζονταν απερίσπαστοι για την έκπληξη που ετοίμαζαν στην υφήλιο. Το πέρασμα, απ’ την ανία στο στιλ. Τα δύο ματς στο, γκρεμισμένο σήμερα, Σαριά. Το παλιό γήπεδο της Εσπανιόλ.
Με την Αργεντινή, στο β’ ημίχρονο Κόντι-Αντονιόνι-Ταρντέλι έκρυψαν τη μπάλα ενώ ο Τζεντίλε τρέλαινε ανελέητα στο κλωτσίδι τον πρωτοεμφανιζόμενο Μαραντόνα. Ενας λόγος, πώς μάρκαρε ο Τζεντίλε, ν’ αλλάξουν οι κανονισμοί για να προστατεύουν τον επιτιθέμενο. Με την (24 σερί ματς αήττητη) Βραζιλία, εξερράγη ο Ρόσι. Ενας αληθινός τελικός. Με διαιτητή τον κοντούλη Ισραηλινό του ’78, τον Κλάιν. Οι Βραζιλιάνοι είχαν το κέντρο-όνειρο, Σερέζο-Φαλκάο-Σόκρατες-Ζίκο, ένα Ζίκο που ούτ’ από Τζεντίλε καταλάβαινε κάτι, αλλ’ η άμυνά τους και η επίθεσή τους ήταν, όχι λιγότερο η μία απ’ την άλλην, εφιάλτης.
Αφού, λοιπόν, η Αργεντινή κι η Βραζιλία παραμέρισαν, η Πολωνία στον ημιτελικό δεν γινόταν να σταθεί εμπόδιο. Δεν υπήρξε, και με τον Μπόνιεκ τιμωρημένο, εμπόδιο. Το μόνο που πέτυχαν οι Πολωνοί ήταν ό,τι οι Γερμανοί το ’78. Να σακατέψουν, ξανά, τον Αντονιόνι! Και να χάσει τον τελικό, στον κολοφώνα του. Ο φυσικός αντικαταστάτης ήταν ο Ντοσένα, επίσης ένας ωραίος μπαλαδόρος. Αλλ’ ο Μπέαρτζοτ δεν έκανε το φυσιολογικό, στον τελικό. Ανέβασε δεκάρι, από αμυντικό χαφ, τον Ταρντέλι. Και στη θέση του Ταρντέλι έριξε ένα 18χρόνο, τον Μπέργκομι, που με τη Βραζιλία τον είχε βάλει στόπερ και με την Πολωνία δεξιό μπακ.
Ο Μπέργκομι θα μάρκαρε τον, έτσι κι αλλιώς…κουτσό λόγω τραυματισμού, Ρουμενίγκε. Ο Τζεντίλε “πήρε” τον Λιτμπάρσκι. Τον εξαφάνισε, και ίχνος δεν έμεινε. Ο Κολοβάτι κατάπιε τον Φίσερ. Η Γερμανία “τελείωσε”. Για κακή τύχη της δε, πριν το εικοσάλεπτο τραυματίστηκε ο τραχύς Γκρατσιάνι και ήλθε στο γήπεδο ο πολύ καλύτερός του, σε κίνηση και τεχνική, Αλτομπέλι. Δεν γλίτωναν, οι Γερμανοί, από πουθενά. Ούτ’ απ’ το χαμένο πέναλτι του Καμπρίνι. Ο δεκαθλητής Μπρίγκελ έγινε κόσκινο στο β’ ημίχρονο, όλα τα γκολ μπήκαν απ’ την πλευρά του, 3-1 λίαν επιεικώς. Ηταν η στιγμή που ο Μπέαρτζοτ μπορούσε, κατ’ άλλους έπρεπε, να χαιρετήσει και να φύγει.
Εμεινε. Αλλά το ’86, στο Μεξικό, οι εθνικοί ήρωες ήταν κατάκοποι πιά. Οχι μόνο λόγω ηλικίας. Τους απομυζούσε το καλύτερο εκείνα τα χρόνια, το πιο απαιτητικό, πρωτάθλημα στον κόσμο. Η δική τους Serie A. Η αποτοξίνωση στο φινάλε της περιόδου, για το Μεξικό, φάνηκε πως δεν πήγε καλά. Με ό,τι είχε απομείνει, κράτησαν τη μετέπειτα θριαμβεύτρια Αργεντινή στο 1-1, ένα ματς στο οποίο ο Μπέαρτζοτ έβαλε τον Μαραντόνα στην ψυχολογική δοκιμασία να τον μαρκάρει ο κολλητός του στη Νάπολι, ο Μπάνι. Σ’ ένα βαθμό, λειτούργησε. Αλλά μετά, με τη Γαλλία του ώριμου πιά Πλατινί, το σχέδιο έπεσε έξω.
Ο Μπέαρτζοτ θυσίασε τον πιο ευρηματικό μέσο του, τον Ντι Τζενάρο, για να παίξει ο Μπέπε (μεγαλύτερος αδελφός του Φράνκο) Μπαρέζι “επάνω” στο νούμερο-δέκα της Γαλλίας. Ο Πλατινί, αν και υπέφερε από τενοντίτιδα, έφτασε ξεκούραστα στο 1-0. Στην ανάπαυλα ο Μπαρέζι έφυγε, ο Ντι Τζενάρο μπήκε. Αργά, για επανορθώσεις. Τα πράγματα δεν γύριζαν πίσω και σύντομα ο Πλατινί έδωσε την ασίστ για το τελειωτικό 2-0. Ο Μπέαρτζοτ άφησε τη θέση του, στον βοηθό Βιτσίνι. Και έξι Ιταλοί διεθνείς, δεν ξανακλήθηκαν ποτέ.