Οι αλήθειες του Σάντος
Ήταν άνοιξη του 1994, λίγες ημέρες πριν η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου αναχωρήσει για τις Η.Π.Α. για να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Με τον Αλκέτα Παναγούλια έχουμε τελειώσει μία μεγάλη συνέντευξη για εφημερίδα και κάναμε μία off the record κουβέντα με θέμα τις δυνατότητες των Ελλήνων ποδοσφαιριστών. Με τον αυθορμητισμό που τον διακρίνει σε κάποια στιγμή μου είπε:
“Παρακολουθώντας παγκόσμιο ποδόσφαιρο πολλές φορές πείστηκα ότι σε κάποιες φάσεις ο Έλληνας θα αντιδρούσε πολύ καλύτερα”. Κουβέντες που αν δεν ξέρει κάποιος τον Αλκέτα, τον άνθρωπο που δύο φορές πρώτος οδήγησε το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα στην αγωνιστική υπέρβαση στέλνοντας το στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών το 1980 (το μετέπειτα Εuro) και στο Παγκόσμιο Κύπελλο το ’94, κινδύνευε να τον χαρακτηρίσει ως υπερφίαλο σοβινιστή που κινείται στα όρια της υπερβολής.
Ο Παναγούλιας είχε τον ίδιο ενθουσιασμό κι όταν μιλούσε στους ποδοσφαιριστές στα αποδυτήρια πριν από τους αγώνες. Η συμπεριφορά του δεν ήταν κομμάτι της επικοινωνίας την οποία είχε σπουδάσει, αλλά της πίστης του στις δυνατότητες των εγχώριων ποδοσφαιριστών. Ο πρώην ομοσπονδιακός προπονητής δύσκολα έκανε κουβέντα κι αυτό προφανώς είχε να κάνει με την προσπάθεια του να τονώσει την ψυχική διάθεση των ποδοσφαιριστών, για τα ελαττώματα των ελληνόπουλων που στερούνταν ποδοσφαιρικής παιδείας.
Ποδοσφαιριστές οι οποίοι είχαν ταλέντο, αγωνιστικό πάθος και όλα τα ψυχικά χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής, αλλά είχαν μάθει στραβά την αλφάβητο του ποδοσφαίρου.
Έχω την άποψη ότι η κουλτούρα των εγχώριων ποδοσφαιριστών βελτιώθηκε από την εποχή που τα επαγγελματικά τους βήματα τους οδήγησαν σε ομάδες της Ευρώπης. Εκεί όπου οι ποδοσφαιριστές δουλεύουν πέρα από το πλαίσιο μίας τυπικής προπόνησης. Ο Δώνης, ο Τσιάρτας, ο Βρύζας, ο Καραγκούνης και τ’ άλλα παιδιά που ξενιτεύτηκαν το ομολογούν σ’ όλους τους τόνους. Σε κάθε περίπτωση πάντως μετά τα μεταεφηβικά χρόνια η αφομοίωση των αρχών του ποδοσφαίρου δεν είναι ίδια μ’ αυτή των αθλητών που δέχονται παρόμοια μηνύματα στην εφηβεία.
Ποδόσφαιρο όμως δεν είναι μόνο το ταλέντο, το οποίο πολλές φορές μοιάζει με ακατέργαστο διαμάντι. Παρότι πιστεύω ότι οι περισσότεροι ξένοι προπονητές που πέρασαν από τις ελληνικές ομάδες δεν έδειξαν τη θέρμη που έδειξαν δουλεύοντας σε ομάδες της κεντρικής Ευρώπης, αλλά προσπάθησαν προσαρμοζόμενοι στις εγχώριες συνήθειες να βγάλουν εύκολο μεροκάματο, συμφωνώ με την άποψη του Σάντος όπως την κατέθεσε στη συνέντευξη του στην Goal News.
“To ταλέντο είναι σημαντικό αλλά πρέπει να μπει και σε κάποιους κανόνες” δήλωσε ο Πορτογάλος, ο οποίος σε κάποια άλλη αποστροφή του λόγου του μίλησε για την ανάγκη που υπάρχει στους προπονητές που δουλεύουν στην Ελλάδα να εξηγούν στους ποδοσφαιριστές το “γιατί”.
Ο Πέπε Γουαρδιόλα το 2007 ανέλαβε προπονητής της FC Barcelona B και υποστήριξε από την πρώτη στιγμή περίπου το ίδιο: ότι το ταλέντο δεν είναι αρκετό για να κάνει έναν παίκτη ανταγωνιστικό. Οι εισηγήσεις του έγιναν αποδεκτές από τη διοίκηση της ομάδας και δημιουργήθηκε ένα εργαστήριο επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης ειδικά σχεδιασμένο ώστε να δώσει γερές βάσεις στο ποδοσφαιρικό στιλ παικτών που παράλληλα αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τι σημαίνει να είσαι επαγγελματίας.
“Κάθε μέρα, κάθε προπόνηση, κάθε συζήτηση, πρέπει να εμπλουτίζονται με αξίες όπως η προσπάθεια, ο σεβασμός, η υπευθυνότητα, η μετριοφροσύνη, η σχολαστικότητα, ο επαγγελματισμός, η απαίτηση για το ακόμα καλύτερο, η φιλοδοξία, η αλληλεγγύη, η σταθερότητα και η μεγαλοψυχία” ήταν το δόγμα του σημερινού προπονητή της Μπαρτσελόνα. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.
Στην Ελλάδα, ακόμη και σε ομάδες της Super League η οργάνωση των τμημάτων υποδομής δεν συγκρίνεται μ’ αυτή της Μπαρτσελόνα, αλλά ούτε φυσικά με την οργάνωση των περισσοτέρων ομάδων των ανεπτυγμένων ποδοσφαιρικά χωρών. Από τη στιγμή που η λογική του “δωσ’ ημίν σήμερον” επικρατεί στις πρώτες ομάδες, κανείς δεν μπορεί να περιμένει διαφορετική φιλοσοφία στα τμήματα υποδομής. Γι’ αυτό και στήνεται πάρτι κάθε φορά που “βγαίνει” ένας Νίνης ή ένας Φετφατζίδης. Για το αυτονόητο δηλαδή. Το ζήτημα όμως είναι ότι η ομάδα είναι το κύτταρο που “εκπαιδεύει τους αθλητές που στο μέλλον θα επανδρώσουν την μεγάλη Εθνική ομάδα. Κι εκεί μπαίνει το πρόβλημα το οποίο επισημαίνει ο Σάντος που δείχνει την διάθεση να οργανώσει κάτι σαν Εθνική Σχολή ποδοσφαίρου για την ανάπτυξη του αθλήματος. Το ζητούμενο είναι ότι το μοντέλο το οποίο πρότεινε πρέπει να το στηρίξει η ΕΠΟ τόσο στα πρώτα του βήματα όσο και στην περίπτωση που ο Πορτογάλος φύγει κάποια στιγμή. Βεβαίως το μεγάλο στοίχημα για ένα τέτοιο εγχείρημα χάθηκε με τον Ρεχάγκελ. Αλλά τότε ήταν οι στιγμές της έπαρσης και της δόξας που δεν άφηναν την διοίκηση της Ομοσπονδίας να δει λίγο πιο πέρα από την μύτη της. Ότι δηλαδή έκανε ο Βασιλακόπουλος μετά το 1987 και το μπάσκετ (παρότι τα μεγέθη δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα) “γεννάει” ακόμη αθλητές υψηλού επιπέδου.