Το δόγμα “θάνατος”
Με αφορμή την πρόσληψη του Άγγελου Αναστασιάδη από την ΑΕΛ του Αλέξη Κούγια, ο Zastro κάνει αναδρομή στο παρελθόν του. Από τα πρώτα ποδοσφαιρικά βήματα, τη μετάβαση στη προπονητική, μέχρι και το σήμερα.
“Σε λίγο καιρό οι οργανωμένοι θα πίνουνε καφέ σπίτι μου”. Ατάκα που ήρθε να προστεθεί στο ανθολόγιο των δηλώσεων του Άγγελου Αναστασιάδη, μετά τον ιστορικό “θάνατο”, το “πρόβλημα του ΠΑΟΚ είναι ο ΠΑΟΚ”, το πρόσφατο “πέσαμε εκ των έσω”, το “θα ρωτήσω τον πνευματικό μου και θα σας απαντήσω” που άφησε σύξυλους τους ανθρώπους της ΑΕΚ και το κορυφαίο από κάθε άποψη “δεν μπορούν τα παλληκάρια”.
Γκουρού του ποδοσφαιρικού μας σύμπαντος
Αυτός είναι ο Άγγελος Αναστασιάδης, ένας γκουρού του ποδοσφαιρικού μας σύμπαντος, ένας άνθρωπος που μέχρι πρότινος και προ της αποτυχίας του στον ΠΑΟΚ του Σαββίδη, θεωρείτο κάτι σαν Χουντίνι της προπονητικής. Σήμερα στα 63 του χρόνια και στη σύνταξη όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε, αποδέχθηκε την πρόκληση της ΑΕΛ και κατηφόρισε στον κάμπο, αποφάσισε να “ξαναμπλέξει” με το χώρο που είναι η ίδια του η ζωή.
Γεννημένος 8 Μαρτίου του ’53 στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ, τον οικισμό των Επιβατιανών προσφύγων στο Θερμαϊκό, από μικρό παιδί αγάπησε το ποδόσφαιρο, λάτρεψε το μεγάλο ΠΑΟΚ, το καμάρι της Μακεδονίας. Σκαρί “χτισμένο” εκ γενετής, στεγνός, μακριά από καταχρήσεις, ξενύχτια, υπερβολές. Παιδιόθεν “ασκητική” ζωή έκανε ο Άγγελος, τιμούσε τις αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκε, δεν είχε καμία σχέση με τους υπόλοιπους. Φαινόταν και στην ομάδα Νέων του ΠΑΟΚ ότι ο Άγγελος “είναι αλλιώς”, όχι ο τυπικός νέος της δεκαετίας του ’70, όχι το τυπικό δείγμα ποδοσφαιριστή που όπως έλεγαν τότε “είναι αλήτες, ξημεροβραδιάζονται στα σφαιριστήρια”. Ο Άγγελος ήταν επαγγελματίας πολύ πριν οι ποδοσφαιριστές αποκτήσουν και τυπικά την ιδιότητα.
ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Παρά το γεγονός ότι διέφερε από τους υπόλοιπους και ήταν ο βενιαμήν, “κόλλησε” με εκείνη την τρομερή παρέα της Τούμπας, την ομάδα που μέχρι και σήμερα είναι η πιο επιτυχημένη, η πιο εντυπωσιακή, η πιο αδικημένη στην ιστορία του ΠΑΟΚ. Λόγω δύναμης, ιδιοσυγκρασίας, χαρακτηριστικών, ο Άγγελος ήταν αμυντικός χαφ. Δεν υπήρχε η θέση ακόμη τότε, αλλά εκεί έπαιζε ο Αναστασιάδης, μόνον εκεί στο φόβητρο που λεγόταν ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ’70. Μόλις είχε κλείσει τα 21 όταν με ολύμπια ψυχραιμία εκτέλεσε το πέναλτι στον τελικό με τον Ολυμπιακό στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ήταν το καθοριστικό, μετά το άστοχο του Κούδα, εκείνο που ξαναέδωσε στον ΠΑΟΚ το πλεονέκτημα, ηθικό και ουσιαστικό, για να ευστοχήσει αργότερα ο Κούλης Αποστολίδης και να καταλήξει η κούπα στη Θεσσαλονίκη.
Το “είχε” το πέναλτι, όπως έχει οτιδήποτε έχει να κάνει με ψυχολογική επιβολή, καθαρότητα σκέψης, υπερκερασμό άγχους. Το έβλεπες στο πρόσωπό του, τον διαβάζεις πολύ εύκολα τον Άγγελο κι ας μοιάζει να φοράει μόνο μια έκφραση, να έχει μόνο ένα ύφος στο ρεπερτόριο. Σπουδαίος όπως ο Κούδας δεν ήταν ποτέ, γρήγορος όπως ο Παρίδης επίσης, ούτε καν δυνατόν όσο ο Φουντουκίδης. Κι όμως ο Άγγελος ήταν υπερ-απαραίτητος σε εκείνη την ομάδα, ακρογωνιαίος λίθος για τους τίτλους που κατακτήθηκαν και εκείνουν που αδίκως στερήθηκαν από εκείνη την ομάδα. Το 1976, σαράντα ολόκληρα χρόνια πίσω, όταν ο ΠΑΟΚ κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα στην ιστορία του, ο Άγγελος ήταν 23 κι έμοιαζε βετεράνος. Ήταν ότι πιο ΠΑΟΚ είχε να παρουσιάσει εκείνη η ομάδα, ο εμβληματικός ποδοσφαιριστής-οπαδός, λιγότερο προικισμένος αλλά ικανός να πεθάνει για την ομάδα μέσα στο χορτάρι.
ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ-ΜΑΧΗΤΗΣ
Δεν είναι ζήτημα παρελθοντολογίας, είναι στοιχεία που βοηθούν να κατανοήσουμε για ποιο λόγο εξελίχθηκε και σε προπονητής-μαχητής, για ποιο λόγο προτάσσει πάντοτε τη θέληση, την αυταπάρνηση, το μόχθο, σε σχέση με το ταλέντο και τα γαλόνια. Δεν παρέκλινε ποτέ των αρχών του σε σχέση με το ποδόσφαιρο, από το οποίο ως ποδοσφαιριστής λεφτά δεν έβγαλε, δεν περίσσευαν τότε λεφτά για τους μαχητές, “μας δίνανε μια πορτοκαλάδα” όπως είπε και κάποτε ο Δομάζος. Η χρήση της δωδεκαετίας το 1981 και η μεταγραφή στον Παναθηναϊκό ήταν ξεκάθαρα οικονομικό ζήτημα. Έφευγε για πρώτη φορά από τη Σαλονίκη, την πόλη του, το περιβάλλον του, τη ζωή του. Πάλεψε και στη Λεωφόρο, πρόσθεσε ακόμη δύο τίτλους στο παλμαρέ του (το κύπελλο το ’82 και…ολίγον από πρωτάθλημα το ’84) κυρίως απέκτησε μια σχέση αλληλοσεβασμού και εμπιστοσύνης με την οικογένεια Βαρδινογιάννη και ειδικά τον Καπετάνιο.
Συνέχισε στην Κόρινθο, στο Διαγόρα, η χάρη του έφτασε μέχρι τη Νέα Υόρκη και τον Άτλα στην Αστόρια, τον “Ελληνο-Αμερικανικό” όπως αποκαλείται σήμερα. Όταν κρέμασε τη φανέλα στο φοριαμό και πέταξε τα παπούτσια ήταν 34, είχε ακόμη ένα-δυο χρόνια μπάλα, αλλά δεν ήθελε να συνεχίσει. Τα βασικά του πλεονεκτήματα άλλωστε ως παίκτης, ήταν η δύναμη, ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα. Στις μέρες μας θα έκανε θραύση, εκείνα τα χρόνια ήταν “αντιτουριστικός”, δεν έκανε τρίπλες, δεν έπαιζε για την εξέδρα, δεν εντυπωσίαζε. Τα περισσότερα γκολ με πέναλτι τα έβγαλε στην καριέρα του, θεωρείται και ήταν σπεσιαλίστας, δυσκολεύομαι να θυμηθώ πέναλτι που έχασε. Έδινε το 100%, αυτό που απαιτεί και σήμερα από τους ποδοσφαιριστές του, είτε πρόκειται για το Γιασεμή είτε για τον Πάουλο Σόουζα.
ΟΤΑΝ ΚΑΘΙΣΕ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟ
Ούτε δυόμισι χρόνια δεν άντεξε μακριά από τη μπάλα, σε ηλικία 37 ετών προπόνησε την πρώτη του ομάδα, το Διαγόρα στο νησί των σμαραγδιών. Την αγαπάει τη Ρόδο, μόνο θετικές αναμνήσεις αποκόμισε κι ας στοιχημάτιζαν όλοι ότι ένας βορειοελλαδίτης στην άλλη άκρη της επικράτειας θα μοιάζει με ψάρι έξω απ’ το νερό. Το ’91 πήγε στο Άργος, έμεινε μια διετία, μέχρι που κλήθηκε από την Καβάλα πίσω στη βόρειο Ελλάδα. Ήταν η πρώτη του δουλειά που αφήνει το στίγμα του, η πρώτη φορά που γίνεται αντιληπτό πως “υπάρχει προπονητής Αναστασιάδης”. Ανέβασε τους Αργοναύτες κατηγορία μετά από μια ντουζίνα χρόνια περιπλανήσεων στις χαμηλές κατηγορίες, Σεπτέμβρη του ’94 ξαναπάτησε το χορτάρι της Τούμπας ως αντίπαλος, φορώντας φόρμα προπονητή.
Έχασε 4-0, η Τούμπα όπως δηλώσει κατ’ επανάληψη προκαλεί δέος ακόμη και άδεια, ήταν από τις λίγες φορές που ήταν τρακαρισμένος, δεν ήταν τετράγωνος, δεν έμεινε απερίσπαστος στο στόχο. Θα το ξαναπάθει άπειρες φορές στο μέλλον, πάντοτε στο ίδιο γήπεδο, ακόμη και ως προπονητής του ίδιου του ΠΑΟΚ. Διότι με το Δικέφαλο και τον οργανισμό του, έχει μια πολύ ξεχωριστή σχέση, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του, είναι μέλος “εκείνης της ομάδας” του ’70, καταλαβαίνει από ΠΑΟΚ, νιώθει ΠΑΟΚ, είναι ΠΑΟΚ. Σκαλί σκαλί ανέβηκε στο προπονητικό σύμπαν της Ελλάδας, μετά την Καβάλα έκανε το θαύμα του και στην Έδεσσα, οδήγησε τον Εδεσσαϊκό στην 9η θέση, την καλύτερη της ιστορίας του στην Α΄ Εθνική, οι ομάδες του απέδιδαν ένα ποδόσφαιρο γρήγορο, μαχητικό, δυνατό. Το 1997 ήταν έτοιμος για το όνειρό του.
Ο ΔΙΚΟΣ ΤΟΥ ΠΑΟΚ
Η παρουσία του στον ΠΑΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του ’90, είναι ίσως η προσωποποίηση της καριέρας του ως προπονητής. Ποδόσφαιρο επιθετικό, ταιριαστό με την ψυχοσύνθεση του παοκτσή, ένα ποδόσφαιρο πολύ κοντά σε εκείνο της δεκαετίας του ’70 σαν κεντρική ιδέα. Με αυτό το ποδόσφαιρο απέκλεισε την Άρσεναλ του Βενγκέρ, με τον Καπετανόπουλο και το Βελλή κι ας θυμούνται όλοι το… buzzer beater του Ζήση στο Χάιμπουρι. Εκείνη η ομάδα βέβαια είχε και Φρατζέσκο (ο σκόρερ του μοναδικού γκολ στο πρώτο ματς της Τούμπας) είχε και ποιότητα, εκείνο που την χαρακτήριζε όμως ήταν το dna του ΠΑΟΚ. Ήταν μια ομάδα αποθέωση του επιθετικού πλάνου και ποδοσφαίρου, μια ομάδα που χόρταινες να την βλέπεις. Πρόχειρα θυμάμαι τα ματς με την Ατλέτικο, το γκολ του Βιέρι άλλωστε δύσκολα το ξεχνά κανείς, την πρεμιέρα με τον Παναθηναϊκό στην Τούμπα, τα χαμόγελα πέριξ της Τούμπας από έναν κόσμο που λάτρευε αυτό που έβλεπε στο χόρτο.
Κάθε νόμισμα ωστόσο έχει δύο όψεις, το περίφημο dna του ΠΑΟΚ δεν κουβαλά μόνο θετικά στοιχεία αλλά και παθογένειες. Σε κάθε περίπτωση, το πρώτο (διπλό) πέρασμα Αναστασιάδη από τον ΠΑΟΚ ήταν θετικό, κυρίως διότι μνημονεύονται ακόμη και σήμερα πράγματα, ατάκες, συμπεριφορές. Η σχέση με τους ποδοσφαιριστές ήταν “ειδική”, άλλοτε γινόταν επίκληση στο θυμικό, άλλοτε στον εγωισμό, άλλοτε στις ποδοσφαιρικές ικανότητες, στο ταλέντο. Μια πατρική σχέση με τους ποδοσφαιριστές, με πάμπολλα ιλαρά περιστατικά (αξέχαστη η σφαλιάρα στον Πάρη Ζουμπούλη που έχει απαθανατιστεί και σε φωτογραφικό στιγμιότυπο) αλλά το πλάνο ήταν ΠΑΟΚ. Αργότερα έγινε κατανοητό ότι επρόκειτο για πλάνο-Άγγελος: ομάδες-οικογένεια, με στεγανά, με “κώδικες”. Το έκανε σε μικρότερο βαθμό και στον Ηρακλή, έναν Ηρακλή χάρμα ειδέσθαι με Χάγκαν, Κωνσταντίνου, Φοφόνκα. Επίσης επιθετική νοοτροπία, όμορφο ποδόσφαιρο, “ανοιχτό” παιγνίδι.
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΟΟΥΖΑ
Αυτά τα στοιχεία προσπάθησε να εφαρμόσει και στον Παναθηναϊκό, όταν κλήθηκε να αναλάβει το 2000 μια ομάδα έτοιμη να απογειωθεί μετά το χτίσιμο της προηγούμενης σεζόν από τον αείμνηστο Γιάννη Κυράστα. Ο πρώτος Παναθηναϊκός της μετά-Καπετάνιου εποχής, ο Παναθηναϊκός του ακριβότερου συμβολαίου της ιστορίας του, εκείνο του Πορτογάλου σούπερ σταρ, Πάουλο Σόουζα. Αγαπήθηκε (και) ο Παναθηναϊκός του Ανατασιάδη, αλλά εξ αιτίας της προβολής, της δημοσιότητας και της “πρώτη φορά μακριά από το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης” κατάστασης, είδαν το φως και κάποιες μέθοδοι που συζητήθηκαν. Ο Άγγελος έκανε διακρίσεις στα αποδυτήρια, ο Άγγελος πίστευε (μόνο) τους Έλληνες ποδοσφαιριστές, ο Άγγελος είναι “δύσκολος”.
Κάποια απ’ όλα αυτά τα υποψιαζόμασταν, ορισμένα συζητούνταν καιρό. Τα όποια ζητήματα στην αρχή είχαν θαφτεί κάτω από το μανδύα των άκρως επιτυχημένων αποτελεσμάτων στο Champions League, το διπλό στο Αμβούργο, η εμφάνιση στο Delle Alpi, η εμφαντική νίκη-πρόκριση με τη Juventus στο ΟΑΚΑ, με την ομάδα του Αναστασιάδη να σέβεται τη Μεγάλη Κυρία του Ζιντάν και να την κερδίζει με 3-1. Σημειωτέον ότι αγγελιοφόρος εκείνης της μεγαλειώδους νίκης-πρόκρισης υπήρξε ο Πάουλο Σόουζα, ο σούπερ σταρ που όντας απολύτως επαγγελματίας αδυνατούσε να κατανοήσει τις μεθόδους και τις πρακτικές του Άγγελου στην Παιανία. Μπορεί αργότερα ο Πορτογάλος να χαρακτήρισε μεγάλο σχολείο τον Άγγελο, τα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού εκείνη την εποχή όμως, νοσούσαν. Έβγαινε προς τα έξω πως οι Έλληνες ποδοσφαιριστές έχουν διαφορετική μεταχείριση, ότι ο Άγγελος έχει παιδιά και αποπαίδια, ότι τον Σόουζα τον αποκαλούσε περιπατητή.
Το περιβόητο σκηνικό με το ποτήρι κρασί, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και ουσιαστικά τελείωσε τον Πορτογάλο από τον Παναθηναϊκό. Στην πραγματικότητα, ο Παναθηναϊκός του Άγγελου “ξεφούσκωσε”, “έκανε κοιλιά”, η απόδοση έπεσε κατακόρυφα στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ήταν μια κακή, κάκιστη επιλογή να απομακρυνθεί ο Αναστασιάδης, η ομάδα μόλις αποχώρησε βρέθηκε να αποσυντίθεται σε χρόνο μηδέν, διασύρθηκε ανεπανόρθωτα στη ρεβάνς του Κυπέλλου στη Λεωφόρο από τον Ολυμπιακό του Λεμονή με 1-4. Στον πάγκο της δεν καθόταν πλέον ο Άγγελος, αλλά ο Στράτος Αποστολάκης, ως γνήσιος “στρατιώτης” του Παναθηναϊκού. Με τα αν δεν γράφεται η ιστορία, η πλειοψηφία όμως είναι βέβαιη πως αν στον πάγκο ήταν ο Άγγελος, ο Παναθηναϊκός δεν θα διασύρετο με εκείνο το απίστευτο 1-4 στη Λεωφόρο.
Εκείνη η περίοδος στον Παναθηναϊκό χρήζει ξεχωριστής ανάλυσης και αναφοράς, ενδεικτικά μπορεί να επικαλεστεί κανείς την άποψη του Γιώργου Καραγκούνη ο οποίος ετάσσετο υπέρ του Έλληνα προπονητή, του Νίκου Λυμπερόπουλου, μπορεί να γίνει εκ βαθέων ανάλυση των λόγων που απομάκρυναν τον Αναστασιάδη από την πιο διαφημισμένη και προβεβλημένη δουλειά του στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Επέστρεψε στον Ηρακλή, η ομάδα ξαναέπαιξε καλό ποδόσφαιρο, ξαναήταν “του Αναστασιάδη”. Δεν άργησε η πρώτη επιστροφή στον ΠΑΟΚ, έναν ΠΑΟΚ της μετά-Μπάγεβιτς εποχή με το Γιώργο Μπατατούδη υπό διωγμό και τη δίνη Γούμενου προ των πυλών. Ο τίτλος στον τελικό Κυπέλλου εναντίον του συμπολίτη στην Τούμπα με το γκολ του Γεωργιάδη, δεν επισκιάζει το μεγάλο κάζο Λιάσου Λουκά.
Ήταν η πρώτη φορά που ο ΠΑΟΚ είχε τη δυνατότητα να αγωνιστεί στο Champions League, η πρώτη φορά που η Τούμπα δονήθηκε με εκείνο το σύνθημα “τι ωραία που θα τεντώνει μεσ’ στην Τούμπα το σεντόνι”. Το σεντόνι στην Τούμπα δεν κουνήθηκε ποτέ, ο Άγγελος χρεώθηκε έναν εξευτελιστικό χειρισμό στον προκριματικό με τη Χάποελ, ο ΠΑΟΚ τιμωρήθηκε και έχασε το παιχνίδι 0-3 στα χαρτιά. Αυτό που λίγοι πιθανόν θυμούνται είναι πως και να μην είχε τιμωρηθεί και πάλι είχε ηττηθεί με 1-2 παρουσιάζοντας ένα οικτρό θέαμα με κενά στην άμυνα και κανέναν προσανατολισμό. Μοιραία ήρθε η απόλυση, ακόμα πιο μοιραία η “απομόνωση”. Ο Άγγελος δεν άντεχε άλλο το περιβάλλον, το περιβάλλον δεν σήκωνε άλλον Άγγελο.
Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ
Η πρόταση της κυπριακής Ομοσπονδίας ήχησε στ’ αυτιά του ως σάλπισμα ελευθερίας, το νησί ήταν ό,τι καταλληλότερο εκείνη την εποχή. Όταν το ελληνικό ποδόσφαιρο γιόρταζε τα επινίκια της Πορτογαλίας, όταν η Ελλάδα ζούσε σε φρενήρεις ρυθμούς λόγω ολυμπιακών αγώνων, ο Άγγελος είχε αποσυρθεί στην Κύπρο, αναλαμβάνοντας την εθνική της ομάδα. Ήταν μόλις 51 ετών, ηλικία πρώιμη για ενασχόληση με εθνική ομάδα κι όμως παρέμεινε 7 χρόνια στο νησί, αναβάθμισε το κυπριακό ποδόσφαιρο, έμεινε μακριά από την Ελλάδα του γκλάμουρ, της επίδειξης, της αποθέωσης του νεοπλουτισμού που πάντα μισούσε. Ο Άγγελος θέλει να ξεκινά αουτσάιντερ, θέλει πάλη, μάχη, αγώνα, μόχθο. Ψηφίστηκε από τον ΠΣΑΤ κορυφαίος προπονητής του 2004, δεν το θυμάται κανείς, πιθανόν ούτε ο ίδιος. Συχνά – κυρίως στις επιτυχίες – ακούγαμε για εκείνον και τα επιτεύγματά του στη “μικρή” Κύπρο, της οποίας το ποδόσφαιρο ως νεόπλουτοι και “ανώτεροι” ανέκαθεν το θεωρούσαμε παρακατιανό και υπανάπτυκτο.
Ο Άγγελος ως ομοσπονδιακός υπήρξε συνεπής στην καριέρα του και στο όνομά του: δουλευταράς, με τις εμμονές του, τις επιτυχίες του, τις κραυγαλέες αποτυχίες του. Αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε στην Κύπρο που οι ρυθμοί δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα, ο Τύπος δεν είναι τόσο αδηφάγος.
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΣ ΚΑΙ Η ΑΕΚ
Όταν επέστρεψε το 2011 για να αναλάβει τον ΠΑΣ της επιστροφής στη Σούπερ Λίγκα, στα Γιάννενα είδαμε έναν διαφορετικό Αναστασιάδη, ακόμα πιο “κλειστό”, πιο μαζεμένο, ακόμα περισσότερο λιγομίλητο. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει, το πρόσωπο σκαμμένο, σκοτεινό, αλλά πάντα έτσι ήταν. Σπανίως έβρισκες στιγμιότυπο να χαμογελάει, ακόμη πιο σπάνια δεν συναντούσες ένα σχόλιο – συνήθως κακεντρεχές – για τη θρησκεία του και την πίστη του.
Οι εικόνες, οι αναφορές στην Παναγιά, ο τρόπος του, χλευάζετο και χλευάζεται. Η Ελλάδα το διαφορετικό ή το εκτός κανονικότητας ανέκαθεν το θεωρούσε γραφικό. Δεν είναι πάντα, δεν είναι ώρα για αφορισμούς και καταδίκες πρακτικών. Και στα Γιάννενα και στα Χανιά όπου δούλεψε δις, ο Άγγελος το ψωμί του το τίμησε και με το παραπάνω. Δούλεψε, μόχθησε, έφερε τα αποτελέσματα που του ζητήθηκαν. Στο μεσοδιάστημα και πριν κλείσει για δεύτερη φορά στον Πλατανιά, δέχθηκε και την κρούση της ΑΕΚ του υποβιβασμού. Ρώτησε τον πνευματικό του και δεν πήγε. Εντέχνως το κομμάτι της πίστης του και της ιδιωτικότητάς του, αφέθηκε εκτός αφήγησης. Είναι προσωπική του υπόθεση, δικός του λογαριασμός. Έχω την αίσθηση πως το μοναδικό σχόλιο που μπορεί να γίνει επ’ αυτού, είναι ότι ποδόσφαιρο και θρησκεία (ή θρησκοληψία) δύσκολα ταιριάζουν στην ίδια πρόταση.
ΣΤΟΝ ΠΑΟΚ ΤΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ
Η επαναπρόσληψή του στον ΠΑΟΚ του Σαββίδη το καλοκαίρι του 2014 ήταν η Τρίτη και τελευταία κατά πως φαίνεται επιστροφή στην ομάδα του. Επί πέντε μήνες είχε κατορθώσει το απίθανο, είχε τον ΠΑΟΚ πρώτο, πάνω από τον Ολυμπιακό, τον είχε κερδίσει και μέσα στο Καραϊσκάκης. Ακολούθησε η ελεύθερη πτώση, η εξαφάνιση. Ο ΠΑΟΚ “τρυπήθηκε εκ των έσω” θα ξαναπεί ή καλύτερα θα αφήσει να ειπωθεί. Δεν τον καταλάβαινε τον ΠΑΟΚ του Σαββίδη ο Άγγελος, όπως δεν τον καταλαβαίνουν όλοι οι παλιοί παοκτσήδες.
Κακώς έμπλεξε, κακώς επελέγη. Αυτή είναι όμως η ιστορία της ζωής του, πάντοτε “κακώς μπλέκει”. Και τώρα στη Λάρισα κακώς έμπλεξε με μια κατάσταση που είναι βέβαιο πού θα οδηγήσει. Το θέμα είναι το πότε και με ποια αφορμή.
ΔΕΝ ΤΑΙΡΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΚΟΥΓΙΑ
Δεν ταιριάζουν Κούγιας και Αναστασιάδης στην ίδια πρόταση, είναι δύο διαφορετικές οντότητες, δύο παντελώς ξεχωριστές προσωπικότητες, η μία απέχει παρασάγγας από την άλλη. Κι όμως ο Άγγελος δέχτηκε γιατί ήταν πρόκληση. Και στις προκλήσεις απαντά πάντοτε καταφατικά διότι έτσι είναι φτιαγμένος, έτσι μεγάλωσε και γαλουχήθηκε. Αν το κεφάλι του επιτάσσει να χτυπήσει τοίχο, θα πάει κόντρα στον τοίχο, έχει ιδεοληψίες, έχει κουσούρια, έχει όμως και μια σπάνια ευθύτητα, είναι τίμιος, πολύ τίμιος για την εποχή που διάγουμε. Φυγόμαχο δεν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις, δεν υπήρξε ποτέ. Η φιλοσοφία είναι απλή: τη μάχη τη δίνεις πάντα. Ακόμη κι αν είναι εκ προοιμίου χαμένη, ακόμη κι όταν το επιμύθιο είναι πάντα ο “θάνατος”.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: