Το απαραίτητο ηλεκτροσόκ…
Οι ρομαντικοί λένε ότι ποδόσφαιρο παίζουν και οι φανέλες, όχι μόνο οι ποδοσφαιριστές και οι προπονητές. Το’ χουμε διαβάσει πολλές φορές αυτό, αν και δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά. Τι σημαίνει «φανέλα»; Κανείς δεν μπορεί να δώσει έναν ακριβή ορισμό που μεταμορφώνει παίκτες και υπαγορεύει ποδοσφαιρικές συμπεριφορές όταν φοράνε τη φανέλα συγκεκριμένης ομάδας. Κι όμως, υπάρχει. Σαν τα μαγνητικά κύματα, που δεν τα βλέπεις, δεν μπορείς να τα πιάσεις, αλλά ξέρεις πως υπάρχουν.
Θα μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική παρένθεση, που μπορεί να ενδιαφέρει λίγους, αλλά εξηγεί και τη σημερινή επιλογή. Στην τρυφερή ηλικία της εφηβείας, όταν ο καθένας από εμάς επιλέγει τις ομάδες που θα υποστηρίζει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του μέσα από απολύτως προσωπικές διεργασίες κι όχι επειδή, σαν παιδί, πέρασε ένα-δύο ματς στους ώμους του μπαμπά και του θείου σ’ ένα γήπεδο, αποφάσισα ότι θα «είμαι» τρεις ομάδες: Ολυμπιακός, Λίβερπουλ και εθνική Βραζιλίας. Για τον Ολυμπιακό «έπεσα» πάνω στη σειρά των πρωταθλημάτων (ξέχωρα από την εντοπιότητα, Χατζηκυριακιώτης γαρ…) στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Με τη Βραζιλία έπεσα πάνω στην απίστευτη ομάδα του 1982. Και με τη Λίβερπουλ…
Οσοι βρίσκονται περίπου στα 40 κι έχουν αναμνήσεις από τις σαββατιάτικες εκπομπές της ΕΡΤ2 με τα αγγλικά στιγμιότυπα ξέρουν με πόση λαχτάρα παρακολουθούσαμε εμείς τις μικρές στιγμές απόλαυσης από τα ματς της Αγγλίας. Κάτι τελείως διαφορετικό από τη δική μας Α’ Εθνική. Επεσα πάνω στην κυριαρχία της Λίβερπουλ και σαν παιδί αυτό που θυμάμαι περισσότερο, όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη μπάλα λίγο πιο σοβαρά, ήταν αυτή η αίσθηση κυριαρχίας που έβγαζε η Λίβερπουλ. Και κυρίως με τον τρόπο που πανηγύριζε. Ακόμα και μετά από σημαντικά γκολ δεν έβλεπες παίκτες τρελλαμένους. Χαίρονταν μεν, αλλά πάντα με μέτρο. Ο Ρας σήκωνε το χέρι, ο Νταλγκλίς τραβούσε τη φανέλα, ο Νοτιοαφρικανός ο Τζόνστον άρχιζε να τρέχει κατά μήκος της γραμμής κι ο Σούνες έσκαγε ένα χαμόγελο κάτω από το παχύ μουστάκι του, έβαζε το χέρι του στο στόμα και μετά το σήκωνε διαγώνια… Μια αίσθηση ότι έγινε το αυτονόητο, νίκησε η Λίβερπουλ…
Τα χρόνια πέρασαν, αυτοί οι θρύλοι έφυγαν και στη θέση τους φτάσαμε να βλέπουμε δίπλα στους όντως παγκόσμιας κλάσης Τζέραρντ και Τόρες κάτι τύπους που τη δεκαετία του’ 80 έχω την εντύπωση ότι δεν θα μπορούσαν ούτε να δέσουν τα κορδόνια του Μαρκ Λόρενσον, πόσο μάλλον του αρχοντικού Αλαν Χάνσεν, ή ακόμα και του μαχητικού Ρόνι Γουίλαν. Η Λίβερπουλ μόνη της «ξέπεσε» στον Ρόι Χόγκστσον, έναν προπονητή ιδανικό για να παίρνει το 100% από ομάδες μικρομεσαίες (όπως έκανε με τη Φούλαμ), αλλά «συμβιβασμένο» σαν άνθρωπο π.χ. με μια ισοπαλία με τη Γουίγκαν εκτός ή με μια ήττα, αλλά με καλή εμφάνιση, στο Λονδίνο από την Τσέλσι.
Η φανέλα της Λίβερπουλ «ξέρασε» τον Χόγκστον, αν μου επιτρέπεται η έκφραση. Αυτή η αίσθηση ότι ο προπονητής είναι κατώτερος από τις προσδοκίες της ομάδας, την κατεβάζει επίπεδο, της ξεφτίζει τη φανέλα. Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Κακές χρονιές θα έχει η Λίβερπουλ, όπως και οποιαδήποτε ομάδα. Το χειρότερο είναι να αποδεχτεί από μόνη της ότι βρίσκεται στο κάτω ράφι, να μην την πονάει αν χάνει στο Ολντ Τράφορντ, στο Εμιρεϊτς ή στο Στάμφορντ Μπριτζ.
Σήμερα στο Ολντ Τράφορντ στον πάγκο της Λίβερπουλ θα κάτσει ένας άνθρωπος που αν μη τι άλλο ξέρει τι σημαίνει φανέλα της ομάδας. Ο Κένι Νταλγκλίς ήταν το απαραίτητο ηλεκτροσόκ που χρειαζόταν η Λίβερπουλ για να αφήσει στην άκρη τη μετριότητα. Το αν θα καταφέρει να το κάνει από σήμερα, εναντίον της αήττητης επί 20 ματς Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του τοτέμ σερ Αλεξ Φέργκιουσον, κανείς δεν το ξέρει. Μακροπρόθεσμα, όμως, είναι μια σίγουρη επιλογή προόδου.
Κι εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι δύο πράγματα πολύ σημαντικά: Η φανέλα και η απόδοση. Η Λίβερπουλ έφτασε στο σημείο να δίνεται τόσο πολύ αουτσάιντερ, ώστε να παίζεται με χάντικαπ ενός γκολ από τους Ευρωπαίους μπουκ! Δηλαδή αν χάσει με ένα γκολ διαφορά κι έχουμε στοιχηματίσει υπέρ της δεν χάνουμε, απλά παίρνουμε πίσω το ποντάρισμά μας. Είναι το «μαξιλαράκι» που χρειάζομαι για να πιστέψω ότι οι αποδόσεις αδικούν τη Λίβερπουλ. Ή, για να το θέσω πιο σωστά, αδικούν τη φανέλα της Λίβερπουλ, την ιστορία της, την αύρα της, όχι την ομάδα της που ενδεχομένως είναι για πιο κάτω…
ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ ΓΙΟΥΝ. – ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ 2(+1) 10/10
BETFAIR: 1,71