Πειρατεία – πνευματικά δικαιώματα (μέρος Α’)
Η πειρατεία των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας (π.χ. μουσικών, οπτικοακουστικών, κλπ) αντιμετωπίζεται από όλους (μέσα ενημέρωσης, εταιρείες παραγωγής, κοινό) με πολύ απλοϊκό τρόπο: το κοινό λέει ότι οι εταιρείες είναι κλέφτες που θέλουν μόνο λεφτά και γι'αυτό κατεβάζει παράνομα, σαν να είναι κάποιου είδους επανάσταση και όχι παρανομία αυτό.
Η πειρατεία των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας (π.χ. μουσικών, οπτικοακουστικών, κλπ) αντιμετωπίζεται από όλους (μέσα ενημέρωσης, εταιρείες παραγωγής, κοινό) με πολύ απλοϊκό τρόπο: το κοινό λέει ότι οι εταιρείες είναι κλέφτες που θέλουν μόνο λεφτά και γι’αυτό κατεβάζει παράνομα, σαν να είναι κάποιου είδους επανάσταση και όχι παρανομία αυτό. Οι εταιρείες φωνάζουν διαρκώς ότι καταστρέφονται, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια τραγική εικόνα, αντί να προβάλλουν το γιατί είναι λάθος η πειρατεία.
Τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν τις κραυγές των εταιρειών αλλά και το “δίκιο” του κοινού. Όμως, η πειρατεία δεν είναι ένα απλό θέμα: γι’αυτό και δεν έχει λυθεί όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά πουθενά. Έχει διαφορετικές εκφάνσεις και φυσικά, διαφορετική ένταση ανάλογα με την χώρα, το μέσο, το είδος. Πάντως, είναι ένα θέμα άρρηκτα δεμένο με την ίδια την ουσία της δημιουργίας των καλλιτεχνικών έργων και τόσο σημαντικό, ώστε να πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά τα λόγια όποιου αγγίζει το θέμα (σε αντίθεση με ό,τι γίνεται ευρύτατα ας πούμε στην Ελλάδα).
Κάθε νόμισμα έχει 2 πλευρές και καμία από αυτές δεν έχει αξία χωριστά.Το 1982, ο εκπρόσωπος της τότε MPAA Jack Valenti σε δήλωσή του ενώπιον της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων δήλωνε για το VCR (το βίντεο) που τότε έκανε τα πρώτα βήματά του, ότι “I say to you that the VCR is to the American film producer and the American public as the Boston Strangler is to the woman home alone.” Σε απλά ελληνικά, το βίντεο είναι ο Στραγγαλιστής της Βοστόνης (διαβόητος serial killer).
Η MPAA δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το κοινό θα μπορεί να έχει την δυνατότητα να επιλέγει από μόνο του τι θα κάνει με το VCR, πόσο μάλλον ότι κάποιος θα μπορεί να αγοράσει ένα VCR και θα μπορεί να καλεί τους φίλους του να δουν μια ταινία μαζί του, χωρίς όλοι αυτοί να πληρώνουν! Κολλημένη στο παρόν, η MPAA ξεκινούσε μια κοντόφθαλμη μάχη χαρακωμάτων με τον μελλοντικό καλύτερο φίλο της: μέχρι τα τέλη των 90ς, όταν πια οι πωλήσεις βιντεοκασετών έφερναν περισσότερα έσοδα από τα εισιτήρια των κινηματογράφων, το VCR και κυρίως το DVD έγιναν η αγελάδα που έφερε τα πολλά λεφτά στη βιομηχανία των ταινιών, γιατί άλλαξε η ίδια η έννοια της παρακολούθησης ταινιών, προσαρμοζόμενη στις τεράστιες αλλαγές στην ζωή των ανθρώπων.
Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να πει ότι στη θέση τους, θα ήταν ιδιαίτερα ήσυχος ή και πιο προνοητικός. Πρέπει να θυμόμαστε τα πραγματικά δεδομένα: η αλλαγή ήταν όντως ριζική, οι υπό διαμόρφωση συνθήκες καινοφανείς και το πλήγμα στα έσοδα ολόκληρου του τομέα ψυχαγωγίας τεράστιο: για παράδειγμα, η επίσημη δισκογραφία στην Ελλάδα τότε (70ς-80ς), είχε υπολογιστεί είχε διαφυγόντα κέρδη από το παράνομο εμπόριο γραμμένων κασετών άνω των 1 δις δραχμών.
Η αντίδραση σε αυτά τα δεδομένα ήταν η καθιέρωση της λεγόμενης “εύλογης αμοιβής”: σε πολλές νομοθεσίες, όπως και στην Ελληνική με το άρθρο 18 του νόμου 2121/93, προβλέπεται η καθιέρωση ενός τιμήματος υπέρ των δημιουργών σε όλα τα μέσα αντιγραφής: στα CD, στα DVD, στο φωτοτυπικό χαρτί, κλπ, υπάρχει ένα ποσοστό (4-6% ανάλογα με το είδος), το οποίο ο αγοραστής πληρώνει υπέρ των δημιουργών έργων πνευματικής ιδιοκτησίας (συγγραφείς, συνθέτες, στιχουργούς, παραγωγούς, κλπ). Τα χρήματα εισπράττονται από τους διάφορους οργανισμούς διαχείρισης και διανέμονται ανάλογα στα μέλη τους.
Αυτό θεωρήθηκε μια δίκαιη λύση από τους εμπλεκόμενους, γι’αυτό και ονομάστηκε “εύλογη αμοιβή”. Ακόμα όμως και αυτές οι εμπειρίες, δεν ήταν ικανό εφόδιο για την κατανόηση της πραγματικής κοσμογονίας που επέφερε το internet και οι νέες τεχνολογίες αναπαραγωγής και αντιγραφής που προέκυψαν στα 90ς και κυρίως την τρέχουσα δεκαετία.
Οι αλλαγές έγιναν τόσο γρήγορα, σε τόσους τομείς και τόσο καταιγιστικά, ώστε οι εταιρείες βρέθηκαν να κυνηγούν τις εξελίξεις για άλλη μια φορά, αλλά τώρα ήταν πια πολύ πίσω: η αντίδραση τους καθυστέρησε και για τον επιπλέον λόγο ότι οι επιδράσεις των νέων δεδομένων άργησαν να πάρουν τις πραγματικές διαστάσεις τους, χάρη στα θετικά αποτελέσματα των πωλήσεων CD και DVD, οι οποίες όμως σε σημαντικό βαθμό οφείλονταν στην επανακυκλοφορία δίσκων καταλόγου (ο κόσμος αγόραζε ξανά τους ίδιους δίσκους, γιατί το CD “θα κρατούσε για πάντα” και “η ποιότητα ήταν καλύτερη”). Και τότε, εμφανίστηκε η τεχνολογία DRM και όλα βρέθηκαν πάλι στην αρχή.
Περισσότερα, όπως και καθημερινά μουσικά νέα μπορείτε να βρείτε στο: http://apotis4stis5.blogspot.com/