Ω Μπάνε, Μπάνε
O Zastro γράφει για το μεγάλο Μπάνε Πρέλεβιτς ο οποίος κλείνει 49 χρόνια ζωής. Από τον Ερυθρό Αστέρα στον ΠΑΟΚ και στις κατακτήσεις τίτλων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Η μεγάλη απογοήτευση στον τελικό της Ναντ, η παρουσία του στην ΑΕΚ και η μεγάλη αγάπη για τις κόρες του.
Υπάρχουν κάποιοι αθλητές που σημαδεύουν την παιδική και εφηβική μας ηλικία, ορισμένοι παίκτες που ασυναίσθητα σου δημιουρογύν την ανάγκη να υιοθετήσεις το στυλ τους, να αντιγράψεις τις κινήσεις τους, να αποκτήσεις το θράσος τους, να σουτάρεις με το σωστό, υποδειγματικό τρόπο. Τέτοιος ήταν ο Μπράνισλαβ Πρέλεβιτς, ο μεγάλος αρχηγός του ΠΑΟΚ, ο άνθρωπος που ανάγκασε τους κατ’ εξοχήν «ποδοσφαιρικούς» να γεμίσουν το Παλαί ντε Σπορ και να αγαπήσουν ένα άθλημα που μέχρι τότε απευθυνόταν σε ολίγους εκλεκτούς.
Γεννήθηκε στο Βελιγράδι σαν σήμερα πριν από 49 χρόνια, από μικρός εντάχθηκε στα τμήματα του Ερυθρού Αστέρα, απ’ όπου και ξεκίνησε την καριέρα του. Με τη «Ζβέζντα» κατέκτησε 1 πρωτάθλημα και 2 κύπελλα Γιουγκοσλαβίας, συμμετέχοντας σε όλα τα παιδικά και εφηβικά τμήματα, μέχρι και την ανδρική ομάδα. Το 1988 ο ΠΑΟΚ που έστηνε την αυτοκρατορία του, αποφάσισε να τον φέρει στην Ελλάδα, προχωρώντας στην ελληνοποίηση του.
Για 10 συναπτά έτη κατέκτησε σχεδόν τα πάντα (του λείπει μόνο το Κύπελλο Πρωταθλητριών) με τη μεγάλη ομάδα του ΠΑΟΚ, ξεκινώντας από το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης το 1991 στο «Πατινουάρ» της Γενεύης κόντρα στην ισπανική Σαραγόσα του «σερίφη» Μανέλ Κομάς, όπου σημείωσε τους 31 από τους 76 πόντους του ΠΑΟΚ. Ένας αξέχαστος τελικός, το πρώτο ευρωπαϊκό κύπελλο μετά από 23 χρόνια για το ελληνικό μπάσκετ. Ακολούθησε το πρωτάθλημα Ελλάδος το 1992 με ένα άνετο 4-1 νίκες στον τελικό των play offs απέναντι στον Ολυμπιακό, μια επιτυχία που εκτόξευσε τον ΠΑΟΚ στην κορυφή του ελληνικού μπάσκετ για πρώτη φορά μετά από το 1959.
Ο Μπάνε οδήγησε το Δικέφαλο και στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κόρατς το 1994 κόντρα στη Στεφανέλ Τριέστε (σημείωσε 30 πόντους στην Τεργέστη, στο ακόμη και σήμερα θεωρούμενο «τέλειο παιχνίδι» από τους ειδικούς) το πρώτο τρόπαιο Ελληνικής ομάδας στην εν λόγω διοργάνωση και το δεύτερο μέσα σε μια τριετία για τη νέα μεγάλη δύναμη του ευρωπαϊκού μπάσκετ όπως εικάζετο τότε. Το 1995 κατακτά το Κύπελλο Ελλάδος στο final4 της Λαμίας, όπου αναδείχτηκε και MVP της διοργάνωσης. Ήταν το δεύτερο τρόπαιο μετά το 1984 για την ομάδα του ΠΑΟΚ στο επαγγελματικό μπάσκετ. Ο Πρέλεβιτς σημείωσε συνολικά 56 πόντους σε τελικό (27 πόντους στο 72-53 με τον Πανιώνιο του Ντούσαν Ίβκοβιτς) και ημιτελικό (29 πόντους στο 80-63 κόντρα στον «αιώνιο» αντίπαλο Άρη) και πήρε το Κύπελλο σχεδόν μόνος του.
Κατέχει μέχρι και σήμερα το ρεκόρ εύστοχων σουτ 3 πόντων στην ιστορία της Α1,με 10/14 τρίποντα, ενώ έχει αναδειχθεί κατ’ επανάληψη πρώτος στις επί μέρους στατιστικές κατηγορίες της ελληνικής λίγκας, με επαναλαμβανόμενη παρουσία στην κορυφή των σουτ τριών πόντων, ποσοστού ευστοχίας σε βολές και τρίποντα, ασίστ και κλεψίματα. Ρεκόρ καριέρας οι 58 πόντοι που πέτυχε σε ηλικία 19 ετών στην πρώην Γιουγκοσλαβία με τον Ερυθρό Αστέρα, ενώ με τη φανέλα του ΠΑΟΚ έχει από 2 φορές σημειώσει 41 πόντους. Ο μέσος όρος του στο ελληνικό πρωτάθλημα είναι λίγο κάτω από 20 πόντους, ενώ στην Ιταλία κυμάνθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα (15 πόντους μ.ο.) και θεωρείται ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους σουτέρ στην ιστορία του αθλήματος.
Με τη φανέλα του ΠΑΟΚ αγωνίστηκε επίσης στο final4 του 1993 στην Αθήνα, σε μία χρονιά που ο ΠΑΟΚ ήταν κατά κοινή ομολογία η καλύτερη ομάδα στην ιστορία της διοργάνωσης, αλλά την κρίσιμη στιγμή αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων. Ο Μπάνε είχε συμπαίκτες τους Κλιφ Λέβινγκστον, Κένεθ Μπάρλοου, Τζόν Κόρφα, Νίκο Μπουντούρη και Παναγιώτη Φασούλα, υπό τις οδηγίες του μεγάλου Ντούσαν Ίβκοβιτς σε μια ομάδα που θαύμαζε όλη η μπασκετική Ευρώπη και δεν κατέκτησε το τρόπαιο στις λεπτομέρειες, χάνοντας από την Μπενετόν Τρεβίζο του Τόνι Κούκοτς με 79-77 στον ημιτελικό. Στο μικρό τελικό ο ΠΑΟΚ κατέκτησε την 3η θέση νικώντας τη Ρεάλ Μαδρίτης του Άρβιντας Σαμπόνις, επιτυχία πολύ μικρή μπροστά στην ποιότητα της ομάδας.
Ο Πρέλεβιτς με τη φανέλα του ΠΑΟΚ, έπαιξε έναν ακόμη ημιτελικό Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1990 απέναντι στην Knorr Bologna και πρωτόβαλε το δικέφαλο στην ευρωπαϊκή ελίτ, αλλά και έναν ακόμη τελικό το 1992, όταν σε ένα συγκλονιστικό τελικό στη Νάντ έχασε 65-63 από τη Ρεάλ Μαδρίτης, παιχνίδι στο οποίο σημείωσε 29 πόντους και κρατούσε τον ΠΑΟΚ μόνος του. Χαρακτηριστική η εικόνα του να ισοφαρίζει σε 63-63 με βόμβα τριών πόντων από τα 10 μέτρα 14 δευτερόλεπτα πριν τη λήξη και ενώ η μπάλα ζύγιζε τόνους. Για εκείνον ήταν ένα σουτ όπως όλα τα άλλα. Βαθειά χαραγμένο στη μνήμη όλων, το γοερό του κλάμα στο κέντρο του γηπέδου, όταν από τραγικό λάθος του Φασούλα, ο ΠΑΟΚ χάνει το τρόπαιο. Όπως δηλώνει αργότερα ο ίδιος, είναι το παιχνίδι που του άλλαξε τη ζωή και τον τρόπο να προσεγγίζει το μπάσκετ γενικότερα.
Ο τελευταίος του τελικός ως αρχηγός του ΠΑΟΚ, έγινε το 1996 στη Βιτόρια της Βασκονίας όπου ο ΠΑΟΚ ηττήθηκε από τη γηπεδούχο Baskonia Taugres με 88-81. Ο Μπάνε σημείωσε 34 πόντους και έκανε τα πάντα για να φέρει ένα ακόμη τρόπαιο στη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα οι Βάσκοι φίλαθλοι να αποθεώσουν τον ίδιο αλλά και την ομάδα του ΠΑΟΚ με τη λήξη του αγώνα. Την επόμενη χρονιά και παρόλο που ο κόσμος τον ήθελε στην ομάδα, λόγω οικονομικών προβλημάτων της διοίκησης του ΠΑΟΚ, αλλά και εξαιτίας μιας αθέτησης συμφωνίας με τον τότε πρόεδρο Λάκη Αλεξόπουλο, ο Πρέλεβιτς μεταγράφηκε στην Virtus “Kinder” Bologna υπογράφοντας ως κοινοτικός (είχε και ελληνικό διαβατήριο) προκειμένου να αντικαταστήσει τον Σάσα Ντανίλοβιτς. Στην Ιταλία προσαρμόστηκε αργά, κάτι που δεν τον εμπόδισε όμως να αναδειχθεί MVP στον μοναδικό τίτλο που κατέκτησε η Βίρτους, το κύπελλο Ιταλίας στο final4 του 1997 στο Palamalaguti του Casalecchio di Reno.
Το καλοκαίρι του 1997, επιστρέφει στην Ελλάδα για λογαριασμό της ΑΕΚ, αλλά ξεκαθαρίζει στην παρουσίασή του ότι ξεχωριστά συναισθήματα έχει μόνο για τον ΠΑΟΚ, αν και σέβεται και το δικέφαλο της Αθήνας. Οδηγεί την ΑΕΚ στο final4 της Βαρκελώνης τον Απρίλιο του 1998, όπου με δικό του απίστευτο τρίποντο αποκλείει την Benetton Treviso του Zelimir Obradovic. Πριν τον τελικό τσακώνεται με τον προπονητή της ΑΕΚ, Γιάννη Ιωαννίδη και μοιραία έρχεται η ήττα από την καλύτερη Kinder Bologna με 58-44. Μένει ενεργός ενάμιση χρόνο στην ΑΕΚ, με την οποία έπαιξε ακόμη έναν τελικό κυπέλλου Ελλάδος το 1998, ενώ συμμετείχε και στον τελικό της επόμενης σεζόν όπου έχασε τον τίτλο απέναντι στον αγαπημένο του ΠΑΟΚ στο ΣΕΦ. Η σεζόν του υπήρξε ελλιπής, αφού η ΑΕΚ λόγω διοικητικών και αγωνιστικών δυσχερειών, προχωρά σε ανανέωση της ομάδας στο μέσο της χρονιάς και ο Πρέλεβιτς ενώ ξεκινά πολύ δυνατά, βρίσκεται εκτός ομάδος επειδή δε δέχεται μείωση αποδοχών στο συμβόλαιο του.
Το 1999 έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και η σημαία επιστρέφει στον ιστό της. Ο αγαπημένος Μπάνε των οπαδών του ΠΑΟΚ, επιστρέφει στην ομάδα που δοξάστηκε και δόξασε, για να κλείσει την καριέρα του σε ηλικία 34 ετών. Ήταν και παραμένει ο πιο εμβληματικός μπασκετμπολίστας που αγωνίστηκε με το Δικέφαλο στο στήθος, κυρίως διότι εκθρόνισε τον Άρη του Γκάλη από την κορυφή του Ελληνικού μπάσκετ και οδήγησε τον ΠΑΟΚ στην κορυφή του ευρωπαικού μπάσκετ σε μία μαγική 6ετία για το σύλλογο. Ήταν πάντα παρών και αγάπησε τον ΠΑΟΚ όσο λίγοι, δεν τον πρόδωσε ακόμα και όταν όλοι οι σημαντικοί παίκτες μεταγράφηκαν στην Αθήνα (όπου μετατοπίστηκε το οικονομικό βάρος) και δίκαια ο κόσμος του ΠΑΟΚ τον θεωρεί σημαία του συλλόγου. Μέσω του ΠΑΟΚ κλήθηκε και φόρεσε τη φανέλα της μεγάλης εθνικής Γιουγκοσλαβίας και θα συμμετείχε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992, αλλά τελευταία στιγμή η ΔΟΕ απέκλεισε τους Σέρβους λόγω του εμφύλιου πολέμου. Συμμετείχε σε όλα τα All Star Game του Ελληνικού πρωταθλήματος, καθώς και στο μοναδικό που παρέστη στην Ιταλία.
Παντρεύτηκε με την εφηβική του αγάπη Νένα Μαριάνοβιτς και απέκτησαν δύο κόρες, τη διάσημη και Star Ελλάς Άννα και την Τέα (από το Θεσσαλονίκη) που βάπτισε έτσι λόγω της αγάπης του για την πόλη όπου έζησε τα καλύτερα χρόνια του ως μπασκετμπολίστας. Υπεραγαπά τις κόρες του και στέκεται δίπλα τους σε ότι κι αν κάνουν, εφαρμόζοντας το μοντέλο του πατέρα-φίλου, πιστεύοντας πολύ στην ελευθερία του ατόμου και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας μέσα από τα λάθη και τα βιώματα. Έχει ξεχωριστή φιλοσοφία, ανέκαθεν υπήρξε μποέμ τύπος, από τον καιρό που έπαιζε μπάσκετ και μετά το 1992 αντιμετώπιζε ψύχραιμα την οποιαδήποτε έκβαση ενός αγώνα. Άλλες είναι οι αξιολογικές προτεραιότητες στη ζωή, το μπάσκετ είναι ένα παιχνίδι και σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία πορεύτηκε στα ώριμα χρόνια της καριέρας του.
Από τον ΠΑΟΚ μοιάζει σαν να μην έφυγε ποτέ, διετέλεσε και εργάστηκε και ως προπονητής (δις), team manager, ενώ αποπειράθηκε να αναλάβει το δύσκολο έργο να αναστήσει τον παρηκμασμένο σύλλογο καταθέτοντας διοικητική πρόταση το Μάιο του 2009, κατόπιν έκκλησης των ίδιων των παραγόντων του δικεφάλου. Ο ερασιτέχνης ΠΑΟΚ αρνήθηκε την πρότασή του και έτσι επέστρεψε στη Σόφια όπου εργάστηκε ως τεχνικός ηγέτης και γενικός διευθυντής της CSKA ανανεώνοντας το ραντεβού για όταν και όποτε ο ΠΑΟΚ τον χρειαστεί και τον καλέσει με πραγματικό ενδιαφέρον για να βοηθήσει.
Πράγματι δεν πέρασε λίγος καιρός και ο βυθισμένος στα χρέη και αποκαμωμένος από το καταστροφικό πέρασμα Δρόσου ΠΑΟΚ, τον κάλεσε πίσω στη Θεσσαλονίκη για να τον θέσει επικεφαλής της προσπάθειας εξυγίανσης της ομάδας μπάσκετ. Ο Πρέλεβιτς στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, συνεπικουρούμενος από παράγοντες του συλλόγου και μια άλλη δόξα του παρελθόντος, το Νίκο Σταυρόπουλο, έβγαλε τον ΠΑΟΚ από τη στενωπό των αβάστακτων χρεών και τον κατέστησε βιώσιμο, μια ομάδα που επέστρεψε στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και ξαναέφτιαξε το όνομά της στον μπασκετικό ευρωπαϊκό χάρτη. Ακόμη και σήμερα, 16 χρόνια μετά την αποχώρηση του από την ενεργό δράση, η ιαχή ”Ω Μπάνε Μπάνε” δονεί τις εξέδρες στο “Παλατάκι” και οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ δεν μπορούν να τον ξεχάσουν. Κι ας πενηνταρίζει πλέον, ήταν, είναι και θα παραμείνει ο μεγάλος αρχηγός. Χρόνια πολλά Μπάνε.