ΣΤΗΛΕΣ

Η δίψα του δρόμου

Η ρουτίνα της καθημερινότητας σε αιχμαλωτίζει, σε εγκλείει σε κελιά με γκριζοσκότεινη απόχρωση. Αλλοτριωτική φυλακή. Θέλει ψυχή και πάθος για να κάνεις την ανατροπή- ένα σάλτο στ’ αστέρια της περιπέτειας. Κάποιοι ίσως την ενεργοποιούν• στο πίσω μέρος του εγκεφάλου τους αρπάζει φωτιά. Και παίζουν στα «ζάρια» τα πάντα και ξεκινούν το ταξίδι.

default image

«Η αξία του δρόμου είναι να μην σταματήσεις ποτέ» είχε δηλώσει σε μία του συνέντευξη ο Νίκος ο Καζαντζάκης το 1957, τη χρονιά που έφυγε από τη ζωή. Ο μεγάλος Κρητικός στα 74 του χρόνια ήταν έμπλεος ενέργειας, αγωνίας και ασίγαστου πόθου για νέα μονοπάτια γνώσεων και εμπειριών.

Η ρουτίνα της καθημερινότητας σε αιχμαλωτίζει, σε εγκλείει σε κελιά με γκριζοσκότεινη απόχρωση. Αλλοτριωτική φυλακή. Κάποιοι χάνονται, βυθίζονται στα έγκατα- θύματα και θύτες των ονείρων τους. Χωρίς αντίδραση λησμονούν ότι κάποτε διέθεταν. Βρόμικος αέρας, βρόμικο φως.

Εδώ είναι το ταξίδι. Θέλει ψυχή και πάθος για να κάνεις την ανατροπή- ένα σάλτο στ’ αστέρια της περιπέτειας, να συμπορευτείς με το φαντασιακό των ποιητών και των συγγραφέων. Είναι η τροχοπέδη της δέσμευσης και αυτών των «δολοφόνων» της ικμάδας: η ρουτίνα της καθημερινότητας, της αγωνίας του βιοπορισμού. Είναι η απώλεια της ελευθερίας. Θέλει ψυχή όμως- κάποιοι ίσως την ενεργοποιούν• στο πίσω μέρος του εγκεφάλου τους αρπάζει φωτιά. Και παίζουν στα «ζάρια» τα πάντα και ξεκινούν το ταξίδι.

Ο Δημήτρης Παρούσης είναι ένας 35χρονος, δημοσιογράφος στο επάγγελμα. Εργαζόταν επί πολλά χρόνια στην Αθήνα- είδε την πίεση, τον κονιορτό της ανέλπιδος ημέρας. Τα χρόνια που φεύγανε, χαμένες ώρες και στιγμές. Και πήρε την απόφαση. Να γίνει πολίτης του κόσμου, όχι στα λόγια μα στις πράξεις. Ρίσκαρε, πήρε ένα σάκο και όρεξη για ταξίδι και έφυγε.

Ο Δημήτρης κάνει τον γύρο του κόσμου. Χωρίς ιδιαίτερους πόρους- κάτι ψιλά από δημοσιογραφικές συνεργασίες προς το παρόν. Δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει. Συνεχίζει το ταξίδι. Γράφει ο ίδιος ότι ξεκίνησε με την ελπίδα ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Ήδη γνωρίζει ότι προσπάθησε και τονίζει: «εξάλλου ο κόσμος ανήκει σε αυτούς που ονειρεύονται». Και τα όνειρα του Δημήτρη έχουν παγκόσμιο βεληνεκές.

Μας ενημερώνει ότι «πούλησε τα ελάχιστα υπάρχοντά του. Παραιτήθηκε από τη δουλειά του, πήρε το σακίδιό του, μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, μια πυξίδα και άρχισε τη δική του Οδύσσεια». Την Οδύσσεια της γνώσης, της περιπέτειας, της μαγείας του ταξιδιού.

Αρχικός προορισμός η Μαδρίτη της Ισπανίας και από εκεί η «πατρίδα» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, του Αλέχο Κάρπεντιερ, του Εμιλιάνο Ζαπάτα, του Κάρλος Φουέντες, του Τσε Γκεβάρα, του Μαραντόνα και της Εβίτα Περόν. Η Λατινική Αμερική. Περίπατος στην ήπειρο της μελαγχολίας, του χρώματος, στη γη που είναι από μόνη της τραγούδι και χορός.

Αρχικός του σχεδιασμός ήταν να μείνει εκεί για έξι μήνες και στη συνέχεια να «σαλπάρει» για άλλες ηπείρους. Το εξάμηνο δεν ήταν αρκετό. Και έτσι συνεχίζει.

Πρώτος σταθμός η χώρα του τάνγκο, της μελαγχολίας που χορεύεται. Η Αργεντινή. Ο Δημήτρης έφτασε στη Γη του Πυρός, στο «τέλος του κόσμου». Μετά Χιλή, Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Κούβα και αυτό το διάστημα βρίσκεται στο Μεξικό. Το ταξίδι συνεχίζεται σε ξεχασμένες πόλεις και χωριά, σε υψίπεδα και στέπες. Σε γαλάζιες, σκοτεινές ή παγωμένες θάλασσες.

Θα μπορούσα να μεταφέρω μέρος από τις εμπειρίες του. Αλλά τα γράφει θαυμάσια μόνος του και με πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Με μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα του www.godimitris.grθα ταξιδέψετε έστω νοερά στους μακρινούς αυτούς τόπους.

Μία θαυμάσια απόδειξη ότι όταν κυνηγάς τα όνειρα σου, αυτά σαν γλυκό και σαγηνευτικό θηλυκό κορμί θα σ’ αγκαλιάσουν- με μουσική υπόκρουση τον ροκ δαιμονικό στίχο του Αγγελάκα: «Βάλε φωτιά σ’ ό,τι σε καίει σ’ ό,τι σου τρωει τη ψυχή, έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι ανοιχτοί…».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ