ΓΝΩΜΕΣ

Από βαρόμετρο… βαρίδι

Η πρόωρη απώλεια ενδιαφέροντος για το πρωτάθλημα έχει ήδη πλημμυρίσει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με ονόματα. Τα περισσότερα από αυτά με πιθανό προορισμό τον Παναθηναϊκό, ο οποίος κατά τα φαινόμενα είναι αποφασισμένος να «τα σπρώξει» και στο δεύτερο καλοκαίρι της πολυμετοχικής σύνθεσης, με μπάτζετ για αγορά παικτών που μπορεί να ξεπεράσει τα 20 εκατομμύρια ευρώ. Πολλά χρήματα για περίοδο οικονομική κρίσης και σίγουρα αρκετά για να ανεβάσουν το επίπεδο ποιότητας της ομάδας. Αρκεί βέβαια να ξοδευτούν σωστά...

Από βαρόμετρο… βαρίδι

Από όσα γνωρίζουμε ως τώρα για τον μεταγραφικό σχεδιασμό της ΠΑΕ, συμπεραίνουμε πως κάποια από τα περσινά παθήματα έγιναν μαθήματα. Κάποια άλλα όχι…

Με δεδομένο πως επιθυμία του Τεν Κάτε είναι να μειωθεί το ρόστερ, αυτό που προκύπτει είναι πως ο Παναθηναϊκός πάει φέτος για λίγους και καλούς κι όχι… πολλούς και μέτριους όπως το προηγούμενο καλοκαίρι.

Αλλο ένα θετικό είναι πως ψάχνει πια σε όλες τις καλές αγορές του ποδοσφαιρικού κόσμου (Ευρώπη και Νότια Αμερική) και μάλιστα έχοντας παρακολουθήσει – μέσω των σκάουτερ που επιτέλους προσέλαβε – αρκετές φορές κάποιους από τους φερόμενους ως μεταγραφικούς στόχους, σε αντίθεση με την προηγούμενη σεζόν που αγνόησε τις εισηγήσεις του Ρότσα για την Αργεντινή, αγόρασε «γουρούνι στο σακί» από τη Βραζιλία και όσο-όσο ότι κυκλοφορούσε στην Ελλάδα.

Το αρνητικό της υπόθεσης είναι πως τον τελευταίο λόγο για τις μεταγραφές θα έχει και πάλι ο άνθρωπος που έχει ήδη χρεωθεί με δύο αποτυχημένες μεταγραφικές σεζόν: Ο Κώστας Αντωνίου…

Το προηγούμενο καλοκαίρι ξόδεψε περισσότερα από 10 εκατομμύρια ευρώ για να πάρει τον άκαμπτο Ροντρίγκο Σόουζα που έφυγε κακήν κακώς το Γενάρη, τον Γκάμπριελ ως βασικό δεξί μπακ ενώ στην πορεία αποδείχθηκε πως ο Βραζιλιάνος δεν κόβει ούτε με… Βαλέ, τον Μελίσση ως τον βασικό στόπερ που θα αντικαθιστούσε τον Μόρις και θα έκλεινε τις τρύπες στην άμυνα και το «αιώνιο ταλέντο» Λάζαρο Χριστοδουλόπουλο.

Ξόδεψε άλλα τόσα για να πάρει τον Ρουκάβινα, τον Κλέιτον, τον Μουν και να αγοράσει τα δικαιώματα Ιβανσιτς και Μάτος, χωρίς κανένας από τους πέντε να κάνει απόσβεση των χρημάτων, όχι πάντως απαραίτητα επειδή υστερούσαν σε ποιότητα αλλά κυρίως γιατί ο Τεν Κάτε δεν τους πίστεψε ως παίκτες.

Γνωρίζοντας από… τον Αύγουστο τα λάθη του κι έχοντας στη διάθεσή του 5 μήνες και περισσότερα από 10 εκατομμύρια ευρώ για να καλύψει τα κενά – που ο ίδιος δημιούργησε το καλοκαίρι – σε άμυνα και επίθεση, το μόνο που κατάφερε ήταν να πάρει τον… φτωχό πλην τίμιο Βαβζίνιακ και να αφήσει την ομάδα και για το υπόλοιπο της σεζόν χωρίς σέντερ φορ κλάσης.

Αφησα για το τέλος τον Ζιλμπέρτο Σίλβα ως συνδετικό κρίκο με τα «προσεχώς αυτό το καλοκαίρι». Εχει με διαφορά το ακριβότερο συμβόλαιο στην Ελλάδα και στη μεγαλύτερη διάρκεια της σεζόν δικαιολόγησε μόνο το πρώτο συνθετικό από το παρατσούκλι «αόρατος τοίχος». Για να καταλάβει κανείς πόσο μικρή είναι η προσφορά του σε σχέση με το όνομα που κουβαλάει και τα χρήματα που παίρνει, τα τρία εκατομμύρια που εισπράττει ετησίως αντιστοιχούν στα συμβόλαια του Γκαλέτι και του Ντιόγκο μαζί!

Αρχισε μέτρια τη σεζόν και ανέβασε σιγά-σιγά την απόδοσή του, έδωσε τα διαπιστευτήριά του με 3-4 μεγάλες εμφανίσεις στην πρώτη φάση του Champions League όπου ήταν το βαρόμετρο της ομάδας στις καθοριστικές νίκες σε Μιλάνο και Βρέμη και μετά τις γιορτές ήταν από απλώς αδιάφορος μέχρι και απογοητευτικός σε ορισμένες περιπτώσεις, με αποκορύφωμα τις δύο αναμετρήσεις με τη Βιγιαρεάλ.

Η σύγκριση με τον Σένα προκαλούσε θλίψη, καθώς ο αρχηγός της Εθνικής Βραζιλίας αντί για βαρόμετρο έμοιζε με… βαρίδι που παρέσυρε καθώς βούλιαζε και την υπόλοιπη ομάδα στον αποκλεισμό. Κι όλα αυτά ενώ ο ίδιος παραμένει στο απυρόβλητο από Tύπο, διοίκηση και τεχνική ηγεσία, χωρίς καν να έχει περάσει από τη σκέψη κανενός να προσπαθήσουν να ξεφορτωθούν το εξωφρενικά υψηλό συμβόλαιό του και στη θέση του να αποκτήσουν έναν αληθινό ποδοσφαιριστή και όχι κάποιον που ήρθε για να απολαύσει τον ήλιο της Ελλάδας.

Αλλωστε αν στα 32 του κι έχοντας μπροστά του την πρόκληση να διατηρήσει τη θέση του στην Εθνική Βραζιλίας ενόψει του Μουντιάλ παίζει έτσι, δυσκολεύομαι να φανταστώ σε τι κατάσταση θα παρουσιαστεί στην τελευταία σεζόν του τριετούς συμβολαίου του, στα 34, χωρίς κανένα κίνητρο πια κι έχοντας στην «πλάτη του» ένα φορτωμένο καλοκαίρι από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Νότιας Αφρικής.

Αυτό το τελευταίο είναι το λαχείο στο οποίο ποντάρει εδώ και καμιά δεκαπενταριά χρόνια ο Παναθηναϊκός, περιμένοντας μάταια πως κάποια στιγμή θα του κληρώσει ο πρώτος αριθμός. Πολλά σπουδαία ονόματα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, με ακριβά συμβόλαια και πλούσια καριέρα σε μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα έχουν ντυθεί στα πράσινα μόλις πάτησαν τα πρώτα –άντα, με πολύ καλές θεωρητικά προϋποθέσεις για να βοηθήσουν με την ποιότητά τους την ομάδα να ανέβει επίπεδο. Ο Πάολο Σόουζα, Ο Φλάβιο Κονσεϊσάο, ο Βίκτορ και οι Κροάτες Ασάνοβιτς, Γιάρνι, Βλάοβιτς, Μπίσκαν (μάλιστα οι τελευταίοι αρκετά πριν από τα 30) στοίχισαν πολλά και πρόσφεραν από ελάχιστα ως τίποτα.

Είτε επειδή οι ίδιοι αφήνοντας ένα κορυφαίο πρωτάθλημα για την Ελλάδα αισθάνονται πως έρχονται για την τελευταία αρπαχτή του εφ’άπαξ είτε επειδή η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που βρίσκουν στην Παιανία τους επιτρέπει να… χαλαρώσουν υπερβολικά, το δεδομένο είναι πως η τακτική μεταγραφών «αεροδρομίου» αποδεδειγμένα πια δεν ταιριάζει στον Παναθηναϊκό, ενώ τον κάνει να αιμορραγεί οικονομικά αφού σε αυτή την ηλικία οι παίκτες δεν έχουν καμία ματαπωλητική αξία.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως έπρεπε να φτάσει στο άλλο άκρο με… καραβιές φτηνών, ελεύθερων και τραγικών τύπου… Μίτου, μήπως και κάποια στιγμή «βγει» κάποιος.

Η Πόρτο έχει δείξει εδώ και πολλά χρόνια το (μονο)δρόμο που είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οικονομικά τις παραδοσιακές δυνάμεις της Αγγλίας και της Ισπανίας: Αγοράζει ακριβά μετά από πολύ προσεκτικό σκάουτινγκ και πουλά πολύ ακριβότερα με αποτέλεσμα στα ταμεία της να υπάρχει πάντα ζεστό χρήμα για καλές μεταγραφές και το αγωνιστικό επίπεδο της ομάδας να μένει πάντα σε υψηλό επίπεδο. Αυτό είναι το μοντέλο που πρέπει να επιδιώξει να ακολουθήσει ο Παναθηναϊκός. Δεν είναι ο εύκολος δρόμος, αλλά είναι ο μοναδικός για μια ομάδα που έχει ως στόχο να πρωταγωνιστεί σε όλα τα επίπεδα και να έχει νοικοκυρεμένα οικονομικά, χωρίς να απαιτείται – γιατί έτσι κι αλλιώς είναι πρακτικά αδύνατο – κάθε χρόνο οι μέτοχοι να πετούν καμιά 25αριά εκατομμύρια…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK