Champions League: Η εκδίκηση των Αγγλων
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ο Λευτέρης Πανταζής τραγουδούσε «από δω η γυναίκα μου και από δω το αίσθημά μου» για να… ταλαιπωρεί τα μωρά που γέμιζαν ασφυκτικά τα μαγαζιά που εμφανιζόταν.
Άλλα τόσα περίπου έχω κάνει τον δικό μου διαχωρισμό μεταξύ ελληνικού πρωταθλήματος και Κυπέλλου Πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης ή Τσάμπιονς Λιγκ αργότερα. Με το ένα περνώ σαφώς περισσότερες ώρες, «μπριζώνομαι» και εκτονώνομαι και με το άλλο χαλαρώνω, απολαμβάνω, διασκεδάζω.
Το ίδιο φαντάζομαι συμβαίνει με την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων φιλάθλων και είναι απόλυτα λογικό. Το παράλογο είναι ότι συμβαίνει και με την πλειονότητα των ποδοσφαιριστών των ελληνικών ομάδων που αγωνίζονται στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση της Ευρώπης.Το είδαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια με τον Παναθηναϊκό, το βλέπουμε τελευταία και με τον Ολυμπιακό.
Και πάνω σ’ αυτή τη διαπίστωση χτίστηκαν ολόκληρες αμπελοφιλοσοφίες με κορυφαία όλων την «δεν χωρούν δυο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη».Μιλάμε για την ψυχολογία και τη διάθεση με την οποία αντιμετωπίζουν τις δύο (ολωσδιόλου διαφορετικές) διοργανώσεις, κυρίως οι Έλληνες και οι φιλόδοξοι ξένοι, αυτοί δηλαδή που προσβλέπουν να ανέβουν ένα ή περισσότερα σκαλιά παραπάνω από την ελληνική Superleague.
Υπάρχουν φυσικά και ποδοσφαιρικής λογικής επιχειρήματα, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο πειστικά, για την διπρόσωπη αγωνιστική παρουσία, αλλά όλα, μα όλα, εμπεριέχουν και το κεφάλαιο «διάθεση».Για να επιστρέψουμε όμως στη δική μας οπτική γωνιά και έγνοια, με παράπονο διαπιστώνουμε ότι η γκόμενα τείνει να μοιάσει ολοένα και περισσότερο στη γυναίκα μας. Και βέβαια όταν πάψει να είναι περισσότερο ποθητή, δεν υφίσταται και ουσιαστικός λόγος ύπαρξή της. Άλλωστε με τα εθνικά και φυλετικά χαρακτηριστικά να έχουν εξαφανιστεί, τίποτε άλλο δεν μπορεί να την κάνει διαφορετική.
Η λογική «υπέρ όλων το αποτέλεσμα» κυριαρχεί πλέον στις τάξεις και των θεαματικότερων (βάσει προδιαγραφών δυναμικού) ποδοσφαιρικών κλαμπ, αφού προηγουμένως διαπίστωσαν με τρόμο, ότι «καλά τα τακουνάκια, τα ανάποδα ψαλίδια, οι συγκλονιστικές… ποδιές», αλλά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το… κομπιουτερίστικο ποδόσφαιρο, της ταχύτητας, των γρήγορων εναλλαγών και του ασφυκτικού πρέσινγκ.
Όσο κι αν μας πληγώνει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Βασίλης Τσιάρτας και ο Χουάν Ρικέλμε είναι πλέον παρωχημένες ποδοσφαιρικές φιγούρες, που πολύ δύσκολα χωρούν στα σχέδια των προπονητών και σχεδόν πάντα ως ανεπίτρεπτες -για το σύστημα- πολυτέλειες.Η ποδοσφαιρική στατιστική δεν μετράει πλέον «σαραντάρες» μπαλιές βιρτουόζων άσων, αλλά με πόσες δίμετρες ή τρίμετρες πάσες έφτασες στην αντίπαλη περιοχή. Δεν μετράει πόσους αντίπαλους άδειασες, αλλά πόσα χιλιόμετρα έτρεξες σε 90 λεπτά, λες και δεν μιλάμε για ποδόσφαιρο, αλλά για μίτινγκ στίβου.
Με την Ρόμα αντί της Ρεάλ, την Σάλκε αντί της Πόρτο, την Φενερμπαξέ αντί της Σεβίλλης είναι βέβαιο ότι η φετινή διοργάνωση γίνεται φτωχότερη. Και η αλήθεια είναι ότι βοήθησαν αρκετά τα «ζευγαρώματα» από την κατάταξη στη φάση των ομίλων, ώστε να μην υπάρξουν κι άλλες οδυνηρότερες απώλειες.
Στην προημιτελική φάση, η κορυφαία μας διασκέδαση θα είναι πλέον κάποιοι αυτοματισμοί. Κι από ποιους τους περιμένουμε; Την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την Άρσεναλ, την Μπαρτσελόνα, άντε και την Τσέλσι.
Γιατί όλη αυτή η ιστορία αρχίζει να με παραπέμπει ευθέως σε «εκδίκηση των Άγγλων»; Κάτι μου λέει ότι ανακάλυψαν το πρώτο ποδόσφαιρο και σιγά σιγά επιβάλλουν και το επόμενο…