ΜΠΑΣΚΕΤ

Ο γκαρντ που ψάχνει ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να είναι… ο ΜακΓκρέιντι

Οι τελευταίες συνεργασίες του Ντούσαν Ίβκοβιτς με παίκτες από το ΝΒΑ είναι... 2-1 και κάτι ψιλά προς το αρνητικά. Το 1992 ο ΠΑΟΚ φέρνει τον πρωταθλητή Κλιφ Λέβινγκστον από τους Σικάγο Μπουλς και η σχέση με τον Ντούντα περνάει από διάφορες στενωπούς.

Ο γκαρντ που ψάχνει ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να είναι… ο ΜακΓκρέιντι
Θα ήταν χειρότερη, αν δεν υπήρχε η κόντρα με τον Φασούλα. Το 1994 στον Πανιώνιο συνεργάζεται με τον
Θερλ Μπέιλι και δεν τα βρίσκουν. Το 1996 επιλέγει τον πολυτάλαντο
Ουίλι Άντερσον για τον Ολυμπιακό και τον διώχνει τα Χριστούγεννα κλωτσηδόν. Το 1998 με πολύ προσωπική δουλειά, επιλέγει τον
Άντονι Γκολντγουάιρ από τους Νάγκετς προτιμώντας τον μάλιστα από τον… σίγουρο Μπάιρον Ντίνκινς και δικαιώνεται..

Στην ΑΕΚ, το τελευταίο δείγμα εν Ελλάδα, ο Ντούντα δουλεύει με τον ΝΒΑερ Άντονι Μπούι μόνο που ο Αμερικανός είχε ήδη κάνει χιλιόμετρα με την φανέλα της Ζαλγκίρις Κάουνας.

Είναι δεδομένο ότι ο Σέρβος προπονητής δεν θέλγεται από τους παίκτες του ΝΒΑ, χωρίς ευρωπαϊκή προϋπηρεσία, γνωρίζοντας ότι η νοοτροπία τους αλλά και ο τρόπος παιχνιδιού διαφέρει από τον δικό του. Έναν παίκτη θα λάτρευε, αλλά του τον πήραν οι Σανς και αυτός ήταν ο Τσίλντρες.

Τώρα ο Ολυμπιακός καλείται να καλύψει τις δύο τελευταίες θέσεις στο ρόστερ με Αμερικανούς και δη από το ΝΒΑ όχι για λόγους μεγαλομανίας αλλά εξαιτίας της έλλειψης ποιότητας στα ευρωπαϊκά γήπεδα.

Ο Ίβκοβιτς και ο Αγγέλου εξετάζουν ξανά και ξανά τις ίδιες λίστες προκειμένου να βρουν τους εκλεκτούς.

Σύμφωνα με όσα μαθαίνουμε αναζητούν έναν γκαρντ (πρωτίστως να παίζει στο δύο και λίγο στον άσο) κι ένα φόργουορντ. Ο δεύτερος θα μπορούσε να είναι και λίγο γκαρντ ή και λίγο πάουερ φόργουορντ ανάλογα με το τι προσφέρει η αγορά.

Ονόματα υπάρχουν με μία υποσημείωση: λόγω των πολλών μετακινήσεων στο ΝΒΑ, έχουν μείνει αρκετές θέσεις ελεύθερες σε ρόστερ ομάδων οπότε οι παίκτες ελπίζουν. Ως αποτέλεσμα οι “ερυθρόλευκοι” θα πρέπει να τους δελεάσουν με καλά χρήματα, πολύ καλύτερα (περίπου τα διπλάσια) από όσα θα έπαιρναν στον μαγικό κόσμο του μπάσκετ.

Γι’ αυτό το λόγο επί του παρόντος δεν μπαίνουν (ή δεν μπήκαν) στο τραπέζι οι ακριβοί (Χέιζ, Χιουζ, Τόμας, Μέισον) και το ενδιαφέρον εστιάζεται σε πιο προσιτές καταστάσεις όπως ο Λούθερ Χεντ, ο Κάιλ Ουίβερ, ο Στιβ Νόβακ ή ο Άλαν Άντερσον της Μακάμπι.

Ιδιαίτερα ο Χεντ έχει και συστατικές επιστολές από τον Βασίλη Σπανούλη καθώς βρέθηκαν μαζί στο Χιούστον το 2006-2007. Ξεκίνησαν ως ανταγωνιστές για τη θέση του τρίτου γκαρντ και ο Αμερικανός κέρδισε την εκτίμηση του Τζεφ Βαν Γκάντι πραγματοποιώντας την καλύτερη χρονιά, έως τώρα, της καριέρας του, στέλνοντας τελικά τον διεθνή πλέι μέικερ πίσω στην Ελλάδα.

Θα μπορούσε να είναι αυτός; Οψόμεθα.

Σίγουρα πριν από έναν χρόνο ένα όνομα θα κέρδιζε στα πρωτοσέλιδα και θα ήταν αυτό του Τρέισι Μαγκρέιντι. Μόνο που φέτος ο Ίβκοβιτς δεν θέλει ρίσκα με σούπερ σταρ (και ο Μαγκρέιντι είναι κάτι παραπάνω έστω κι έχοντας δύο χρόνια αποχή) οπότε και δεν τίθεται θέμα. Επί του παρόντος.

Μία τελευταία παράμετρος είναι το οικονομικό. Ο Ολυμπιακός επέλεξε φέτος να θέσει αυτός τις τιμές, ουσιαστικά να κοστολογήσει ο ίδιος τους παίκτες και ανάλογα να κινηθεί. Γι’ αυτό κέρδισε τον Σπανούλη και τον Νεστέροβιτς, γι’ αυτό έχασε τον Σάτο και τον Μπιέλιτσα.

Ως αποτέλεσμα διοίκηση και προπονητές έχουν συγκεκριμένη εικόνα για κάθε περίπτωση και αποφασίστηκε να μην γίνεται η παραμικρή απόκλιση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πέραν των χρημάτων, ο Ολυμπιακός έχει να αντιμετωπίσει και την…διαφήμιση από τον Βον Ουέιφερ. Ο Αμερικανός σούτιγκ γκαρντ έφυγε κακήν κακώς, άγνωστο για πιο λόγο, και παραλίγο να καταστραφεί η καριέρα του. Οι Σέλτικς τον υπέγραψαν, με το μίνιμουμ, κάτι που αποδεικνύει την αξία του μεν, από την άλλη, αν ρωτήσει κάποιος άλλος γκαρντ, μάλλον δεν θα του προτείνει την Ελλάδα ως τον τόπο για να αναστηλωθεί μία καριέρα.

Από την άλλη υπάρχει ο Τσίλντρες, μόνο που αυτός πήρε ένα τεράστιο ποσό το οποίο δεν είναι διατεθειμένος ο σύλλογος του Πειραιά να προσφέρει σε κανέναν από τους υποψηφίους. Γι αυτό άλλωστε ο Ρότζερ Μέισον έκλεισε στη Νέα Υόρκη με μόλις 1,4 εκατομμύρια δολάρια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ